«Εξομολογήσεις μιας μάσκας»: To επί χρόνια εξαντλημένο αριστούργημα του Γιούκιο Μισίμα

Γιούκιο Μισίμα Facebook Twitter
Ο Γιούκιο Μισίμα δεν φοβήθηκε στο πρώιμο αυτό έργο του να μιλήσει με ειλικρίνεια για την προσωπική του vita sexualis, γράφοντας μια ιδιότυπη «σεξουαλική αυτοβιογραφία».
0

«Το πεπρωμένο του δεν ήταν για οίκτο. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν άξιο λύπησης. Ήταν μάλλον περήφανο και τραγικό: θα μπορούσε να ονομαστεί και λαμπρό», γράφει ο Γιούκιο Μισίμα στο πεζό ποίημά του που είναι ενσωματωμένο στο μυθιστορηματικά γραμμένο αυτοβιογραφικό έργο που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό και έχει τον τίτλο Εξομολογήσεις μιας μάσκας.

Στο Τόκιο του 1945, τη χρονιά που μαίνονταν οι βομβαρδισμοί με τα περισσότερα θύματα, ο νεαρός Κοτσάν –alter ego του Γιούκιο Μισίμα και ουσιαστικά παράφραση του πραγματικού του ονόματος, Κιμιτάκε– αγωνίζεται, κάνοντας βόλτες σε μια ενίοτε οργιαστικά ανθισμένη φύση και σε διαλυμένα τοπία, γεμάτα νεκρούς και τραυματίες –μια διαρκής αντίστιξη παράδεισου και κόλασης–, να βρει τη δική του ταυτότητα που, εκ των πραγμάτων, εντοπίζεται στη σχέση του με τους γύρω του και τη σεξουαλικότητά του. Οι εφηβικές φαντασιώσεις του, που αφορμώνται από εμμονικές σκέψεις για αιματοβαμμένα ανδρικά σώματα και μια βασανιστική έλξη για τους εύρωστους συνομηλίκους του, περιστρέφονται γύρω από το βαθύ έρεβος της επιθυμίας, επιβεβαιώνοντας την αρχετυπική συνύπαρξη έρωτα και θανάτου.

Ο Μισίμα μετέτρεψε τον εαυτό του σε ζωντανό, θεατρικό δρώμενο, τελετουργική επεξεργασία, εμπύρετο λεκτικό παραλήρημα σαν αυτά που ποτίζουν τις ποιητικές στιγμές των Εξομολογήσεών του, ακόμα και όταν παραδέχεται ότι έφτασε στο ύψιστο σημείο κυνισμού να αδιαφορεί ακόμα και για τις αντιδράσεις των υπολοίπων απέναντί του.

Αντίστοιχα, πάλι, οι απανωτές προσωπικές του ήττες, σύμφυτες με αυτές της ίδιας του της χώρας, είναι άμεσα συνυφασμένες με την ανικανότητά του να εναρμονιστεί με την επιβεβλημένη κανονικότητα της αστικής κοινωνίας του Τόκιο: με τη συντηρητική του οικογένεια, τους συμμαθητές και τους κατόπιν συμφοιτητές του, την αρραβωνιαστικιά του και την αυστηρή τάξη πραγμάτων στην οποία οφείλει να υποταχθεί, φορώντας την κοινωνική του μάσκα. Οι ομοφυλοφιλικές του τάσεις αποτυπώνονται, ως εκ τούτου, αποκλειστικά μέσα από φαντασιώσεις, καθώς σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να πραγματωθούν στην πρώιμη αυτή εφηβική ηλικία. Τον μόνο, όμως, που δεν μπορεί να κοροϊδέψει είναι ο ίδιος του ο εαυτός, ο οποίος ονειρεύεται θριαμβικούς θανάτους με έντονες σεξουαλικές ομοφυλοφιλικές ενορμήσεις, αποτυπωμένες σε έναν ηρωικού τύπου θάνατο, δηλαδή περίπου σαν την τελετουργικού τύπου αυτοκτονία στην οποία προέβη στα 45 του χρόνια, σύμφωνα με τις επιταγές του σεπούκου και με τη χάρη ενός σαμουράι, φορώντας τη λευκή «χακιμάκι» κορδέλα του και παραδίδοντας το κεφάλι του στα χέρια του γενναίου εραστή του.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Γιούκιο Μισίμα, Εξομολογήσεις μιας μάσκας, Μτφρ.: Αλέξης Καλοφωλιάς, Σελ.: 256, Εκδόσεις Άγρα

Μέχρι, όμως, να πετύχει τον ένδοξο τέλος, που συνδεόταν με τα χαμένα αυτοκρατορικά μεγαλεία τα οποία ενέπνευσαν και τη λογοτεχνική του τέχνη –άρτια, ακριβή, μεστή αναφορών στον κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας και στον σαδιστικό κόσμο του Ντε Σαντ–, ο Γιούκιο Μισίμα δεν φοβήθηκε στο πρώιμο αυτό έργο του να μιλήσει με ειλικρίνεια για την προσωπική του vita sexualis, γράφοντας μια ιδιότυπη «σεξουαλική αυτοβιογραφία», όπως την είχε περιγράψει ο ίδιος, με τον τίτλο Εξομολογήσεις μιας μάσκας.

Οι υπέροχα περήφανοι άνδρες και τα γυμνασμένα σώματα που αντιστοιχούν στην υπεροχή και στην ανδρεία που θαύμαζε από μικρός ήταν το μόνιμο μοτίβο όχι μόνο των περιγραφών του βιβλίου αλλά και της ποιητικής και απολλώνειας εμμονής του – δεν είναι τυχαίο που ένα άγαλμα του θεού Απόλλωνα, αντίστοιχο με αυτό από τον ιερό χώρο των Δελφών, στόλιζε μονίμως τον κήπο του. Μαζί, όμως, με τους μυθικούς αρχαιοελληνικούς θεούς, αυτή η κάθοδος στο ασυνείδητο φέρνει στην επιφάνεια διαρκείς λεκτικούς θησαυρούς, λέξεις που δεν έχουν ενσωματωθεί στον εμπειρικό πολτό ούτε καεί, αντίθετα έχουν διατηρήσει κάτι από τη μυστική τους ζωή, παρά τον πόλεμο που του έκανε το περιβάλλον του. Ο άκρως επιμελής έφηβος που φέρει εις πέρας τις σπουδές του στη Νομική, ο συνεπής μέχρι κάποιο σημείο αρραβωνιαστικός της όμορφης Σονόκο, που της κουβαλάει την τσάντα και της γράφει ένθερμα γράμματα, είναι απλώς τα προσωπεία που φοράει τόσο ο πρωταγωνιστής του βιβλίου όσο και ο ίδιος ο Μισίμα στη ζωή του.

Εξομολογήσεις μιας μάσκας: Η σεξουαλική αυτοβιογραφία του Γιούκιο Μισίμα Facebook Twitter
Ο Γιούκιο Μισίμα στο γραφείο του, 1970. Φωτογραφία Elliott Erwitt

Ο μύχιος εαυτός διέπεται από μια διαρκή απορία γιατί δεν μπορεί να ακολουθήσει την κανονικότητα των πραγμάτων. Και είναι αυτή ακριβώς η αυθεντική ειλικρίνεια, δοσμένη ταυτόχρονα με ποιητική μεγαλοπρέπεια και αποστομωτικό κυνισμό, που κάνει όλα τα υπόλοιπα μυθιστορήματα της εποχής του να μοιάζουν ψεύτικα, καθώς οι λέξεις του εμπεριέχουν ταυτόχρονα τον συμπυκνωμένο λόγο ενός χαϊκού, την αψεγάδιαστη περιγραφή της τερατόμορφης συνθήκης και της ομορφιάς από τη Λίμνη του δασκάλου του Καραμπάτα, τη βασανιστική και εμμονική επιβολή της σάρκας που συναντάμε στα βιβλία του Τανιζάκι. Η διαφορά είναι ότι ο Μισίμα δεν γράφει απλώς μυθοπλασία αλλά βάζει κυριολεκτικά το κεφάλι του επί πίνακι και νιώθει πραγματικά να είναι ταυτόχρονα ήρωας και θύμα, σαν την αυτοπροσωπογραφία του Αγίου Σεβαστιανού που περιγράφει στο βιβλίο και ενέπνευσε μια σειρά από τις ημίγυμνες φωτογραφίες του, όπως αποκαλύφθηκαν στο βιβλίο του Έικο Χοσόε Βασανιστήριο των ρόδων.

Αυτή η κυρίαρχη εικόνα του Αγίου Σεβαστιανού-σύγχρονου Ενδυμίωνα, που αποτυπώθηκε για πάντα μέσα του από τότε που είδε τον ομώνυμο πίνακα του Γκουίντο Ρένι, συνοψίζει ταυτόχρονα το ηρωικό σθένος, την αρχέγονη σεξουαλικότητα και αυτή την ομορφιά που είχε ως αποκλειστική κατάληξη τον θάνατο. «Μήπως οι γεροφτιαγμένες γυναίκες της Ρώμης, με τις αισθήσεις τους γαλουχημένες από το άρωμα του καλού κρασιού που ξυπνάει τα κόκαλα και από τη γεύση του κρασιού που στάζει κόκκινο από το αίμα, μυρίστηκαν γρήγορα το κακότυχο πεπρωμένο του, άγνωστο ακόμα σ’ εκείνον, και τον αγάπησαν γι’ αυτόν τον λόγο; Το αίμα του κυλούσε με έναν ρυθμό πιο άγριο απ’ όσο συνήθως μέσα στη λευκή του σάρκα, αναζητώντας ένα άνοιγμα για να ξεπηδήσει όταν εκείνη η σάρκα σε λίγο θα άνοιγε. Πώς είναι δυνατόν οι γυναίκες να μην άκουσαν τους θυελλώδεις πόθους ενός τέτοιου αίματος;» γράφει με παραληρηματική ακρίβεια ο ίδιος γι’ αυτό το όραμα του Αγίου Σεβαστιανού στις Εξομολογήσεις μιας μάσκας στην έξοχη μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά από την αγγλική έκδοση που έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο Μισίμα. Δεν είναι να απορείς, μετά από αυτήν τη περιγραφή, που οι ενοράσεις του Ιάπωνα συγγραφέα στοίχειωσαν για πάντα τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, καθώς σηματοδότησαν το χέρι ενός μείζονος λογοτέχνη, ο οποίος κατάφερε να μετατρέψει τις εναγώνιες αποτυπώσεις μιας άγονης ακόμα ομοφυλοφιλικής ταυτότητας σε ποιητικό οδηγό, αναζητώντας ταυτόχρονα τον Ρίλκε και τον Ζενέ ηχηρά («Το σώμα μου έτρεμε από μια παράξενη θλίψη. Καιγόμουν από μια μοναξιά τόσο φλογερή όσο ο ίδιος ο ήλιος»).

Εξομολογήσεις μιας μάσκας: Η σεξουαλική αυτοβιογραφία του Γιούκιο Μισίμα Facebook Twitter
Ο Γιούκιο Μισίμα και o Ταντανόρι Γιόκου, Τόκιο, 1968. Φωτ: Kishin Shinoyama

Ομολογεί, ωστόσο, πως η ενοχή που έτρεφε για τη σεξουαλικότητά του δεν είναι αυτή της δυτικής επεξεργασμένης ψυχικής αστάθειας που περιγράφει ο Στέφαν Τσβάιχ στα μυθιστορήματά του αλλά ενείχε μια ένταση που μάλλον αποκτούσε σχεδόν νιτσεϊκά χαρακτηριστικά – με άλλα λόγια τον έκανε να πηγαίνει ένα βήμα μπροστά από το ανθρώπινο είδος. Η πρώιμη αυτή αλαζονεία, αποτέλεσμα της αποστασιοποίησης από τους συνομηλίκους του, εμποτισμένη με έντονα στοιχεία αμφιβολίας, μετατράπηκε έτσι σε ένα ιδιόμορφο μπουσίντο, αυτή την υψιπετή συμπεριφορά της ιαπωνικής ελίτ, συνώνυμη των ευγενών και ενός υψηλών αξιώσεων συγγραφέα. Μακριά από τα εύκολα, δυτικότροπα, ψυχαναλυτικού τύπου συμπεράσματα, ο Μισίμα μετέτρεψε τον εαυτό του σε ζωντανό, θεατρικό δρώμενο, τελετουργική επεξεργασία, εμπύρετο λεκτικό παραλήρημα σαν αυτά που ποτίζουν τις ποιητικές στιγμές των Εξομολογήσεών του, ακόμα και όταν παραδέχεται ότι έφτασε στο ύψιστο σημείο κυνισμού να αδιαφορεί ακόμα και για τις αντιδράσεις των υπολοίπων απέναντί του. Δεν ήταν ο φόβος των επιπτώσεων που καθοδηγούσε τις πράξεις του αλλά η εσωτερική ανάγκη να μη διασαλεύσει την τάξη πραγμάτων.

Αλλά και πάλι, η εμμονή με τον θάνατο δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα μιας ιδιόμορφης προσωπικής σκέψης όσο η συνέχεια μιας κανονικότητας που έκανε τους Ιάπωνες να οσμίζονται το αίμα σε κάθε τους βήμα: οι νεκροί των πολέμων μετέτρεψε, όπως παραδέχεται ο Μισίμα, την καθημερινότητά τους σε μια αναγκαστική μελέτη θανάτου, χαρίζοντάς τους μια πρώιμη εσωτερική ωριμότητα. Η ζωή μας, λέει, «έμοιαζε με αλμυρή λίμνη από την οποία το περισσότερο νερό είχε ξαφνικά εξατμιστεί, αφήνοντας τόσο πυκνή συγκέντρωση αλατιού που τα σώματά μας επέπλεαν νωχελικά στην επιφάνεια». Για έναν τόσο σωματικό στις περιγραφές του συγγραφέα, η φράση αυτή είναι ακόμα πιο σημαντική από τον αριστοτελικό ορισμό της ευτυχίας ή τη σωκρατική θέαση της υψηλής, στοχαστικής θέασης της ψυχής. Άλλωστε, ο πνευματικός τρόπος ζωής του Μισίμα, πολύ κοντά σε αυτό που η Γιουρσενάρ θεωρούσε ως στωικού τύπου κοσμοθεωρία, δεν απαιτούσε περιττές κουβέντες αλλά πράξεις: απόδειξη ότι οι φαντασιώσεις του υλοποιήθηκαν στο ακέραιο όχι μόνο όσον αφορά τις σεξουαλικές εμμονές αλλά και με την Ένωση της Ασπίδας, δηλαδή τους δικούς του στρατιώτες, τους οποίους έντυνε με στολές που έραβε ο ίδιος, κάτι που έκανε καλλιτέχνες, όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι, να τον μετατρέψουν σε στυλιστικό σύμβολο και σημείο αναφοράς. Είναι η ίδια κοσμοθεωρία που τον έκανε, αφού επιδόθηκε στο περίφημο σεπούκου με το ιαπωνικό μαχαίρι τόντο, να επιβάλει στον σύντροφό του, υπολοχαγό Χίσο Μορίχο, να τον θανατώσει με το αυτοκρατορικό σπαθί, επιβεβαιώνοντας ένα προαποφασισμένο σενάριο που είχε γράψει από νωρίς για την κατάληξη του βίου του, όπως διαφαίνεται και από τις Εξομολογήσεις μιας μάσκας. Με αυτόν τον τρόπο γλίτωσε το «μαρτύριο που τον περίμενε» στη διαδρομή, όπως γράφει χαρακτηριστικά, αποδεικνύοντας στην πράξη «ότι η σφραγίδα που είχε βάλει πάνω του η Μοίρα ήταν ακριβώς το τεκμήριο του αποχωρισμού του από όλους τους κοινούς ανθρώπους της γης».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τα καλύτερα της χρονιάς – Λογοτεχνία

Βιβλίο / Λογοτεχνία: Αυτά είναι τα καλύτερα (και τα πιο αγαπημένα μας) για το 2023

21 πολύτιμες επιλογές από τον τομέα της λογοτεχνίας που ξεχωρίσαμε από τη χρονιά που πέρασε. Νέοι Έλληνες συγγραφείς, νέες μεταφράσεις κλασικών αριστουργημάτων και η επιστροφή των μεγάλων συγγραφέων του καιρού μας με νέα βιβλία.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ & ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
ΕΥΠΩΛΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Βιβλίο / Διαβάζει λογοτεχνία και ποίηση η gen Z;

Άραγε μπορεί η γενιά Ζ, η οποία μεγάλωσε μπροστά σε μια οθόνη, ταυτίζεται με το διαδίκτυο, κάνει πολλά πράγματα συγχρόνως (multitasking) και που το καλύτερο δώρο που μπορείς να της κάνεις είναι ένα τελευταίας τεχνολογίας gadget, να αναγνωρίζει την ανεκτίμητη αξία του βιβλίου, να επενδύει στην ανάγνωση ως μορφή ψυχαγωγίας, να επιλέγει το βιβλίο ως πηγή γνώσης, πληροφοριών αλλά και ως έναν μοναδικό τρόπο χαλάρωσης;
ΑΝΝΑ ΚΟΚΟΡΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ