Casanova Boy

Άξιο παιδί της brit pop έκρηξης των '90s, ο Neil Hannon και το ολοκληρωτικά προσωπικό του σχήμα, οι Divine Comedy, παραμένουν στο μυαλό μου πάντα κάτι σαν τον Jarvis Cocker των φτωχών. Ίσως όχι τόσο μουσικά, μολονότι κι οι δύο έχουν μια αδυναμία στη europop, αλλά περισσότερο ως περσόνες. Δύο μάλλον άσχημες φάτσες, ξεκάθαρα εγωιστές και εκκεντρικοί, μα πάνω απ'όλα γνήσιοι ποπ σταρ, ακόμα κι αν ο Hannon δεν κατάφερε ποτέ να «γράψει» βαθιά ως τέτοιος. Μπορεί στο δεύτερο μισό των '90s να αύξησαν δραματικά το κοινό τους χάρη στη μεγάλη επιτυχία του «National Express», αλλά σύντομα επέστρεψαν στη δεύτερη κατηγορία, αφού όμως πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν το σπουδαίο «A short album about love», που ήταν αυτό ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του. Έκτοτε, ο Hannon μπορεί να μην έχασε ποτέ την ποπ φλέβα του, ούτε βεβαίως την εγωπάθειά του, φάνηκε όμως πως ο λόγος που δεν γέμισε και ούτε και θα γεμίσει ποτέ στάδια ήταν το γεγονός ότι πάνω απ' όλα είναι ένας αυθεντικός crooner. Λίγο είρωνας, λίγο αυθάδης, αλλά πάντα με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Κάπως έτσι ακούγεται και το φετινό «Bang goes the knighhood», που θα παρουσιάσει ζωντανά τη Δεύτερα (13/12) στο Gagarin. Ανυπομονούμε.

Bedroom Issues

Με τον ίδιο αφαιρετικό τρόπο και στην ίδια κατηγορία μπορείς να τοποθετήσεις έναν από τους πλέον σημαντικούς τραγουδοποιούς των τελευταίων πέντε ετών, τον Bradford Cox. Από το 2005 κυκλοφορεί συνεπέστατα δίσκους είτε μόνος του, ως Atlas Sound, είτε με την μπάντα του, τους Deerhunter, καταφέρνοντας μάλιστα να διαχωρίζει τον ήχο του ανάμεσα στα δύο project και να μετατρέπεται σιγά σιγά σε indie darling, γνωρίζοντας πάντα πως δεν υπάρχουν πια τέτοια. Κάπως έτσι, την περασμένη εβδομάδα κυκλοφόρησε από το μπλογκ της μπάντας του όχι έναν αλλά τέσσερις δίσκους με ηχογραφήσεις που έκανε, πού αλλού, στην κρεβατοκάμαρά του. Απογυμνωμένες από στουντιακά εφέ και φιοριτούρες, σου δίνεται ουσιαστικά η ευκαιρία να ακούσεις όλες τις μισοτελειωμένες του ιδέες, αλλά κυρίως τον τρόπο που γράφει τραγούδια, ως εξαιρετικός τραγουδοποιός φυσικά. Αυτό που κατέληξε, όμως, να έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι πως η Sony τον κυνήγησε, χωρίς να έχει γίνει σαφής ο λόγος, και τα κατέβασε από τις σελίδες όπου τα προσέφερε δωρεάν ο Cox. Χωρίς ο ίδιος ή η μπάντα του να ανήκει στο δυναμικό της εταιρείας, απορημένος τα ξανανέβασε γράφοντας στο αντίστοιχο ποστ την ξεκαρδιστική ατάκα «φαίνεται πως η κρεβατοκάμαρά μου ανήκει στη Sony».

Pop music from the future

Έτσι λέει το δελτίο Τύπου πως δήλωσε το 2003 ο John Peel για τους Jahcoozi και μακάρι να είχε δίκιο. Όπως φαίνεται και από το όνομά τους, το τρίο με έδρα το Βερολίνο αγαπά την Τζαμάικα, το dancehall, το dub και φυσικά τη σύγχρονη χορευτική σκηνή, γι' αυτό και τους υπέγραψε η Ellen Alien στην Bpitch Control. Με κύριο όπλο την έθνικ φιγούρα της Sasha Ferera από τη Σρι Λάνκα στο φετινό τους «Barefoot Wanderer», δεν τα καταφέρνουν άσχημα, μια και κυριαρχεί μια trip hop αισθητική, που πάντα μας τουμπάρει. Έκπληξη η επιτυχημένη διασκευή στο «Close to me» των Cure, που προστίθεται σε μια σειρά από dubstep εκδοχές ποπ τραγουδιών, όπως αυτό των Various Production στο «Infinity» των XX και των Bonjay στο υπέροχο «Jamelia» του Caribou. Τα επαυξημένα βαριά μπάσα των Robot Koch και Oren Gerlitz συμπληρώνουν το ηχητικό πλαίσιο των Jahcoozi και το Σάββατο (11/12) θα εμφανιστούν για πρώτη φορά στο 6 D.O.G.S, ενώ νωρίτερα το απόγευμα στον ίδιο χώρο θα είναι και εισηγητές στο workshop που οργανώνει το Red Bull Music Academy.

Slow Down

Κάθε χρόνο, περίπου τέτοια εποχή, περνάμε την ψυχαναγκαστική διαδικασία της λίστας. Όχι απαραίτητα για την κατάρτιση της προσωπικής μας, αλλά διαβάζοντας μερικές χιλιάδες γνωστών και αγνώστων. Κατεβάζεις τον έναν δίσκο μετά τον άλλο, το καλάθι στο Insound και στο Boomkat είναι γεμάτο και περιμένει να πατήσεις το κουμπάκι Buy Items. Χαζεύεις λίγο blogovision, περιμένεις τα περιοδικά, γελάς ταυτόχρονα με τα δεκάρια του Kanye West, όχι γιατί δεν σου αρέσει το πρόσφατο «My beautiful dark twisted fantasy» αλλά γιατί δεν είναι καν ο καλύτερός του. Μέσα στον χαμό, μπήκα στη διαδικασία να ακούσω το «Astral Occurrence» των Psychic Ills. Τους έμαθα μέσω Juan Atkins και το αργόσυρτο πειραματικό τους ροκ μπορεί να μην έχει τίποτα παραπάνω από επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αλλά μετατρέπεται γρήγορα σε κάτι έντονα εθιστικό, με τον τρόπο που το δίδαξαν οι Tangerine Dream. Με τον ίδιο αυτισμό επιστρέφω συνέχεια στο «Before Destruction» των Spoon. Είναι γεγονός πια πως οι Three Mile Pilot έβγαλαν τον δίσκο της χρονιάς και πως στο δίλημμα της προηγούμενης εβδομάδας ο Roky Erickson βγήκε νικητής.