Το 1961, ο 16χρονος Bob αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας μουσικός, επηρεασμένος από την επιτυχία του Jimmy Cliff...
Το 1961, ο 16χρονος Bob αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας μουσικός, επηρεασμένος από την επιτυχία του Jimmy Cliff...

 

Ο απόλυτος σούπερ σταρ του τρίτου κόσμου γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στην Τζαμάικα και μεγάλωσε ακούγοντας το χορευτικό ska – ένα μουσικό ύφος που προέκυψε όταν οι τζαμαϊκανοί DJs ανακάτεψαν τους ήχους του σουίνγκ, του bebop, του r'n'b και της σόουλ με το τοπικό μουσικό ιδίωμα mento. Το 1961, ο 16χρονος Bob αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας μουσικός, επηρεασμένος από την επιτυχία του Jimmy Cliff. Μαζί με τον Bunny Wailer και τον Peter Tosh έφτιαξαν τους Wailing Wailers, τους οποίους ανέλαβε ο χαρισματικός παραγωγός Lee «Scratch» Perry, τέλη της δεκαετίας του '60. Κι ενώ όλη η Τζαμάικα χόρευε πια rocksteady, οι Wailers ταξίδεψαν ως τη μητρόπολη της μουσικής, το Λονδίνο, όπου υπέγραψαν με την Island. To «Catch a Fire», ηχογραφημένο το 1973 στην Τζαμάικα, έβαλε τη ρέγκε στον παγκόσμιο χάρτη της μουσικής. Το αστέρι του Marley θα έλαμπε όλο και πιο φωτεινό για μια οκταετία ακόμα. Το 1977 διαγνώστηκε με κακόηθες μελάνωμα στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, αλλά αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό του δαχτύλου λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Συνέχισε όμως τις περιοδείες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και στο διάστημα ως τον θάνατό του, στις 11 Μαΐου 1981, ηχογράφησε μερικούς από τους πιο σημαντικούς δίσκους του («Kaya», «Survival», «Uprising»).

 

Στα 36 χρόνια της ζωής του, εκτός της αμιγώς μουσικής προσφοράς του, κατάφερε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες ημι-πολιτικές φατρίες της Τζαμάικας, τους σκληρούς Λονδρέζους skinheads/punks με τους τζαμαϊκανούς μουσικούς...


Το «Easy Skanking in Boston '78» περιέχει ηχογραφήσεις από τις δύο συναυλίες που έκανε ο Marley στη Βοστώνη στις 8 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς και κυκλοφορεί σε CD/DVD ή απλό CD. Στο DVD υπάρχει το μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας, όπως την απαθανάτισε με μια φορητή κάμερα ένας θαυμαστής, ο οποίος, με άδεια του Marley, στεκόταν μπροστά στη σκηνή. Η σκηνική παρουσία του Bob και ο μαγνητισμός που εξέπεμπε ως προσωπικότητα είναι η απάντηση στο ερώτημα τι ήταν ο Bob Marley: ποιητής, προφήτης ή επαναστάτης; Και τα τρία, αναμφίβολα. Ποίηση δεν είναι οι ακατανόητοι στίχοι. Ποίηση είναι το «Redemption Song», το «Concrete Jungle», το «No Woman, No Cry». Και μπορεί οι προφητείες που είχαν σχέση με την μπερδεμένη ιδεολογία του ρασταφαριανισμού να ήταν σαθρές, αλλά το προσωπικό παράδειγμα του Marley, το βαθιά πολιτικό ενδιαφέρον του για την Τζαμάικα και τον τρίτο κόσμο, η ελπίδα που μεταλαμπάδευσε σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη, τον καθιστούν αληθινό προφήτη και επαναστάτη της φυλετικής και ταξικής ισότητας. Στα 36 χρόνια της ζωής του, εκτός της αμιγώς μουσικής προσφοράς του, κατάφερε να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες ημι-πολιτικές φατρίες της Τζαμάικας, τους σκληρούς Λονδρέζους skinheads/punks με τους τζαμαϊκανούς μουσικούς, επηρεάζοντας τη γενιά των πολιτικοποιημένων punk συγκροτημάτων (Clash, Specials, Slits, Ruts), και να δημιουργήσει ένα πρότυπο προσωπικής και φυλετικής περηφάνιας και αξιοπρέπειας. Ή, όπως έλεγε στο «Redemption Song»: «Χειραφετηθείτε από την πνευματική σκλαβιά, μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να ελευθερώσουμε το μυαλό μας».


Το πρώτο άλμπουμ του Bob Marley και των Wailers, με τίτλο «Easy Skanking in Boston '78» βγήκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1978. Κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 17 Φεβρουαρίου του 2015.

 

Τι άλλο καλό κυκλοφορεί;

 

Mavericks - Μono
Ξεκίνησαν από το Μαϊάμι ως συγκρότημα neo-country, αλλά ο ήχος τους έχει το κεφάτο χορευτικό ύφος που βλέπουμε στις πρώτες rock'n'roll ταινίες. Με επιρροές τον Roy Orbison, τον Johnny Cash και τον Hank Williams, μετακόμισαν το 1991 στο Νάσβιλ και από τρίο αναπτύχθηκαν σε κουιντέτο. Τα rockabilly και τα λάτιν στοιχεία –ή, μάλλον, τα tejano, για να είμαστε πιο ακριβείς, και να αποδώσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Richie Valens– κάνουν τη μουσική τους ιδανικό σάουντρακ για ξέφρενα πάρτι, αφού το κέφι της μπάντας και η φωνάρα του Raoul Malo ξεσηκώνουν και τον πιο νωθρό ακροατή. Μετά από οκταετή διάλυση, επανασυνδέθηκαν το 2011 κι έγραψαν δύο άλμπουμ που αποδεικνύουν ότι είναι ακόμα αξιόμαχοι («In Time»-2013, και «Mono»-2015). Όταν τους ακούς για πρώτη φορά, νομίζεις ότι πρόκειται για side-project των Los Lobos, αλλά οι Mavericks είναι λιγότερο δυσοίωνοι από τους πρώτους, πιο ερωτύλοι, παιχνιδιάρηδες και swing-άτοι, αφού τη σκληράδα της κιθάρας μαλακώνει η horn section και το ακορντεόν. Από τα 12 ξεσηκωτικά κομμάτια, ξεχωρίζουν η latin-polka «Waiting the world to end» (που μιλάει για τον Τιτανικό που βυθίζεται), η διασκευή «Nitty Gritty» του Dough Sam, το ska «What you do to me», και το απόλυτο must, το πρώτο σινγκλ του δίσκου, «All Night Long».

 

Surf City - Jekyll Island
Νεοζηλανδοί εκπρόσωποι του new kiwi rock – «kiwi rock »ονομάζεται η ρoκ μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας. Εκεί στους Αντίποδες, ήδη από τη δεκαετία του '80, τα συγκροτήματα είχαν υιοθετήσει τις jangle κιθάρες του surf, ενσωματώνοντάς τες στο indie rock τους. Οι Surf City, για παράδειγμα, είναι προφανές ότι μεγάλωσαν με τους Byrds και τους Go-Betweens αλλά και με τους Pixies και τους Jesus and Mary Chain – από ένα b-side των οποίων διάλεξαν το όνομά τους. Η μελωδική γραμμή που ανατρέπει με έξυπνο τρόπο τη συμβατική μελωδικότητα θυμίζει τους Yo La Tengo και πολλοί επισημαίνουν το motorik beat στον ήχο τους (τα 4/4 που χαρακτηρίζουν το kraut rock). Ο δίσκος προαναγγέλλει τη λιακάδα που θα έρθει –η άνοιξη πλησιάζει, δεν θέλω αντιρρήσεις!–, είναι ηλιόλουστος και πoπ, οι κιθάρες του ακούγονται fuzzy, ο τραγουδιστής Davin Stoddard τραγουδάει ηθελημένα μονότονα, η rhythm section κεντάει. Από το «Jekyll Island» ξεχωρίζουν το «Thumps Up», το «Jesus Elvis Coca Cola» και, φυσικά, το «Beat the Summer Heat», το οποίο ανοίγει το άλμπουμ με ψυχεδελικό στυλ.

 

Father John Misty - I love you honeybear
Ακούγοντας το πρώτο σινγκλ από τον καινούργιο δίσκο του πρώην Fleet Foxie, πήρα ένα μικρό, τόσο δα καλαθάκι. Το «Bored in the USA» είναι πομπώδες και ο Josh Tillman (όπως είναι το αληθινό όνομα του Πατρός John Misty) κλείνει τόσο υπαινικτικά το μάτι στον ακροατή, ώστε νομίζεις ότι έχει πάθει τικ. Παρά τους φόβους μου, ο δεύτερος δίσκος του Misty είναι εξαιρετικός, πολυσυλλεκτικός και συγχρόνως εστιασμένος στο concept του, που είναι ο έρωτας και η απογοήτευση που τον ακολουθεί – αν και του ξεφεύγουν θρησκευτικές αναφορές, κατάλοιπο της ανατροφής του από οικογένεια αναγεννημένων χριστιανών. Εδώ ο Misty απλώνεται σε περισσότερα μουσικά είδη: στο «Chateau Lobby #4» (In C for Two Virgins), για παράδειγμα, τα πνευστά δίνουν μια ατμόσφαιρα Calexico, στο «The night Josh Tillman came to our apt.» επαναφέρει στη ζωή τον Harry Nilsson και στο «When you 're smiling and astride me» βλέπουμε όλο τον κατάλογο της ερωτιάρικης σόουλ των '70s. Μεγάλο πλεονέκτημα του Misty η εύπλαστη, πλούσια φωνητική του γκάμα, κάτι που τον διαχωρίζει σαφώς από άλλους σύγχρονους τραγουδοποιούς (ναι, τον Will Oldham εννοώ, και τον Devendra Banhart).