Πριν από ένα δίμηνο μερικοί από τους ευφυέστερους ανθρώπους αυτής της πόλης επισκέφθηκαν τον προϊστάμενο των δικαστηρίων για να διερευνήσουν τη δυνατότητα να υποβάλουν μήνυση κατ' αγνώστων με σκοπό να αναζητηθούν οι ευθύνες εκείνων που είχαν διαχειριστεί δημόσιο χρήμα κατά την τελευταία τουλάχιστον 20ετία. Ο συνομιλητής τους, ένας άνθρωπος με υψηλή ευαισθησία και δημοκρατική κουλτούρα, τους είπε χωρίς περιστροφές: «Μηn κουράζεστε, το σύστημα είναι καλά θωρακισμένο...».

Τον Μάιο του 2009 ένα από τα λίγα πραγματικά σημαντικά πολιτικά πρόσωπα της χώρας με κάλεσε στο γραφείο του και σε μία συζήτηση, που αφορούσε και τον δικό του ρόλο στην υπόθεση Siemens, μου ζήτησε να είμαι πιο προσεκτικός με όσα γράφω επειδή το «σύστημα δεν αντέχει».

Ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2008, ένας από τους συνηγόρους ενός από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης Siemens δήλωσε περιχαρής σε έναν συνάδελφό μου που τον ρώτησε πώς έκρινε το γεγονός ότι η προκαταρκτική έρευνα έκλεισε, όταν προσέγγισε τα πρώτα πολιτικά πρόσωπα, ότι «το σύστημα λειτούργησε».

Δεν γνωρίζω αν οι τρεις αυτοί άνθρωποι, ο πολιτικός, ο δικαστής και ο συνήγορος, μιλούσαν για το ίδιο «σύστημα». Φοβάμαι πώς, όμως, κατά προσέγγιση μιλούσαν για το ίδιο πράγμα. Ο πολιτικός είχε διευκρινίσει ότι μιλάει για το πολιτικό σύστημα και ο δικαστής είναι βέβαιο ότι δεν μιλούσε για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Μία καταρχήν υποψία μου είναι ότι μιλούσαν γι' αυτό που εγώ θα ονομάσω «το ελληνικό καθεστώς». Τι είναι το «ελληνικό καθεστώς»; Είναι μία κοινωνική, οικονομική, πολιτική και θεσμική τάξη που στηρίζεται σε μία «μαύρη» σε μεγάλο βαθμό οικονομία, η λειτουργία, η επιβίωση και η ανάπτυξη της οποίας προϋποθέτει ένα κλεπτοκρατικό μοντέλο: ο κάθε πολίτης, δηλαδή, να ζει με το χέρι στην τσέπη του άλλου.

Αυτή η τάξη πραγμάτων επιβάλλει τη μη εφαρμογή των νόμων, απαιτεί ένα «μαλακό κράτος»(soft state ), όπως το λένε οι κοινωνιολόγοι, που δεν πολυασχολείται με την εφαρμογή των κανόνων που το ίδιο θεσπίζει και του οποίου τα όργανα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτού του κλεπτοκρατικού συστήματος. Η ατιμωρησία είναι όρος αναπαραγωγής αυτού του συστήματος και του προσωπικού που το υπηρετεί. Αυτή η ατιμωρησία, που στη μεταμοντέρνα της εκδοχή παίρνει τη μορφή της «επιτρεψιμότητας» (permissivity) και της ανεκτικότητας στην παρανομία, λειτουργεί στο όνομα του πολιτισμού της «χαλαρότητας»και της ανεκτικότητας μακριά από «ακρότητες»της προτεσταντικής επιβολής κανόνων.

Και η νομιμοποίηση του συστήματος; Φυσικά γίνεται με τις εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια, που και εκείνων η διεξαγωγή και χρηματοδότηση είναι αναπόσπαστα δεμένη με την παθογένεια και τη λειτουργία του «συστήματος». Γι' αυτό ακριβώς είναι μία «ατελής νομιμοποίηση» αξιωματούχων που κινούνται σταθερά στις παρυφές της νομιμότητας: εξού και ο όρος «καθεστώς», που πρώτος είχε χρησιμοποιήσει πριν το εδραιώσει και το οδηγήσει μέχρι τον τελικής πτώσεως εκφυλισμό -αυτόν που ζούμε στις μέρες μας- ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο νεότερος .

Η Siemens είχε επί πάρα πολλές δεκαετίες την αρχή να «βοηθάει» τις δουλειές της στο εξωτερικό, λαδώνοντας τους φορείς λήψης της αποφάσεων. Ένας εργολάβος μού είχε περιγράψει στην αρχή της ερευνάς μου το 2007 πως οι εκπρόσωποί της περηφανεύονταν στη σύσκεψη κοινοπραξίας για μεγάλο δημόσιο έργο ότι « τους υπουργούς του αναλαμβάνουμε εμείς ...». Εδώ, ίσως, χρειάζεται μία διευκρίνηση, η γερμανική εταιρεία δεν είναι η μόνη που το έκανε. Υπάρχουν δεκάδες εταιρειών από διάφορες χώρες του κόσμου, αμερικάνικες φαρμακευτικές, γαλλικές εταιρείες ηλεκτρονικών, ιταλικοί οίκοι ενέργειας που κάνουν, έκαναν και θα κάνουν το ίδιο όσο δεν αλλάζει το καθεστώς, η αναπαραγωγή του οποίου προϋποθέτει να σε κλέβουν και να κλέβεις .

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον τα χρήματα για την αναπαραγωγή του συγκεκριμένου καθεστώτος. Όχι επειδή τα «έφαγε» η Siemens ή οι πολιτικοί. Θα ήταν αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι μαζεύονται έτσι 300 δισεκατομμύρια ευρώ. Ας κοιτάξουμε το «σύστημα» από πιο κοντά: η αναπαραγωγή του προϋποθέτει την ανυπαρξία ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου, προϋποθέτει, εκτός από την ατελή νομιμοποίηση, και έναν ατελή χωρισμό εξουσιών, η ύπαρξή του προϋποθέτει ότι δεν θα λειτουργούν αυτά που στις αναπτυγμένες δημοκρατίες της Δύσης αποκαλούνται checks and balances (έλεγχοι και αντισταθμίσεις). Κλασική περίπτωση το άρθρο 86 του Συντάγματος, οπού ο ελέγχων και ο ελεγχόμενος είναι ο ίδιος, κλασική περίπτωση η ποδηγετούμενη από το πολιτικό προσωπικό διοικητική μηχανή. Η διοίκηση που καθημερινά συγκεντρώνει τα βέλη του πολιτικού κόσμου είναι ό,τι τού αξίζει. Δεν του αξίζει καλύτερη διοίκηση. Εκείνοι τους προσέλαβαν αφού τους επέλεξαν, μετατρέποντας την προσωπική υπακοή ως το μόνο, αν όχι αποκλειστικό, προνόμιό τους, με εξαίρεση τα τρία χρόνια της διακυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1974-1977) και τα 8 χρόνια του Κώστα Σημίτη.

Αυτό το κράτος, λοιπόν, έφτασε στο τέλος του. Διήρκεσε 35 χρόνια και τώρα απλά μία μεγάλη υπόθεση «πολιτικού χρήματος» και η χρεοκοπία της χώρας «φωτίζουν» τα στερνά του. Προσωπικά δεν στενοχωριέμαι γι' αυτό το τέλος .Κάποιοι άλλοι το βλέπουν διαφορετικά επειδή θεωρούν ότι ξεγράφοντας την τρίτη Ελληνική Δημοκρατία ξεγράφουν τη ζωή τους. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτά τα 35 χρόνια ήταν τα καλύτερα της χώρας, αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτό το καθεστώς δεν άξιζε στα παιδιά μας ούτε μπορούσε να ανταποκριθεί στο ελάχιστο στις απαιτήσεις αυτού του αιώνα. Δεν ξέρω τι θα έρθει «μετά»και αν θα είναι καλύτερο, αλλά η τρίτη Ελληνική Δημοκρατία είναι μία άταφη νεκρή. Τώρα, πρέπει να σχεδιάσουμε την επόμενη.