Από τον Νοέμβριο του ’69 μέχρι τον Μάιο του 2010 ο Δημήτρης Βιδάλης είχε το πιο θρυλικό σαντουιτσάδικο του κέντρου. Ο κύριος Δημήτρης έφτιαξε αμέτρητα σάντουιτς για δύο γενιές φοιτητών, οι οποίοι κατανάλωναν μέχρι και πέντε χιλιάδες «κομμάτια» την ημέρα! Αυτό που έχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, είναι ο τρόπος που έζησε τα επεισόδια όλα αυτά τα χρόνια και η αντιμετώπιση που είχε από ΜΑΤ, αναρχικούς και φοιτητές, οι οποίοι ποτέ δεν άγγιξαν τον ίδιο ή το μαγαζί του. Ακόμα και όταν ρήμαζε η Αθήνα κι έσπαγαν τα πάντα γύρω του, το «Οικογενειακό σάντουιτς» έμενε ανέγγιχτο (και ανοιχτό!), χωρίς καμιά ζημιά ή απώλεια.

 

Βοηθάγαμε πάντα τα παιδιά. Όταν τα κυνηγούσαν οι ασφαλίτες, έρχονταν και κρύβονταν πάνω στο πατάρι. Και τις μέρες πριν από τις 17 τους πηγαίναμε σάντουιτς, νερό, ακόμα και βαζελίνη που μας ζητούσαν. Ήταν όλοι πελάτες του μαγαζιού μου – το 85% των πελατών μου ήταν αυτοί οι φοιτητές.

 

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, την Παρασκευή το βράδυ που ερήμωσε η Αθήνα και το τανκ μπήκε στο Πολυτεχνείο, ο κύριος Δημήτρης κράτησε το μαγαζί ανοιχτό μέχρι τις 10 το βράδυ, ακόμα κι όταν η Αστυνομία απαίτησε να το κλείσει και να πάει στο σπίτι. Παρόλο που έχουν περάσει 40 χρόνια, θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τη συγκεκριμένη μέρα και όσες προηγήθηκαν της εξέγερσης.

 

 

 

«Το μαγαζί μας ήταν το μοναδικό φαγάδικο της περιοχής και βοηθάγαμε πάντα τα παιδιά. Όταν τα κυνηγούσαν οι ασφαλίτες, έρχονταν και κρύβονταν πάνω στο πατάρι. Και τις μέρες πριν από τις 17 τους πηγαίναμε σάντουιτς, νερό, ακόμα και βαζελίνη που μας ζητούσαν. Ήταν όλοι πελάτες του μαγαζιού μου – το 85% των πελατών μου ήταν αυτοί οι φοιτητές. Δεν μάθαινα και πολλά απ’ όσα ετοίμαζαν, δεν μιλάγανε πολύ στο μαγαζί γιατί φοβόντουσαν. Αυτοί που βγαίνανε και ζητάγανε κρυφά βοήθεια δεν μιλούσαν ποτέ. Και νομίζω ότι το μόνο που δεν περίμεναν ήταν το τανκ.

 

Επεισοδιακες επετειοι: Το 1986, που ήταν η πιο άγρια χρονιά και έγιναν οι μεγάλες καταστροφές στο κτίριο του Πολυτεχνείου, με είχαν χτυπήσει κιόλας. Δεν το έκαναν, όμως, επίτηδες.Τα επεισόδια του Πολυτεχνείου ξεκίνησαν μία εβδομάδα πριν. Έβγαιναν τα παιδιά στους δρόμους και φώναζαν συνθήματα κατά της χούντας και η περιοχή πλημμύριζε από Αστυνομία και ασφαλίτες με πολιτικά. Έβλεπες ότι τα πράγματα γίνονταν όλο και πιο δύσκολα. Εκείνη την ημέρα, στις 17, από το απόγευμα μας ζήτησαν να κλείσουμε το μαγαζί και να φύγουμε, αλλά εμείς δεν φύγαμε στις 6, φύγαμε τελευταίοι. Ήμασταν το τελευταίο μαγαζί που έκλεισε στη γειτονιά. Φύγαμε λίγο μετά τις 9:30 και το τανκ μπήκε μέσα τα μεσάνυχτα. Είχε ερημώσει όλη η περιοχή και τότε έγινε η επέμβαση. Μέσα στο μαγαζί είχα για χρόνια μια σφαίρα ενθύμιο από εκείνη τη βραδιά. Είχε τρυπήσει το τζάμι και είχε καρφωθεί στον καθρέφτη. Το επόμενο πρωί που πήγαμε στη γειτονιά δεν μπορούσαμε να ζυγώσουμε, επειδή είχε κάνει η Αστυνομία κλοιό από την Κάνιγγος, την πλατεία Βάθη και το Πεδίον του Άρεως και δεν πέρναγε κανένας. Ήταν λες και είχε πέσει βόμβα. Δοκάρια, ξύλα, πέτρες, όλα πεταμένα παντού. Από το μεσημέρι και μετά άρχισαν να μαζεύουν. Το μαγαζί από το μεσημέρι άνοιξε κανονικά και δουλέψαμε και το Σαββάτο και την Κυριακή –τότε δουλεύαμε 7 ημέρες την εβδομάδα. Δεν κλείναμε ποτέ. Μέχρι και το ’89 το μαγαζί δεν έκλεισε ούτε μία μέρα. Ούτε σε φασαρίες, ούτε σε επεισόδια.

 

Την επόμενη χρονιά, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, στη Στουρνάρη δεν μπορούσες να περπατήσεις, δεν έπεφτε καρφίτσα.  Σιγά-σιγά, με τα χρόνια τα πράγματα τα έκαναν μαντάρα και η επέτειος στο τέλος έγινε σχεδόν εμπορική.

 

Ζημιές δεν μας είχαν κάνει ποτέ στο μαγαζί, δεν μας το χτύπησαν, όπως χτυπάγανε άλλα μαγαζιά. Το 1986, που ήταν η πιο άγρια χρονιά και έγιναν οι μεγάλες καταστροφές στο κτίριο του Πολυτεχνείου, με είχαν χτυπήσει κιόλας. Δεν το έκαναν, όμως, επίτηδες. Είχαν παρκάρει ένα βαν της κρατικής τηλεόρασης έξω απ’ το μαγαζί. Βγήκα και τους είπα “μην το αφήσετε εδώ, θα το κάψουν” και ήταν λες και το έκαναν επίτηδες. Το πήραν χαμπάρι οι άλλοι από μέσα και βγήκαν και πέταγαν πέτρες και φωτιές. Μέσα στον χαμό, και επειδή είχαμε ρολά ανοιχτά, μου λέει ο θείος μου “βγες να τα κλείσεις”. Πετάει ένας μία πέτρα, κάνει γκελ πάνω στο καπό του βαν, περνάει από το ρολό, σπάει μια λάμπα φθορίου και πέφτουν όλα τα γυαλιά πάνω μου. Κόπηκα παντού, στα χέρια, στο πρόσωπο, γέμισα αίματα και σημάδια που έχω ακόμα. Αφού πήγα στο Πρώτων Βοηθειών και μου έδεσαν τις πληγές, μπήκα στο Πολυτεχνείο κι έψαξα να βρω αυτόν που έριξε την πέτρα. Και τον βρήκα. Τον έλεγαν Βλάση. Μου ζήτησε χίλια συγγνώμη επειδή δεν το ήθελε και όταν τον είδα έτσι, μου πέρασαν και τα νεύρα. Δεν την ξεχνάω αυτήν τη χρονιά. Ήμουν στο μαγαζί μέχρι τις 5 το πρωί όταν κατέστρεψαν τη σκεπή του Πολυτεχνείου, όταν έσπαγαν τα κεραμίδια. Άλλη μία χρονιά, θυμάμαι, σε φασαρίες με την Αστυνομία, ότι πέρασαν οι ίδιοι οι αναρχικοί που θα τις έκαναν και με ειδοποίησαν να προσέχω. Τους ήξερα, και τον αρχηγό και τον υπαρχηγό, έτρωγαν στο μαγαζί κι έμεναν στη Στουρνάρη παραδίπλα. Δύο αδέρφια ήταν αρχηγοί της συμμορίας. Δεν με πείραξε ποτέ κανείς, γιατί ήξερα πάντα πώς να φερθώ. Και με αγαπούσαν. Μέσα στις μολότοφ, εμείς πάντα ήμασταν ανοιχτοί. Και ό,τι μας ζητάγανε το δίναμε. Νερό, σάντουιτς, τυρόπιτες, δεν λέγαμε ποτέ όχι, γι’ αυτό και δεν μας πείραξαν. Όσοι τους έλεγαν “άντε, φύγετε από εδώ”, τα έχασαν τα μαγαζιά τους. Μέχρι και τα θέατρα έκαψαν. Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που φέρεσαι στον κόσμο. Τον Δεκέμβρη του 2008, που κάψανε την Αθήνα, εμάς δεν μας πείραξαν καθόλου. Ήρθαν, έσπασαν τα δίπλα μαγαζιά, εμένα μου είπαν “γεια σου, Δημήτρη”. Τάιζα τους φοιτητές, τους αναρχικούς και τα ΜΑΤ, όλοι σε ‘μένα έτρωγαν…».