Χουλιγκανισμός

Υπάρχουν κάτι παιδιά που δεν είχαν τη χαρά να πάνε όχι σε καλά σχολεία αλλά ούτε καν σε σχολεία. Που δεν ωρίμασαν με ταξίδια, με παρέες, με αναγνώσματα. Που η εκκοινώνησή τους, η κατάκτηση του ομαδικού πνεύματος δηλαδή, έγινε στο πλαίσιο μιας ομάδας. Εκεί μπόρεσαν να πραγματώσουν στην υπερβολή του αυτό που περιέγραφε πολύ νωρίς στην κοινωνιολογία η θετικιστική αντίληψη για την ομάδα: επειδή ανήκουμε σε μια ομάδα, δίνουμε τα πάντα γι' αυτήν, αλίμονο σ' εκείνους που ανήκουν σε άλλες ομάδες. Αυτά στη θεωρία.

Στην πράξη, κάτι ζωηρά παιδιά με αδυναμία να εκλογικεύσουν  την ορμή τους βρίσκουν διέξοδο  στη συναισθηματική υποστήριξη του  χρώματος, της φανέλας, της ομάδας στην οποία έτυχε να ανήκουν. Γάβροι, Βάζελοι, Χανούμια, Παοκτζήδες, Γριές... Όταν το ανήκειν γίνεται περιεχόμενο ζωής, ο συμβολισμός κυριαρχεί επί της λογικής: είναι απείρως γοητευτικότερος και, επιπλέον, είναι ο μόνος που χαρίζει περιεχόμενο σε μια, κατά τα άλλα, γκρίζα καθημερινή συνθήκη, η λογική προσέγγιση της οποίας θα οδηγούσε μόνο και αποκλειστικά στην αποδοχή της μιζέριας.

Ο συμβολισμός, όμως, από μόνος του πρέπει να είναι  θετικός. Που σημαίνει: να νικάει πάντα. Να γαμάει τις μάνες και τις αδερφές των αντιπάλων, να ξαναγαμάει τους αντίπαλους ποδοσφαιριστές και γενικώς να γαμάει και να δέρνει τους πάντες που δεν ανήκουν στο ίδιο χρώμα. Επειδή κι οι άλλοι, όμως, θέλουν εξίσου να γαμάνε και να δέρνουν και επειδή άμα ο άλλος δεν θέλει εσύ πρέπει να τον γαμήσεις με τη βία, και επειδή αυτό δεν μπορεί να γίνει πάντα στον αγωνιστικό χώρο, υπάρχουν τρόποι και εκτός παιχνιδιού. Κάπως έτσι, ο συμβολισμός του πολέμου μεταφέρεται εκτός γηπέδου σαν κανονικός πόλεμος.

Φυσικά, ο πραγματικός  πόλεμος χρειάζεται πολεμιστές. Η  μαγιά τους υπάρχει στον  χώρο των  οπαδών. Τα υπόλοιπα θέλουν απλώς λίγη υποδαύλιση. Στην Ελλάδα, υπάρχει περισσότερη  από όση απαιτείται: παράγοντες που  χρησιμοποιούν τις ομάδες για  δουλειές και θεωρούν τους οπαδούς  κληροδότημα, μηχανισμοί προπαγάνδας (σ' αυτό μεγαλουργούν οι οπαδικές εφημερίδες, αλλά συχνά και ο λόγος εργαζομένων σε θεσμικότερες εκδοχές του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού) και μπόλικο υπόστρωμα που δίνει κίνητρα στη λούμπεν έκφραση. Τα υπόλοιπα είναι νομοτέλεια: πρόσωπα που δεν θα υπολογίσουν ούτε τη σωματική ακεραιότητα των αντιπάλων ούτε τη δική τους υπάρχουν άφθονα κι είναι για κατανάλωση. Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, η ώσμωση ανάμεσα στο λούμπεν που εκφράζεται στο ποδοσφαιρικό μετερίζι και σ' εκείνο που συμμετέχει στο πολιτικό, τμήμα του ελευθεριακού κομματιού της «κουλτούρας της εξέγερσης» (που είναι έκφανση της κουλτούρας της άρνησης) συμβάλλει στον εκμοντερνισμό του αστικού αυτού «πολέμου»: όλοι εναντίον όλων κι όλοι μαζί εναντίον της αστυνομίας, διότι, ως γνωστόν, «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι».

 

Λαϊκός χουλιγκανισμός

«Κουφάλες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες». Το σύνθημα ακουγόταν την περασμένη Τρίτη το μεσημέρι, στα σκαλιά της Βουλής και στα πέριξ, στη συντονισμένη δηλαδή ακόμα μια φορά προσπάθεια του αριστερού εξωκοινοβουλευτικού φάσματος να φτιαχτεί κλίμα εξέγερσης εναντίον των μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της πολύπλευρης κρίσης της χώρας - αλλά και εναντίον του πολιτικού συστήματος, το οποίο αυτού του τύπου ο αριστερός μηδενισμός επιχειρεί να παρουσιάσει ως βασικό αίτιο όλων των κακών.

Κουφάλες; Δεν λέω, ωραία λέξη είναι, όλοι την έχουμε χρησιμοποιήσει, αλλά στο πλαίσιο  μιας συνδικαλιστικής ή πολιτικής διεκδίκησης είναι εξαιρετικά ατυχής. Όχι διότι η πολιτική πρέπει ντε  και καλά να γίνεται στην αποστείρωση  της ευπρέπειας, αλλά επειδή η λέξη «κουφάλες» (χωρίς τον σαρκασμό με τον  οποίο μπορεί να γίνει και έκφραση  φιλικής συγκατάνευσης, όπως άλλωστε  και το «μαλάκας», με τον τόνο που μας το απευθύνουν οι φίλοι μας) είναι έκφραση τυφλής απέχθειας και απαξίωσης ενός εχθρικού πεδίου. Θα πείτε: από πού κι ως πού πρέπει να θεωρούν φιλικό το πεδίο του κοινοβουλευτισμού ορκισμένοι αντίπαλοί του; Δεν έχω αντίρρηση, ας το θεωρούν όπως θέλουν, αλλά ακόμα κι αν θέλουν να το καταργήσουν πρέπει να με πείσουν, να μας πείσουν, ότι αξίζει τον κόπο. Και για να με πείσουν, για να μας πείσουν, πρέπει να βρουν επιχειρήματα, όχι κατάρες. Διότι οι κατάρες δεν είναι πολιτικό επιχείρημα, αλλά απόδειξη τυφλού μίσους. Προς ποιους; Προς τους πλούσιους; Τους εξουσιαστές; Τα τσιράκια τους; Αυτούς που αντικειμενικά τους στηρίζουν; Ένα τέτοιο τυφλό μίσος αποβαίνει εχθρικό, τελικά, προς όλη την κοινωνία. Και εξαιρετικά μεροληπτικό, ακόμα και υπέρ της τρομοκρατίας - κι ας την εχθρεύονται, δεν το συζητάω: αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, θα είχε φροντίσει η Αριστερά να μας κάνει να θυμόμαστε τουλάχιστον τα ονόματα του μικρούλη Αφγανού που κομμάτιασε η μπόμπα στα Πατήσια, των τριών εργαζομένων στη Μαρφίν που τους έκαψαν κάτι τύποι που παρίσταναν τους επαναστάτες, ακόμα και του υπασπιστή του Χρυσοχοΐδη.

Εκτός από κουφάλες, οι άνθρωποι αυτοί που μισούν, στην ίδια συγκέντρωση της Τρίτης, αποκαλούσαν τους βουλευτές και κλέφτες. Έτσι, όλους. Συλλήβδην. Με συνοπτικές διαδικασίες, οι οργισμένοι διαδηλωτές προσωποποίησαν τους υπεύθυνους της δημοσιονομικής κατάρρευσης της χώρας, δίκασαν και έβγαλαν ετυμηγορία. Όλοι ένοχοι. Με τον ίδιο τρόπο που «δίκαζε» κι ο Κουφοντίνας με τους Ξηρούς - μόνο που αυτοί δεν κρατάνε κουμπούρια. Γι' αυτό, κλέφτες, θα καεί το μπουρδέλο η Βουλή κι ύστερα έρχονται κρεμάλες. Κι ύστερα, θα κάααααθεσαι - όπως έλεγε σε κείνη την παλιά διαφήμιση ο Μίμης Φωτόπουλος.

Θα πείτε, δεν έχουν  τα κόμματα κι οι βουλευτές ευθύνες  για το ελληνικό χάλι; Προφανώς. Το κομματικό  κράτος ευθύνεται εξολοκλήρου γι'  αυτό που ζούμε τώρα. Το κράτος του  ρουσφετιού, του διογκωμένου Δημοσίου, επειδή έτσι εξασφαλίζεται η κομματική πελατεία, το κράτος που εκχωρεί προνόμια στις συντεχνίες και διευκολύνει τους συνδικαλιστές να κάνουν πολιτική καριέρα χρησιμοποιώντας τους συνδικαλιστικούς στρατούς για να κάνουν κατά καιρούς μπουρδέλο το λιμάνι, το κέντρο της Αθήνας, το μετρό, την ΕΡΤ, τις εθνικές οδούς... Και θα πείτε ακόμα, οι ίδιοι οι βουλευτές δεν έχουν εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο για τις πράξεις τους, χάρη στη βουλευτική ασυλία και ένα πλέγμα συνταγματικών και νομοθετικών ρυθμίσεων το οποίο δύσκολα μπορεί να τους οδηγήσει σε ένα κανονικό δικαστήριο;

Έχετε δίκιο. Έτσι είναι. Αλλά δεν βλέπω να πιέζει κανείς επί της ουσίας, ούτε καν τα αριστερά κόμματα. Αν πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση, βεβαίως, θα σήμαινε ότι στόχος τους θα ήταν να εξορθολογίσουν το σύστημα. Ενώ αυτά, από τον Συν του Τσίπρα, τον ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, του Αλαβάνου, του Παπαδημούλη και του Νταβανέλου ως το ΚΚΕ της Παπαρήγα και διάφορες άλλες συνιστώσες, εντός και εκτός Κοινοβουλίου, ξέρουν μόνο να λειτουργούν εμπρηστικά στη συναίνεση. Με ποιον στόχο; Ας καεί, κι ύστερα βλέπουμε. Υπάρχουν, άλλωστε, παραδείγματα προς μίμησιν: μπορεί να γίνουμε Κούβα, μπορεί και Βόρεια Κορέα.

Ως τότε, το σύνθημα είναι γνωστό: «Μπάτσοι γουρούνια  δολοφόνοι». Διότι, όλα κι όλα, εχθροί όλων αυτών των συνιστωσών της  πολιτικής βίας είναι οι δυνάμεις καταστολής.

 

Εθνοχουλιγκανισμός

Το 2004, η Ελλάδα είχε δυο συμβάντα που γέμισαν τους Έλληνες εθνική υπερηφάνεια. Κέρδισε το Κύπελλο Ευρώπης στο ποδόσφαιρο και διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες (τους καλύτερους στον κόσμο, λέμε για να το ακούμε εμείς οι ίδιοι). Ύστερα, μετά τον θρίαμβο, μας νίκησε η ποδοσφαιρική Αλβανία. Εκείνο το βράδυ, της ήττας, οι χούλιγκαν και λοιπές εθνικές και εθνικόφρονες δυνάμεις έκαναν γιουρούσι και έσφαξαν Αλβανούς (ένας πέθανε). Το σύνθημα που ακούστηκε εκείνο το βράδυ ήταν ένα και έμεινε: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ».

Όλοι τότε θεώρησαν ότι αυτή τη δουλειά την κάνουν τα φασιστάκια και αλίμονό τους αν πέσουν στα χέρια μας. Και πράγματι, η κοινωνία καταδικάζει την Ακροδεξιά και τη δράση της, γι' αυτό οι βίαιοι που έσφαζαν εκείνο το βράδυ καταδικάστηκαν στην κοινή συνείδηση και παρέμειναν περιθωριακοί - έστω κι αν το σύνθημά τους εκφράζει πολύ περισσότερο κόσμο απ' αυτούς.

Όπως, κατ' αντιστοιχίαν, και το «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» εκφράζει πολύ περισσότερους απ' όσους το φωνάζουν στις διαδηλώσεις. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Όχι τα φασιστάκια αλλά η διάχυση της φασιστικής βίας - που ακόμα και ως αριστερή περιέχει, μεταποιημένο, το εθνοχουλιγκανικό της πρόσημο.

 

Εθνολαϊκός χουλιγκανισμός

Στη διάρκεια των  Ολυμπιακών της Αθήνας, μέλη του  ΚΚΕ ανέβηκαν στην Ακρόπολη και κρέμασαν ένα πανό με το οποίο κατήγγελλαν  τους ιμπεριαλιστές Αμερικανούς  που είχαν εισβάλει στο Ιράκ. Αποτέλεσμα: ο Κόλιν Πάουελ, υπουργός Εξωτερικών τότε των ΗΠΑ, ματαίωσε την επίσκεψή του στην Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς ότι κερδήθηκε κάποια σπουδαία νίκη. Αλλά νίκη έναντι ποίου; Των ΗΠΑ; Και τι κέρδισε η χώρα από την εναντίωση στις ΗΠΑ; Στην καλύτερη περίπτωση, μόνο αρνητικά δημοσιεύματα. Διότι, κατά τα άλλα, οι Αμερικανοί και στο άθλημα του ντοπέ Κεντέρη σάρωσαν (παρότι τους έβριζε όλο το γήπεδο) κι ακόμα παραμένουν στο Ιράκ.

Στην πραγματικότητα, οι κουκουέδες που κρέμασαν πανό στην Ακρόπολη (κι έκτοτε ξανακρέμασαν και ματαξανακρέμασαν) απλώς διεύρυναν την εμβέλεια της δράσης τους. Ενώ, ως τότε, με συγκεντρώσεις και απεργίες κατάφερναν, σε πολλές περιπτώσεις (π.χ. κλείνοντας τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, ματαιώνοντας πτήσεις, κλείνοντας δρόμους), να μετατρέπουν έναν τρόπο διαμαρτυρίας σε πόλεμο μικρού κομματιού της κοινωνίας εναντίον της σιωπηρής πλειοψηφίας, από τώρα και στο εξής μετέτρεψαν τον πόλεμο αυτό σε εθνική δράση: αρνούμαστε, λένε, τις πολιτικές σας και το κοινοποιούμε μέσω του σημαντικότερου εθνικού συμβόλου που συμβολίζει τον τρισχιλιετή πολιτισμό. Επιχειρούν έτσι να μιλήσουν στο εθνικό ακροατήριο, δεν χουλιγκανίζουν απλώς κατά των πλούσιων, το κάνουν για την Ελλάδα, ρε γαμώτο.

Επιτέλους, κι οι κουκουέδες προσαρμόζονται στην εποχή και στα προτάγματα της Λιάνας Κανέλλη. Με άλλα λόγια: εχθρός των κουκουέδων είναι ο Καρατζαφέρης κι οι χρυσαυγίτες, αλλά τουλάχιστον την παγκοσμιοποίηση τη μισούν το ίδιο, όπως άλλωστε εξίσου λατρεύουν το ίδιο το έθνος.

Κατά τα άλλα, και  οι κουκουέδες μετέρχονται, πιο επαγγελματικά, περιφρουρημένα δηλαδή, τον ίδιο με τις αριστερίστικες συνιστώσες χουλιγκανίστικο τρόπο να επιβάλλουν την άποψή τους: υπονομεύοντας τον κοινωνικό ιστό, επιδιώκοντας την αποσάθρωση. Αυτοί το κάνουν πιο ήπια, δεν σπάνε ό,τι βρουν στο διάβα τους δηλαδή, στο κάτω κάτω είναι και κόμμα νοικοκυραίων (ο μισός «αστικός Τύπος» τυπώνεται στην Τυποεκδοτική, που δεν πληρώνει τις συλλογικές συμβάσεις στους δικούς της εργαζομένους, όπως έχει παραδεχτεί η γ.γ. του ΚΚΕ). Αυτοί, απλώς, ταλαιπωρούν όσους δεν παλεύουν για χειρότερο βιωτικό επίπεδο ή για ενιαία, κρατική ισότητα προς τα κάτω - με εξαίρεση τη νομενκλατούρα: «όχι, κουφάλες (αυτό το κουφάλες το λένε από μέσα τους), αφού δεν πάμε εμείς διακοπές δεν θα πάτε κι εσείς», λέει ο φοιτητής που σκαρφαλώνει στον καταπέλτη του καραβιού.

Κι οι μπάτσοι, τα γουρούνια, οι δολοφόνοι, δεν μπορούν  να κάνουν τίποτα, γιατί, αν χτυπήσουν  τους χούλιγκαν του λιμανιού, θα τους φωνάζουν «μπάτσους γουρούνια  δολοφόνους» και θα τους δυσφημήσουν  ως αυταρχικές δυνάμεις καταστολής...