Βισουάβα Σιμπόρσκα: Μεγάλη ποίηση για τους ανυπεράσπιστους θνητούς Facebook Twitter
«Η ζωή εδώ και τώρα./ Παράσταση δίχως πρόβα./ Σώμα δίχως δοκιμή./ Κεφάλι δίχως περίσκεψη / Δεν ξέρω τον ρόλο που παίζω./ Ξέρω μόνο ότι είναι δικός μου, δεν ανταλλάσσεται».

Βισουάβα Σιμπόρσκα: Μεγάλη ποίηση για τους ανυπεράσπιστους θνητούς

0

Μικρά ανυπότακτα όντα, έντομα, παράξενα ζώα και περήφανα αγάλματα, με άλλα λόγια ένας πλούσιος κόσμος, που διαφεύγει πάντα επειδή είναι πάντα απτός, έρχεται να διακοσμήσει τη βαθιά υπαρξιακή ποίηση της Βισουάβα Σιμπόρσκα, που γλωσσικά δεν χρειάζεται σχεδόν καθόλου φτιασίδια ακριβώς επειδή μιλάει για θέματα συμπαντικά: τον έρωτα, την αγωνία της ζωής και τον θάνατο.

Με μια γλώσσα απέριττη και απλή ώστε να απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, η βραβευμένη με Νόμπελ το 1996 ποιήτρια σκάλισε πάνω στις φαγωμένες από την πολιτική κυριολεξία λέξεις νοήματα παράδοξα σαν τα γλωσσικά παίγνια των φιλοσόφων και σαν τους κώδικες που ήξεραν να σπάνε όχι οι κατάσκοποι που κατέκλυσαν τη χώρα της αλλά αποκλειστικά οι ποιητές. Μόνο που τα κρυμμένα νοήματα δεν αποκάλυπταν κάποιο μυστικό μέσα στην ειρωνεία της αποσύνθεσής τους, ίσως γιατί για την ίδια ήταν πάντα προφανές ότι το σημαντικό και το σπουδαίο κρύβονται σε αυτό που είναι τώρα εδώ, στην ανθρώπινη στιγμή που χάνεται πίσω από την αιωνιότητα.

Ελάχιστοι, άλλωστε, κατάφεραν να αφουγκραστούν την παντοδυναμία που κρύβει η ζωή μέσα στη φευγαλέα πεμπτουσία της όσο αυτή η ανεπανάληπτη Πολωνή: «Η ζωή εδώ και τώρα./ Παράσταση δίχως πρόβα./ Σώμα δίχως δοκιμή./ Κεφάλι δίχως περίσκεψη / Δεν ξέρω τον ρόλο που παίζω./ Ξέρω μόνο ότι είναι δικός μου, δεν ανταλλάσσεται».

Η βαθιά της αφοσίωση στην ποίηση ως απαράμιλλη στάση ζωής την απομάκρυνε τόσο από τα κομματικά στρατόπεδα, με τα οποία είχε συμπαραταχθεί για κάποιο διάστημα μετά το όνειδος του γερμανικού φασισμού, όσο και από τα αστραφτερά λογοτεχνικά σαλόνια.
 

Γι’ αυτό και η ποίηση της Σιμπόρσκα δεν ήταν ποτέ το αποτέλεσμα ενός κυρίαρχου zeitgeist (πνεύμα των καιρών) ή μιας τάσης αλλά άντεξε στον χρόνο, δικαιώνοντας κάθε φορά την απόφαση για μια ακόμα έκδοση, όπως αυτή της πανηγυρικά συγκεντρωτικής στα ελληνικά με τον χαρακτηριστικό τίτλο Η ζωή εδώ και τώρα - Ποιήματα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μια ανθολογία αντάξια του ονόματός της, σε μετάφραση της Μπεάτας Ζούλκιεβιτς.

Πολυμεταφρασμένη στις γλώσσες όλου του κόσμου, ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αμερική, με το όνομά της να εξακολουθεί να δεσπόζει, σχεδόν μια δεκαετία μετά τον θάνατο της, σε διάφορες εκδόσεις και μελέτες, αγαπημένη των Γερμανών, των Γάλλων και των Ιαπώνων, η Σιμπόρσκα δεν έπαψε να μεταφράζεται ποτέ και στην Ελλάδα (κυρίως από τον Βασίλη Καραβίτη). Αποτέλεσε, μαζί με τον Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και τον Ταντέους Ρουζέβιτς, τη λεγόμενη «αγία τριάδα της πολωνικής ποίησης», με την καρδιά της να μένει βαθιά ριζωμένη στα νοτισμένα από την υγρασία σύμπαντα της Κρακοβίας, αλλά το μυαλό της να διατηρεί αυτούσιο ένα θεωρητικό οπλοστάσιο που την έφερνε κοντά στην αρχαία Ελλάδα.

Αντίστοιχα και η ποίησή της, ακροβατώντας μεταξύ του φιλοσοφικού σκεπτικισμού και του υπαρξιακού χιούμορ, κατάφερε να διαμορφώσει τη δική της, ιδιότυπη δύναμη: διαρθρωμένη σε μια πόλη που τη δόξασαν αυτοκράτορες και που έξω από τα περίχωρά της υπάρχουν ακόμα τα απομεινάρια του Άουσβιτς, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ψέματα ή εξωραϊσμούς. Τα κλισέ που έφτιαξε η ανθρωπότητα για παρηγοριά ακυρώνονται από τους γεμάτους αμφιβολίες στίχους αλλά και από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία.

η ζωή εδώ και τώρα
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Βισουάβα Σιμπόρσκα, Η ζωή εδώ και τώρα, Μεταφ.: Μπεάτα Ζουλκιεβιτς, Εκδόσεις Καστανιώτη

Εξού και ότι στην κυρία που ρωτάει με εντελώς κοινότοπο τρόπο την ποιήτρια στο Λεξιλόγιο για την Πολωνία, εκείνη απαντά ότι στη χώρα της δεν κάνει καθόλου κρύο, γιατί οι ποιητές βγάζουν τα γάντια όταν το φεγγάρι θερμαίνεται.

Ο σουρεαλισμός διαπερνά τους στίχους της όχι μέσα από βαρυσήμαντες στοχαστικές απαντήσεις αλλά μέσα από την ειρωνεία και κωμικές μορφές όπως αυτές του Μπάστερ Κίτον, που αλλού εμφανίζεται ως ρωμαλέα ποιητική περσόνα. Η ίδια, άλλωστε, επέμενε στην επιτύμβια στήλη της να αναγράφεται πως «εδώ κείτεται παλιομοδίτικη σαν υποστιγμή η συγγραφέας μερικών στροφών», χωρίς να θέλει να δρέψει δάφνες. Απόδειξη ότι ένιωσε άσχημα στο άκουσμα της νίκης του βραβείου Νόμπελ, το οποίο θα προτιμούσε να είχε αποδοθεί σε κάποιον άλλον συμπατριώτη της.

Η βαθιά της αφοσίωση στην ποίηση ως απαράμιλλη στάση ζωής την απομάκρυνε τόσο από τα κομματικά στρατόπεδα, με τα οποία είχε συμπαραταχθεί για κάποιο διάστημα μετά το όνειδος του γερμανικού φασισμού, όσο και από τα αστραφτερά λογοτεχνικά σαλόνια. Σαν μια ατίθαση δραπέτισσα στην καρδιά του μεταφυσικού, σε μια χώρα που δεν ξέφυγε ποτέ από τις συμπαντικές της αλήθειες ‒καθολικισμός και σοσιαλιστικός ρεαλισμός‒, η σπουδαία Σιμπόρσκα φάνηκε να περιδιαβαίνει όλη της την παράδοση για να αποκαλύψει το σφάλμα των βεβαιοτήτων της, αρνούμενη την αλήθεια των κυρίαρχων ιδεολογιών και υπερασπιζόμενη την πολύτιμη επισφάλεια της αποδόμησής τους.

Η εμμονή στην πεπτωκυία φύση ή στη διαρκή αποτυχία, που κυριαρχεί στην ποίησή της, είναι που σε προκαλεί να προσηλωθείς, να μην ξεχνάς, να θυμάσαι τη θνητότητα που παραμονεύει παντού. Σου γεννάει την επιθυμία να ξαναδείς τη ζωή από την αρχή, αφού ο θάνατος είναι συμπαντικός και ταυτόσημος μέσα στην ανωνυμία που συνοδεύει όλους εμάς, αμαρτωλούς και αθώους, ενόχους και θνητούς.

Μόνο η ισότητα στον πόνο και τον έρωτα και η παραίτηση απ’ όλα είναι που αποδίδουν δικαιοσύνη στον θάνατο και άρα στην αλήθεια της ζωής. Γιατί ο θάνατος «δεν καταλαβαίνει από αστεία / άστρα, γέφυρες / υφαντική, εξόρυξη, γεωργία,/ κατασκευή πλοίων και ψήσιμο κέικ./ Στις συζητήσεις μας για το αύριο / παρεμβαίνει με την τελευταία του λέξη,/ εκτός θέματος»

Και αυτά η ίδια τα επεξεργάζεται με το αίσθημα της παράταιρης ευθύνης και της αμφιβολίας σαν μια παράξενη Κασσάνδρα ‒«Είμαι εγώ η Κασσάνδρα./ Κι αυτή είναι η πόλη μου κάτω από τις στάχτες»‒ που παραμονεύει απλώς για να προφητεύσει αυτό που είναι πάντοτε εκεί και να πλέξει, μέσα από εκλεπτυσμένες υφάνσεις, τα κατάλληλα ερωτήματα: «Δεν γνωρίζω τα παιχνίδια της καρδιάς / Δεν γνωρίζω τη γύμνια του πατέρα των παιδιών μου./ Δεν φαντάζομαι το Άσμα Ασμάτων / να κρύβει ένα ασαφές, γεμάτο μουντζούρες χειρόγραφο,/ Αυτά που θέλω να πω περιέρχονται σε έτοιμες προτάσεις./ Δεν χρησιμοποιώ την απελπισία γιατί δεν μου ανήκει / μου την έχουν εμπιστευτεί μόνο για τη φυλάω./ Ακόμη κι αν μου κόψεις το δρόμο,/ ακόμη κι αν με κοιτάξεις στα μάτια,/ θα σε προσπεράσω στο χείλος της πιο στενής κι απ’ την τρίχα / αβύσσου».

Σαν να υπερίπταται σχεδόν πάνω από την άβυσσο, έχοντας, ως ποιήτρια, μια προνομιακή θέση όσον αφορά τη θέαση της μοίρας των ανθρώπων, που σχεδόν της δόθηκε ως χάρη. Ξέρει ότι αποκεί τα πάντα μοιάζουν αμελητέα, αλλά τόσο ισχυρά όσο ένα χάδι, ένα ερωτικό φίλημα ή μια ανάσα. Αυτά μένουν ως απαράγραπτες αλήθειες στις μνήμες και θα μας συνοδεύσουν στον θάνατό μας, που θα επέλθει ξαφνικά, όταν η ζωή θα είναι ανυπόφορα παρούσα. 

Βισουάβα Σιμπόρσκα: Μεγάλη ποίηση για τους ανυπεράσπιστους θνητούς Facebook Twitter
H Szymborska στο σπίτι της στην Κρακοβία, το 1984. Φωτ.: Kim Manresa

Αντίστοιχα με τον Όντεν, που σε έναν διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ έβλεπε την παντοδυναμία της ζωής τη στιγμή του θανάτου, έτσι και στις «Δυο μαϊμούδες του Μπρέγκελ», ποίημα που πρωτοέκανε γνωστό, αποδίδοντάς το στα ελληνικά, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, με τις δύο αποστασιοποιημένες από τα εγκόσμια μαϊμούδες να στέκονται αλυσοδεμένες στο περβάζι ενός φρουρίου που βλέπει στον γεμάτο πλοιάρια και ελεύθερα πουλιά ποταμό Σελντ, η Σιμπόρσκα διακρίνει ένα απαράμιλλο μήνυμα ζωής: «Έτσι μοιάζει το μεγάλο μου όνειρο για τις απολυτήριές μου / εξετάσεις:/ δυο μαϊμούδες κάθονται αλυσοδεμένες στο παράθυρο,/ πίσω απ’ το παράθυρο ίπταται ο ουρανός / και κάνει μπάνιο η θάλασσα./ Δίνω το μάθημα της Ιστορίας των Ανθρώπων./ Μπερδεύω τα λόγια μου και κομπιάζω».

Ο κόσμος της απουσίας φαίνεται πολύ πιο έντονα όταν μετριέται με την παντοκρατορία της ζωής που επιμένει να δηλώνει πανταχού παρούσα, ειδικά στα άδεια από την ανθρώπινη παρουσία δωμάτια, και αυτό φαίνεται περίτρανα τόσο στο «Δωμάτιο του αυτόχειρα» όσο και στο διάσημο πλέον ποίημά της «Η γάτα στο άδειο δωμάτιο». 

Γάτες, μαϊμούδες, πουλιά, ακίνητα γεράκια, διαμορφώνουν το απέραντο, βιταλιστικό σύμπαν που άνθισε στην καρδιά της ποίησης της Σιμπόρσκα, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς αναζωογόνησης, ακόμα και όταν όλα τα σκεπάζει ο θάνατος.

Αυτός ο παράδοξα ξέφρενος μυστικισμός που διαπερνά αυτόν και όχι τον άλλο κόσμο είναι που επηρέασε στην πορεία Πολωνούς ποιητές και μυθιστοριογράφους, όπως και την επίσης νομπελίστρια Τοκάρτσουκ, φτιάχνοντας μια ισχυρή παράδοση: ήδη από το «Κάλεσμα στο Γέτι» (1957), η Σιμπόρσκα είχε αποφασίσει να περάσει στον κόσμο της φύσης από αυτόν της πολιτικής, διαχωρίζοντας τη συμβολική παρουσία της. Ο ανεξάντλητος, πολύφερνος αυτός πλούτος, αυτή η βιταλιστική ενέργεια, διοχετεύονται αυτούσια στην ποίησή της και ανάγονται σε μόνιμο σύμβολο, το οποίο ύψωσε πάνω από τα βραβεία κατά την ομιλία αποδοχής του Νόμπελ, λέγοντας πως ό,τι και να σκεφτόμαστε γι’ αυτόν τον κόσμο, «για τους χώρους του, τους οποίους διαπερνά η ακτινοβολία των άστρων, των άστρων που γύρω τους ήδη άρχισαν να ανακαλύπτονται κάποιοι πλανήτες ‒ νεκροί ήδη; νεκροί ακόμα; άγνωστο: ό,τι και να σκεφτόμαστε γι’ αυτό το ατέρμονο θέατρο, για το οποίο ναι μεν έχουμε εισιτήριο, αλλά με λήξη τόσο αστεία σύντομη, περιορισμένη σε δύο αμετάκλητες ημερομηνίες: ό,τι άλλο ακόμα και να σκεφτόμαστε γι’ αυτόν τον κόσμο, αυτός είναι καταπληκτικός».

Σίγουρα αυτό ισχύει και σίγουρα γίνεται ακόμα πιο καταπληκτικός και πλουσιότερος με την ποίησή της.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ