Βάδισμα. Χιούμορ. Νοσταλγία!

Βάδισμα. Χιούμορ. Νοσταλγία! Facebook Twitter
Επεξεργασία: Ατελίε/ LIFO
0

1.

Λυτρώσεις. Στα δύσκολα, απέναντι στον όλεθρο, αντιλαμβανόμαστε άριστα ποια είναι όσα μας κρατάνε, ποιες είναι οι καβάτζες μας, πού στήσαμε ουσιαστικά τα οχυρά μας. Ξαναγυρίζεις, ύστερα από την αγχώδη τρεχάλα προς το Πουθενά, στο slow motion της συγκίνησης και του συναισθήματος. Γίνεσαι ο διαβάτης της ύπαρξης, ο υπέρμαχος της βραδύτητας. «Η αργή κίνηση είναι κατ' ουσίαν μεγαλειώδης» γράφει ο Μπαλζάκ στη Θεωρία του Βαδίσματος (μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη). Ο Μπαλζάκ (1799-1850) διατείνεται, ορθώς, ότι το αργό σουλάτσο, η βραδύτητα του βαδίσματος, απαντά στον ευγενή, στον στοχαστή, στον επιστήμονα. Και στον ποιητή, ας συμπληρώσουμε. Έγραψε ο Νίκος Καρούζος, το Πάσχα του 1987: «Αποφεύγω τα μηνύματα / κι αποφεύγω τ' αυτοκίνητα./ Είμαι διαβάτης· επιβάλλομαι / στην κίνηση». Μεγάλοι περιπατητές, μεταξύ άλλων, ήσαν ο Αντρέ Μπρετόν, ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Στέλιος Αναστασιάδης, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, ο Ηλίας Λάγιος, ενώ είναι γνωστό ότι ο μέγας Νιλ Κάσαντι, ο ήρωας του On the Road του Τζακ Κέρουακ, και Άγιος των Μπητνίκων, πέθανε περπατώντας, το 1968, δίπλα σε μια σιδηροτροχιά. Η σοφία του Μπαλζάκ, η θαυμαστή παρατηρητικότητά του, μας βοηθούν σήμερα να επανέλθουμε στο μεγαλείο το βαδίσματος, στην περιπέτεια της περιπλάνησης, στον θησαυρό του σουλάτσου.


2.

Παρωδίες. Χωρίς χιούμορ, δεν βγαίνει. Το χιούμορ χρειάζεται. Ιδίως στα δύσκολα. Και μάλιστα, το ευγενές, το περίτεχνο, το ευφυές χιούμορ. Απομακρύνει την οδύνη. Θυμίζει από τι μακελειό καταγόμαστε. Προσφέρει προοπτική. Ο Αλεξάντερ Πόουπ (1688-1744), ο Άγιος των Γραφιάδων, καθότι ο πρώτος αυτοδίδακτος που βιοπορίστηκε από τα γραπτά και τα βιβλία του, ένας πρώιμος μπήτνικ και dropout, υπέγραψε με το όνομα Μαρτίνους Σκρίμπλερους την πραγματεία Περί Βάθους (μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας & Κώστας Σπαθαράκης, επίμετρο: Αγγέλα Γιώτη, εκδ. Αντίποδες). Φέρνει τα πάνω κάτω ο Άγγλος συγγραφέας και μεταφραστής της Ιλιάδας και παίζοντας με το Περί Ύψους του Λογγίνου καταπιάνεται με την έφεση και την τέχνη στη βύθιση. Η σοβαροφάνεια και η μεγαλοστομία, η ποιητικίζουσα κοινοτοπία και ο αφελής προοδευτισμός υφίστανται το ανελέητο καράτε του Πόουπ. Η προβοκάτσια του Πόουπ είναι σπαρταριστή και λίαν ψυχωφελής. Γράφει ρητορικά τα αντίθετα από αυτά που εννοεί και υπερασπίζεται με έλλογο πάθος το ύφος, το ήθος, την ευφυΐα και την επινοητικότητα. Εύγε στους Αντίποδες, εύγε στους μεταφραστές, εύγε και στην Αγγέλα Γιώτη για το τόσο κατατοπιστικό και εμβριθέστατο επίμετρο.


3.

Περιπλανήσεις. Οδυσσέας, Αινείας, Χάνα Άρεντ. Αυτοί που δεν έπαψαν να μην επιστρέφουν. Αυτοί που φορτώθηκαν το άλγος. Αυτοί που πάσχισαν με τη γλώσσα να βρούνε σπίτι, με τις λέξεις να στήσουν σύμπαν. Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Χένρι Μίλερ, ο Τζόζεφ Κόνραντ, τόσοι και τόσοι, διαρκώς εξόριστοι, διαρκώς περιπλανώμενοι. Ποιες είναι, λοιπόν, οι σχέσεις πατρίδας, εξορίας, μητρικής γλώσσας; Αυτό διερευνά στο πυκνό πόνημά της η Μπάρμπαρα Κασσέν με τίτλο Η Νοσταλγία (μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Μελάνι). Η Γαλλίδα φιλόσοφος, ελληνίστρια φιλόλογος, λογοτέχνις, μεταφράστρια και δοκιμιογράφος Μπάρμπαρα Κασσέν (Βουλώνη-Μπιγιανκούρ, 1947) καταπιάνεται με μια γερμανο-ελβετική λέξη/έννοια, τη νοσταλγία, μέσα από τις περιπέτειες ενός Έλληνα, ενός Τρώα, μιας Γερμανίδας, μέσα από την οδύνη και τις κακουχίες αυτών που ζούνε μια «βραδύγλωσση ζωή», αυτών που παραδέρνουν «όχι μόνο από χώρα σε χώρα αλλά και από γλώσσα σε γλώσσα». Η Κασσέν έρχεται να μας θυμίσει ότι, καίτοι ηχεί απολύτως ελληνική, η λέξη νοσταλγία είναι γερμανο-ελβετική (!!!), και μάλιστα είναι το όνομα μιας νόσου (!!!) που καταχωρίστηκε ως τέτοια τον 17ο αιώνα. Επινοήθηκε είτε το 1678 από τον ιατρό Γιόχαν Γιάκομπ Χάρντερ για να κατονομάσει τον πόνο της πατρίδας, τον Heimweh, των Ελβετών μισθοφόρων του Λουδοβίκου 14ου, είτε από τον Γιοχάνες Χόφερ δέκα χρόνια μετά, το 1688, όταν σε μια σύντομη ιατρική διατριβή του ανέλυσε περιστατικά ανθρώπων που μαράζωναν μακριά από τον τόπο τους. Ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών. Όπως και να 'χει, το ιατρικό σώμα επινόησε τη λέξη «νοσταλγία», γράφει η Κασσέν, όπως λέμε «οσφυαλγία» ή «νευραλγία» για να κατονομάσει μια νόσο των Γερμανοελβετών. Η Κασσέν θα προχωρήσει στην εξέταση των σχέσεων του ανθρώπου με τον χρόνο, με τον θάνατο, με την αιωνιότητα, με τη γλώσσα. Ένα βιβλιο που θα μας κάνει σοφότερους. Εύγε στην πολύπειρη και, σαν τον Οδυσσέα, πολύτροπη μεταφράστρια!

Τα βιβλία της εικόνας:

1.Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Θεωρία του Βαδίσματος, Μτφρ.: Γεωργία Ζακοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, Σελίδες: 152

2. Μπάρμπαρα Κασσέν, Η Νοσταλγία, Μτφρ:: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, Εκδόσεις Μελάνι, Σελίδες: 142

3. Αλεξάντερ Πόουπ, Περί Βάθους, Μτφρ.: Θοδωρής Δρίτσας & Κώστας Σπαθαράκης, Εκδόσεις Αντίποδες, Σελίδες: 158

radiobookspotting.blogspot.gr/

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ένα βιβλίο

20 χρόνια LiFO / Από όσα βιβλία διάβασες τα τελευταία 20 χρόνια, αυτό ξεχωρίζεις

Τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφόρησαν πολλά καλά βιβλία και είναι αδύνατον να φτιαχτεί μια λίστα που να τα περιλαμβάνει όλα. Αντ' αυτού, ζητήσαμε από 20 ανθρώπους του βιβλίου να μας γράψουν για τους τίτλους που εκείνοι αγάπησαν μέσα σ' αυτή την περίοδο.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

Αναγνώσεις / Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

H σκηνοθέτιδα και δραματουργός διαβάζει μέρος από το κείμενο που προέκυψε κατά τη διάρκεια της εργασίας της πάνω στο στο μυθιστόρημα «Φράνκενσταϊν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας» της Μαίρη Σέλλεϋ.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Οι πολλές, ενδιαφέρουσες ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Βιβλίο / Οι πολλές ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Η «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της Μάργκαρετ Άτγουντ «Πολλές ζωές σε μία» φέρνει στο φως άγνωστες λεπτομέρειες για τη συγγραφέα και αποκαλύπτει την ικανότητά της να μην ξεχνά όσα σφράγισαν την πορεία της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Βιβλίο / Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει Νίκo-Αλέξη Ασλάνογλου

Αναγνώσεις / Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει τις «Ωδές στον Πρίγκιπα» του Νίκoυ-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα δεκάξι ποιήματα της συλλογής «Ωδές στον πρίγκιπα» γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 μέχρι το φθινόπωρο του 1975 στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, θέρετρο λίγο έξω από την πόλη, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ο ποιητής. Τυπώθηκαν έξι χρόνια μετά (εκδ. Ύψιλον, Νοέμβριος 1981).