Φτάσαμε πια στο χείλος της αβύσσου. Ακόμα και οι Γερμανοί διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών Βεστερβέλε μας λυπούνται. Ποιον, όμως, λυπούνται; Αυτούς που τους αργοπόρησαν με την αντίστασή τους να επιτεθούν στη Ρωσία κι έχασαν τον πόλεμο εκεί, όπως ομολογούν πολλοί παλαιότεροι Γερμανοί, ή αυτούς που τους κατέστρεψαν ολοσχερώς, χωρίς να δώσουν αποζημιώσεις πολέμου; Εδώ η υποκρισία διαδέχεται τις απειλές του Σόιμπλε, της Μέρκελ και τα άρθρα στον Τύπο όπου μας περνούν γενεές δεκατέσσερις. Γιατί φαίνεται πως ακόμα και με τις νερόβραστες αναποφάσιστες, αμλετικές μας κυβερνήσεις αντιστεκόμαστε - υπογράφουμε, αλλά δεν εφαρμόζομε ό,τι υπογράψαμε. Δεν έχουν το σθένος, την καρδιά, τη βούληση να βλάψουν σε αυτό το σημείο περισσότερο τους συμπολίτες τους απ’ όσο το έχουν ήδη κάνει. Δεν διεκδικούνε τίποτε, σκύβουν το κεφάλι και προσπαθούν να το σκάσουν από την πίσω πόρτα. Αλλά εκεί τους περιμένει ο τρικέφαλος όφις, η τρόικα, να τους κόψει το κεφάλι, δηλαδή το ρευστό… Αλλά όχι μόνο - η κερδοσκοπία η ντόπια που, αντί να μειώσει τις τιμές, τις ανέβασε στα ύψη. Έλληνες που πλουτίζονται σε βάρος άλλων Ελλήνων, εκτός απ’ το ληστρικό υπεργραφειοκρατικό κράτος με τους φόρους στους ασθενέστερους και την ανικανότητα ή και διαπλοκή της αστυνομίας με τις ομάδες φιλάθλων χούλιγκαν, που καταστρέφουν την Αθήνα και τα μαγαζάκια, στις οποίες ομάδες πιθανόν πολλοί αστυνομικοί να ανήκουν. Παραλυσία γενική και ακινησία οικονομική από χρόνια. Έτσι πολιορκημένοι διαβιούμε στην κλασματικά αποσπασμένη κλασική μας χώρα.

 

Είμαστε εγκλωβισμένοι στο ευρώ και δεν κάνουμε τίποτα για να τους δείξουμε έστω και λίγα δόντια, όσα έχουμε. Ασυλλόγιστα πέσαμε στην παγίδα, νομίζοντας, όπως πάντα, ότι θα ‘ταν προς όφελός μας, αλλά αποδείχτηκε το αντίθετο: πως ήμασταν δηλαδή απροετοίμαστοι για ένα σκληρό νόμισμα, όπου η άμυαλη πολιτική ηγεσία μάς έριξε σαν στο στόμα του λύκου. Και μάλιστα με κόλπα να κρύψουμε το αληθινό μας έλλειμμα, πράγμα που μας έδωσε πρόθυμα τον χαρακτηρισμό του απατεώνα, του τεμπέλη κι ό,τι άλλο στα λαϊκά μέσα ενημέρωσης της Γερμανίας, για να κρύψουν τη δικιά τους ενοχή. Μια απίστευτη επίθεση προπαγάνδας που εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη κι ακόμα παραπέρα, που μοιάζει με τις τεχνικές των Γκέμπελς και Χίτλερ. Και τώρα μας λυπούνται. Ευχαριστώ για την ελεημοσύνη σε λόγια, αλλά δεν την βλέπω έμπρακτα. Ας μας αποδώσουν ό,τι μας χρωστάνε, ώστε να μπορέσουμε ν’ αναπτυχθούμε.

 

Επειδή έζησα τη φρίκη των χρόνων 1942-1944, δεν ξεχνάω ούτε εγώ και δεν συγχωρώ μια χώρα κι έναν λαό που αιματοκύλισαν την Ευρώπη τρεις φορές, το 1870, το 1914 και το 1939. Δεν συγχωρώ την ανοησία τους και τώρα, που πάνε να μας γονατίσουν στην εξουσία τους με άλλα μέσα, που όμως πολύ σύντομα θα στραφούν εναντίον τους. Η υποκρισία τους δεν έχει όρια. Δεν συγχωρώ όμως και τις κυβερνήσεις μας και τα κόμματά μας που έσκυψαν κι αυτά κεφάλι, άλλοτε με ραγιαδισμό και άλλοτε με ανοησία και υπεροψία. Ούτε ένας πολιτικός δεν τόλμησε να τα πει αυτά στους Γερμανούς καταπρόσωπο στις διαπραγματεύσεις. Σαν ποντίκια εμπιστευόμαστε στη γάτα, την Αμερική, που παίζει με την κατάστασή μας παιχνίδια πιθανού πολέμου με το Ιράν και στοιχηματίζει στις αγορές της μια χρεοκοπία μας.

 

Σήμερα η Ελλάδα μοιάζει με την περίφημη διάκριση ανάμεσα στη διαφθορά-διαφορά και τη διαφωρά/δια-φθωρά, ένα μόλις «θ» διαφορά που έθεσε ο ακαταπόνητος και πάντοτε εμπνευσμένος Ζακ Ντεριντά. Το νόημα του ονόματος της Ελλάδας γλιστράει πάνω στις λέξεις κι από ιδεώδης πηγή πολιτισμού γίνεται παράδειγμα προς αποφυγήν. Μόνο ένας ποιητής φιλόσοφος, όπως ο Ηράκλειτος, θα μπορούσε να το είχε μαντέψει στο «τα πάντα ρει». Και αργότερα οι σοφιστές, που δεν απέδιδαν στη γλώσσα παρά μια μαγική δύναμη, ικανή να πείσει ή να παραπείσει, χωρίς να μπορεί να εκφράσει ή να εντοπίσει μια σταθερή αλήθεια. Μέρα με τη μέρα στην Ελλάδα διαβάζουμε άρθρα που αντιλέγονται πάνω στο ίδιο θέμα: την πιθανή ή απίθανη χρεοκοπία μας, την πιθανή ή απίθανη ανάπτυξή μας χάρις στα μέτρα ή την καταστροφή μας, την επιστροφή ή όχι στη δραχμή, τη φρούδα ανάγκη να ακολουθήσουμε τα μέτρα, αν είναι να επιβιώσουμε ή όχι, ότι παρόλα τα μέτρα δεν θα επιβιώσουμε, ότι οι θυσίες επιβάλλονται για την επόμενη δόση, αλλά ότι είναι μάταιες, ότι μας απατούν, μας κακολογούν, μας ανεβοκατεβάζουν ως παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί και σ’ αυτούς. Αν αυτό δεν είναι ύψιστο παράδειγμα της δια-φωράς της γλώσσας, το γλίστρημα του νοήματος επάνω στις λέξεις και τις φράσεις, το πρώτο θύμα της κρίσης είναι η «αλήθεια» των νοημάτων της γλώσσας, όπως για τον εμφύλιο πόλεμο γράφει ο Θουκυδίδης. Η κρίση είναι ένας ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος.

 

Είμαστε μια βαλκανική χώρα που έχει συλλέξει τ’ απομεινάρια πολλών αυτοκρατοριών, Βλάχους (Ρωμαίους), Αλβανούς, Ιλλύριους (χριστιανούς), Σλάβους, Αρμένιους, Εβραίους, Πόντιους  Έλληνες και Έλληνες στα ελληνόγλωσσα χωριά, που μιλούσαν μια γλώσσα που κατάγεται από τον Όμηρο. Σήμερα η γλώσσα μας είναι λόγια και δημοτική ενοποιημένη με μια γραμματική, με τύπους δημοτικούς. Θα ήταν καλύτερο για μας να είχαμε ονομάσει τους εαυτούς μας Πελασγούς, που κανένας δεν ήξερε ποιοι ήταν και τι γλώσσα μιλούσαν, οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ίσως να ήταν εξωγήινοι, κοινώς «ούφο». Πάντως, όπως διάβασα σε δημοσίευμα έγκριτης εφημερίδας κι επιβεβαίωσα στο διαδίκτυο, στο βιβλίο του Τίμοθι Γκουντ λέγεται ότι το 1954 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ συναντήθηκε σε κρυφή αεροπορική βάση του Νέου Μεξικού με τον αρχηγό των εξωγήινων της φυλής Γκρι και υπέγραψε συνθήκη. Φαίνεται ότι, κατά τον συγγραφέα, πολλοί άλλοι αρχηγοί κρατών ήρθαν σε επαφή με εξωγήινους. Μου έρχεται μεταξύ αυτών να συμπεριλάβω και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που ασφαλώς εκτελεί εντολές από μια φυλή εξωγήινων έτσι που φέρεται, με τέτοιο μίσος για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Πιθανόν ο κριθείς νευροπαθής της απόπειρας δολοφονίας του να ήταν ο εκτελεστής μιας εξωγήινης φυλής, επειδή δεν ακολούθησε τις διαταγές τους, προκαλώντας σκάνδαλο οικονομικό! Μάλιστα, αυτός ο κύριος Σόιμπλε, ο ίδιος, ένας από εκείνους που μας ονομάζουν στα μίντιά τους απατεώνες. Κάποιο θράσος το ‘χουν σίγουρα οι Γερμανοί, αφού επιπλέον απέφυγαν να μας πληρώσουν αποζημιώσεις πολέμου.

 

Ε, λοιπόν, αν είχαμε αυτοβαπτιστεί Πελασγοί, άνθρωποι του πελάγους που μας πηγαίνει γάντι, και την Ελλάδα ονομάζαμε Πελασγία, ποιος θα μας κατηγορούσε για ανάξιους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Μα, μιλάτε παρεφθαρμένα ελληνικά, μας λένε οι κλασικοί φιλόλογοι. Γιατί παρεφθαρμένα, είναι η Κοινή της ελληνιστικής περιόδου που λίγο διαφέρει στο λεξιλόγιο και τη γραμματική ή το συντακτικό από τη δική μας, μια γλώσσα 2.000 ετών. Αυτήν θα δικαιολογηθούμε ενώπιον των επικριτών μας, αυτή την κληρονομήσαμε τυχαία μαζί με άλλες, τα’ αρβανίτικα, τα μολδοβλάχικα, τα σαρακατσαναίικα, τα σλαβικά, τ’ αρμένικα, τα λαντίνο, τα αραβικά, ακόμα και λίγα τούρκικα. Ετσι θα ‘μαστε θωρακισμένοι γλωσσικά ως μια ακόμα πολύγλωσση βαλκανική εθνότητα, αλλά, προς Θεού, όχι Έλληνες. Ότι διδάσκουμε ελληνικά στα σχολεία μας είναι για πρακτικούς λόγους, επειδή υπάρχει διαμορφωμένη αυτή η γλώσσα με έτοιμες φράσεις όπως το «σπεύδε βραδέως» ή το «γνώθι σαυτόν», που είναι η πελασγική σοφία, που εσείς την ονομάζετε ελληνική. Δεν φταίμε εμείς, αν απ’ τις άλλες γλώσσες είναι η πιο πλούσια και αρέσει στις μειονότητές μας, κι ας διαμαρτύρονται ότι τους την επιβάλλαμε, κυρίως οι λεγόμενοι Σλαβομακεδόνες που μιλάνε μακεδονικά! Ουσιαστικά όλοι καταγόμαστε απ’ τη φυλή Γκρι με την οποία υπέγραψε πρωτόκολλο ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ, αιωνία του η μνήμη, και δεν πα να λέτε, όλοι είσαστε απ’ τη φυλή Γκρι, κι όπως είπε ο σεβαστός μας Κ.Π.Κ. «Πού οι Έλληνες, πού τα ελληνικά» εδώ στα Φρέατα, πέρα δηλαδή στην Πελασγία μας, όπου όλοι μιλάμε παρεφθαρμένα πελασγικά.