Η αγάπη της για το ελληνικό φως, τη θάλασσα, το Αιγαίο, την έκανε να μάθει όσο γίνεται περισσότερα για τις Κυκλάδες και τον πολιτισμό τους. «Τα κυκλαδικά ειδώλια μου άρεσαν τρομερά. Με συγκινούσαν. Μιλούσαν στην καρδιά μου. Ενώ ήταν καμωμένα τόσο παλιά, από την άλλη ήταν τόσο κοντά στη μοντέρνα τέχνη. Πάνω από όλα με τράβαγε το μυστήριο που έκρυβαν. Τι αντιπροσώπευαν; Ποια ήταν η καταγωγή τους... Το πρώτο που έπιασα το ερωτεύθηκα. Μετά κάθε καινούργιο είναι σαν ένα νέο παιδί που θέλει μια ξεχωριστή φροντίδα». Η ιστορία της Ντόλλης Γουλανδρή είναι απόλυτα ταυτισμένη, και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, με τα «κουκλάκια», όπως τα έλεγαν οι νησιώτες στις αρχές του 20ού αιώνα, και το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

H Αικατερίνη Κουμάνταρου γεννήθηκε το 1921. Κόρη του Σπαρτιάτη Ιωάννη Κουμάνταρου και της Σαντορινιάς Φλώρας Νομικού. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας, πέρασε τα παιδικά της χρόνια σε Λονδίνο και Αμερική. Ξεκίνησε σπουδές αρχαιολογίας στο Columbia που διέκοψε όμως εξαιτίας του γάμου της με τον μεγαλοεφοπλιστή Νίκο Γουλανδρή. Μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Πέτρο. Ο Ανδριώτης Γουλανδρής αγαπούσε πολύ τη θάλασσα, το νησί του, το ψάρεμα και τον Ολυμπιακό. Διατέλεσε μάλιστα και πρόεδρος του συλλόγου σε μια πολύ επιτυχημένη περίοδο. Μεγάλη του αδυναμία, όμως, ήταν η σύζυγός του της οποίας, όπως λένε, ποτέ δεν χαλούσε χατίρι. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής έχει αποκτηθεί με χρήματα του Γουλανδρή, αφού το ζευγάρι δεν ήθελε να δει με τίποτα τα ειδώλια να φεύγουν για το εξωτερικό. Για την προσφορά του άνδρα της, η Ντόλλη Γουλανδρή έδωσε το όνομά του στο ίδρυμα του μουσείου.

Από το 1960 ξεκίνησε μαζί με το σύζυγό της τη συγκρότηση συλλογής αρχαίων αντικειμένων. Το 1962 η συλλογή απέκτησε νομική υπόσταση με τη χορήγηση, από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, «άδειας ιδιωτικού συλλογέως στην Αικατερίνη Ν. Γουλανδρή». Ο στενός φίλος της και αρχαιολόγος Γιάννης Παπαδημητρίου της συνέστησε τότε να σταματήσει να ασχολείται με την κυκλαδική περίοδο, αμφισβητώντας το αν αυτά τα αγαλματίδια έχουν τόσο μεγάλη αξία. Ο καθηγητής Χρήστος Ντούμας κατέγραψε τη συλλογή και δημοσίευσε τον κατάλογο το 1967. Μετά από μια δεκαετία, το 1978, η συλλογή εκτέθηκε στο Μουσείο Μπενάκη. Ακολούθησαν μεγάλα μουσεία από την Αμερική μέχρι την Ιαπωνία. Η «έξωθεν μαρτυρία» βοήθησε την Ντόλλη Γουλανδρή να συνειδητοποιήσει την αξία της συλλογής και η κατασκευή ενός μουσείου της έγινε έμμονη ιδέα. Το 1985 η Αικ. Γουλανδρή ίδρυσε το Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή, στο οποίο και δώρισε τη Συλλογή Κυκλαδικής και Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης. Τον ίδιο χρόνο ολοκληρώθηκε το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στο νεότευκτο κτήριο της Νεοφύτου Δούκα, ειδικά κατασκευασμένο για τη μόνιμη έκθεση και φύλαξη όλων των αντικειμένων της συλλογής.

Τα εγκαίνια του μουσείου έγιναν στις 26 Ιανουαρίου του 1965. Από τότε, ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, δεν θα λείψει ποτέ. Από τις 10 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα πρόσεχε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Ήταν από τους λίγους συλλέκτες που θεωρούσαν ότι μια συλλογή ανήκει σε όλους. Με το μουσείο τα ειδώλια βρήκαν το σπίτι τους. Ένα σπίτι, όμως, που το γνώριζε καλύτερα από το δικό της. «Ένα μουσείο είναι νεκρό πράγμα αν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται» έλεγε. «Ο αγαθός δαίμων του μουσείου», έτσι τη χαρακτήριζαν. Πίστευε ότι το ίδρυμα, εκτός από την έρευνα, πρέπει να δραστηριοποιείται και στον τομέα της εκπαίδευσης. Ήθελε να είναι εξωστρεφές και ανοιχτό κυρίως στα παιδιά, διοργανώνοντας εκατοντάδες εκπαιδευτικά προγράμματα.

Παρά τις τιμητικές διακρίσεις που είχε λάβει, παρέμενε σεμνή. Περνούσε τα καλοκαίρια της στο Ρευματονήσι, μεταξύ Πάρου και Αντιπάρου. Κολυμπούσε με τις ώρες και το βράδυ έπαιζε μπιρίμπα με φίλους. Κάθε φορά πριν βγάλει ένα λόγο είχε μεγάλο τρακ. Όταν ο Μιχάλης Κακογιάννης της έλεγε να υψώσει τη φωνή, απαντούσε πως «είναι μια υπέρβαση που δεν μπορώ να την κάνω». Μετά από κάθε επιτυχημένη έκθεση γυρνούσε έκθαμβη προς τους συνεργάτες της -που εκτιμούσε βαθιά- και ρωτούσε σαν μικρό κοριτσάκι: «Αλήθεια εμείς τα έχουμε κατορθώσει όλα αυτά;». Η Ντόλλη Γουλανδρή, σύμφωνα με τον Άγγελο Δεληβοριά, έχει πετύχει και άλλα πολλά: Έθεσε φραγμό στην παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων που ήταν σε μεγάλη έξαρση τη δεκαετία του '60, έδωσε επιστημονική ώθηση για την έρευνα του κυκλαδικού υλικού και την υποδειγματική οργάνωση ενός μουσείου που ανέτρεψε την καθεστηκυία τάξη.

Τελευταία σχεδίαζε μια έκθεση για τον έρωτα και την τέχνη. «Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο από τις κινητήριες δυνάμεις της ζωής» έλεγε. «Αντιμετωπίζουμε το θάνατο με τον έρωτα. Εφόσον ερωτευθήκαμε, μπορούμε να αντέξουμε το τέλος». Όταν οι γιατροί της ανακοίνωσαν τη διάγνωση απάντησε «έτσι κι αλλιώς από κάτι πεθαίνει κανείς» και επέστρεψε στο μουσείο. Από τότε φρόντισε όσα περισσότερα προλάβαινε για το μεγάλο έρωτά της, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Πέθανε πλήρης ημερών στις 15 Φεβρουαρίου του 2008, στα 87 της χρόνια, πιστεύοντας πως «δεν θα χαθεί το μουσείο αν δεν είμαι εγώ. Δεν ξέρω αν άξιζε που αφιέρωσα τη ζωή μου σε αυτό, αλλά το έκανα. Δεν μπορώ να γυρίσω τώρα πίσω. Αν έκανα κάτι καλό ή κακό, θα φανεί στο διάστημα του χρόνου».