Σκηνή 1: Πιλότος του «Boardwalk Empire». Ο Στιβ Μπουσέμι εισβάλλει σε ένα πανηδονιστικό παράνομο μπαρ λίγο μετά τη δωδεκάτη ώρα, λίγα δευτερό- λεπτα μετά την εφαρμογή του νόμου της ποτοαπαγόρευσης στα εδάφη των Ηνωμένων Πολιτειών, τη 17η Ιανουαρίου του 1920. Άντρες με pinstripe κοστούμια και παπιγιόν χορεύουν παρασυρμένοι από τη δίνη του αλκοόλ μαζί με γυναίκες που παραδομένες στη γοητεία του απαγορευμένου βρίσκουν την ευκαιρία να «απλώσουν» τα καταπιεσμένα ενστικτά τους σε δημόσια θέα. Cut. Fast forward. Πλατεία Καρύτση. Απέναντι από το θέατρο Μουσούρη ο Πέτρος Φιλιππίδης (ο άρχοντας των τυριών και της υποκριτικής μανιέρας) κατακρεουργεί το σουρεαλιστικό φιλμικό αριστούργημα Χάρολντ και Μοντ του Hal Ashby, ενώ απέξω ένας βιολιστής παρέα με έναν ακορντεονίστα παίζουν το «Marina, Marina, Marina, Ti voglio al piu' presto sposar» και ο κλασικός πλανόδιος πωλητής ξηρών καρπών της πλατείας πουλάει ζεστά αράπικα στον λαό του νέου εθνικού ηθοποιού.

Ο Άρης, ο περιπτεράς, ακούει στο τρανζιστοράκι έναν αγώνα μπάσκετ του Παναθηναϊκού στην Ευρωλίγκα και βυθισμένος σε μια trance πουλάει Marlboro Lights στα κορίτσια με τα μίνι που έχουν ταξιδέψει από το Ρέντη για μια βραδιά θεατρική. Είμαστε ακριβώς απέναντι, στο νέο μπαρ της περιοχής, μόλις στη δεύτερη βραδιά λειτουργίας του και νομίζουμε ότι βρισκόμαστε κά- που στη Βιέννη ή στο Bairro Alto της Λισαβόνας. Στις σκάλες της τουαλέτας ένας πίνακας με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ σε ένα υπέροχο illustration της Νόνης Νέζη που γράφει «Οf all the gin joints in all the towns in all the world she walks into mine» (τι ρομαντικό!). Στη στοά που χωρίζει το μαγαζί από το κτίριο του ΔΟΛ (εκεί που τώρα βρίσκεται το αρχείο των προσφορών και των εφημερίδων και μπορείς π.χ. να πετύχεις έναν αργόσχολο παππού να ζητάει το φύλλο που είχε δημοσιευθεί η τάδε προκήρυξη της 17 Νοέμβρη) υπάρχουν μερικές αφίσες σε μεταλλικά πλαίσια, μια με τον πρώτο αστροναύτη στο Διάστημα, μια με έναν δορυφόρο, μια με το διαστημόπλοιο Columbia, στιγμιότυπα από τις προσπάθειες του ανθρώπου να εξερευνήσει το Διάστημα, ενώ πίνεις ένα κοκτέιλ με βάση το τόνικ από τις πάνω από πενήντα ετικέτες τζιν που διαθέτει το Gin Joint.

Παραγγέλνουμε ένα συγκλονιστικό κοκτέιλ που λέγεται Perfect Gin και σερβίρεται σε κάτι υπέροχα ανάγλυφα ποτήρια, την ίδια στιγμή απέξω περνά ένα τσούρμο καλοστεκούμενων ηλικιωμένων που κατευθύνονται προς τον Φιλολογικό Σύλλογο του Παρνασσού. Οι Sun Of Nothing έχουν μόλις προσγειωθεί σε ένα απόκοσμο γι' αυτούς σύμπαν ύστερα από μια βόλτα στο Θησείο για σουβλάκια και buddy χαβαλέ. Για έναν μουσικόφιλο σαν κι εμένα που (παραδόξως) δεν έχει περάσει ποτέ την άγρια εφηβεία της μέταλ μουσικής («μα, καλά, ούτε Judas Priest, ούτε Iron Maiden άκουγες μικρός;» με ρωτάει ο Ηλίας), τα μανιακά -στα όρια του thrash- φωνητικά της μπάντας θα συνιστούσαν μια no man's land περιοχή που δεν θα τολμούσα να περάσω καν τα σύνορά της. Αλλά η μουσική των Sun κρύβει μέσα της μια ανεπιτήδευτη μελωδικότητα, μια ρεμπέτικη αναρχία και μια μετα-post-rock ρυθμολογία που εμπερικλείει τον Χατζιδάκι, τον Ρενε Ομπρί, την Νταϊαμάντα Γκάλας και τους Sonic Youth (και τον Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες).

Αναρωτιέμαι μήπως τελικά όλα αυτά τα παιδιά που μεγάλωσαν έξω από το κάστρο του coolness, μακριά από τα hype της κάθε εποχής, «κλεισμένα» σε έναν άλλο μικρόκοσμο, πιο αληθινά αστικό (ταξικά μιλώντας), πιο ουσιαστικά αστικό (χωροταξικά μιλώντας, έστω και αν πρόκειται για προάστια) έχουν τελικά μεγαλύτερη διαύγεια και όσο λιγότερες εξωγενείς επιρροές έχουν τόσο περισσότερο χτίζουν τη μουσική τους με υλικά αμόλυντα και περίπλοκα συγχρόνως. Τώρα ετοιμάζουν μια περιοδεία στα Βαλκάνια και τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, εκεί που αυτό το θορυβώδες ambient που κάνουν είναι τόσο δημοφιλές, γιατί μέσα στην ηρεμία της στέπας μια κραυγή είναι πάντα εκκωφαντική (και οι Sun Of Nothing κάνουν ακριβώς αυτό το είδος μουσικής). Στα διαλείμματα στερεώνουν τη μαγκούρα τους στα βράχια, ακούν για πλάκα Λιναρδάκη (το «Mε δανεικό παπί» - αυτά τα ακούμε τώρα που βουτάμε στο trash για πλάκα), πίνουν μπίρες και κάνουν ακόμα σκέιτ στην Αγία Παρασκευή, διαβάζουν κόμιξ, γράφουν ποιήματα και ονειρεύονται μια σύγχρονη επανάσταση «όπου κάποιος θα βάλει μια γκιλοτίνα έξω από τη Βουλή και θα αρχίσει να παίρνει τα κεφάλια όσων βγαίνουν από το κτίριο». Στα ηχεία του Gin Joint παίζει μόνο δαιμονισμένη τζαζ. Απέναντι οι Μερακλήδες μόλις έχουν ξεφουρνίσει τα πρώτα πεϊνιρλί της βραδιάς. Ο αέρας στην πλατεία Καρύτση μυρίζει κιμά, σφολιάτα, τζιν και τόνικ.