Σαν μικρά, νοσταλγικά μανιτάρια ξεπήδησαν την τελευταία πενταετία τρεις αμερικανικές σειρές με φόντο αλλά και θέμα τη δεκαετία του '60. Για το «Mad Men» έχουν γραφεί ήδη πολλά. Ο πρωταγωνιστής, Ντον Ντρέιπερ, cool, διεισδυτικός και γοητευτικός, εκπροσωπεί τη μετάβαση του alpha male από τον πόλεμο και τον συντηρητισμό στη νέα κοινωνία. Με αργή εξέλιξη και καταπληκτική αναπαράσταση των χώρων και της εποχής, οι αλλαγές και οι επιπτώσεις περνούν διακριτικά στις ζωές της παρέας αυτής μέσα από τις μουσικές και τον οργανικό σχολιασμό στα γεγονότα, κάνοντας το «Mad Men» ένα χρονικό της δεκαετίας, εκτός από ένα δράμα που υπνωτίζει όποιον έχει μπει στον κόπο να το παρακολουθήσει με υπομονή. Τα βραβεία έπεσαν βροχή (για να είμαστε ειλικρινείς, θα έπρεπε να πάει για Όσκαρ αντί για Έμμυ, αν υπήρχε δικαιοσύνη) και, παρότι προβάλλεται σε καλωδιακό κανάλι, το AMC, η τηλεθέαση γιγαντώνεται όσο περνούν τα χρόνια. Στην έκτη του σεζόν, θεωρείται δίκαια κλασικό, ένας θρίαμβος της σκεπτόμενης τηλεόρασης έναντι της παρατεταμένης εφηβείας του σινεμά. Το βασικό του ατού είναι ότι, επειδή προβάλλεται από ένα κανάλι που βολεύεται με 1-3 εκατομμύρια τηλεθεατές για κάθε επεισόδιο, δεν φορτώνεται με το άγχος του ανταγωνισμού και έχει δώσει χρόνο για την ανάπτυξη και την εμβάθυνση των χαρακτήρων - στοιχεία που σπανίζουν επικίνδυνα σε ταινίες.

 

Αντίθετα, το «Pan-Am», βασισμένο σε χαρακτήρες που κινήθηκαν γύρω από την ιστορική αεροπορική εταιρεία, παίχτηκε στο ABC και δεν κατάφερε να στεριώσει, χάνοντας σταδιακά τους θεατές που το παρακολούθησαν στην αρχή, αλλά το βαρέθηκαν με την πάροδο των πρώτων εβδομάδων.

 

Το «Magic City» είναι ελαφρώς διαφορετική υπόθεση, μια πιο pulp διασταύρωση δράματος με θρίλερ, με αρκετό γυμνό και συνειδητή προσήλωση στη δράση - χωρίς αυτό να σημαίνει πως βλέπουμε περιπέτεια. Μοιάζει κάπως με το «Mad Men», κυρίως στην αρχική χρονική τοποθέτηση, αλλά με μια πρέζα από «Sopranos», καθώς τα '60s παραμένουν, οι γκάνγκστερ προστίθενται στην εξίσωση και το σκηνικό μετατοπίζεται από τη Νέα Υόρκη στο αμαρτωλό, νοτισμένο Μαϊάμι, την Πρωτοχρονιά του 1959, με τον Φρανκ Σινάτρα να ετοιμάζεται να εμφανιστεί σε ένα μεγάλο ξενοδοχειακό θέρετρο, ενώ μαίνεται μια δυναμική απεργία και ο Κάστρο όπου να 'ναι ανατρέπει τον Μπατίστα αλλά και τις ισορροπίες των Αμερικανών επιχειρηματιών στην Κούβα. Ο πρωταγωνιστής (Τζέφρι Ντιν Μόργκαν, γνωστός από το «Grey's Anatomy») είναι ο εβραϊκής καταγωγής ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Μίραμαρ Πλάγια, ένας Τζορτζ Κλούνι της εποχής, με πανέμορφη νέα σύζυγο (Όλγα Κουριλένκο), μια μικρή κόρη και δύο νέους γιους από τον προηγούμενο γάμο του - ο ένας είναι καλό παιδί και ο άλλος ερωτύλος, που δυστυχώς γουστάρει τη σέξι σύζυγο του συνεταίρου του πατέρα του, ενός αυταρχικού, πάμπλουτου μαφιόζου (Ντάνι Χιούστον, γιος του θεϊκού bon vivant σκηνοθέτη Τζον, αδελφός της Αντζέλικα και εγγονός του Γουόλτερ, υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο), ονόματι «Χασάπης», που είναι ένας οξυδερκής καρχαρίας με αντίληψη και τάση αποκτήνωσης που ταιριάζουν σε παρακμιακό Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Κι ενώ ο δημιουργός του «Mad Men», ο Μάθιου Γουάινερ, επιβεβαιώνει τη ρήση που λέει πως κάθε έργο εποχής ουσιαστικά «ανακρίνει» την εποχή υπό το πρίσμα των σημερινών δεδομένων, ο Μιτς Γκλέιζερ, ο άνθρωπος πίσω από τη «Μαγική Πόλη», δραματοποιεί προσωπικά βιώματα, καθώς άκουσε πολλές παρόμοιες ιστορίες και τις είδε με τα μάτια του όταν δούλευε από πιτσιρικάς ως παιδί για τα θελήματα σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο στο Μαϊάμι. Όταν τον ρωτάνε για τη σύγκριση ανάμεσα στις δύο σειρές, απαντά πως τον κολακεύει να βρίσκεται στην ίδια πλατφόρμα με ένα σίριαλ «υψηλής σύλληψης και εκτέλεσης», αλλά γι' αυτόν οι ομοιότητες σταματάνε στην εποχή.

 

Ο Γκλέιζερ δίνει τη δική του εξήγηση για την προτίμηση του κοινού στα '60s: «Οι θεατές έλκονται από την έλλειψη πολιτικής ορθότητας, τον πιο ελεύθερο τρόπο ζωής και την περισσότερη λάμψη. Επίσης, αν και προσωπικά πιστεύω πως η περίοδος που έζησα πιο έντονα ως νέος, δηλαδή η δεκαετία του '70, ήταν άγρια, γεμάτη ναρκωτικά και ακρότητες, πηγαίνοντας πίσω στο 1959 ανακάλυψα (γιατί ήμουν μόλις 7 ετών τότε) πως συνέβαιναν ανήκουστα πράγματα. Πόρνες νοίκιαζαν στασίδια στο μπαρ του ξενοδοχείου Φοντενεμπλό με τη σεζόν και μάνες με τις κόρες τους εκδίδονταν μαζί, χρησιμοποιώντας παιδικά καλλιστεία ως βιτρίνα». Ίσως είναι και κάτι ακόμα. Η δεκαετία του '60 υπήρξε μια συμπυκνωμένη φέτα ιστορίας με απίστευτη ποικιλία, σχιζοφρενική σχεδόν, και συναρπαστική για όλα τα γούστα. Το «Magic City» είναι ένα σέξι μωσαϊκό από υπόκοσμο, χυμώδεις γκόμενες και σκληρούς που κρύβουν την ηθική τους πίσω από το ύφος του σκληρού που πουλάει την ψυχή του και πληρώνει το τίμημα, σε ένα κυνήγι επιβίωσης και επιβολής. Δεν είναι έργο τέχνης αλλά κομμάτι καθαρής, διασκεδαστικής τηλεόρασης με πολλές αναφορές, τέλεια ρούχα, flashy αυτοκίνητα, συμμετρικές πόζες, λάγνα βλέμματα και ωραία κορμιά, ανενδοίαστη δοξολογία της καλλίγραμμης επιφάνειας, προφανής προσωπική επένδυση του Μιτς Γκλέιζερ και φόρος τιμής στους μυθικούς ήρωες της παιδικής του ηλικίας, που δεν είναι ούτε ενάρετοι ούτε παραδείγματα προς μίμηση. Γι' αυτό και τους αγαπάει η τηλεόραση.