Τέσσερα χρόνια μετά την Ψυχή Βαθιά, ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει με τη νέα του ταινία. Η Μικρά Αγγλία υπογράφεται σεναριακά από την Ιωάννα Καρυστιάνη και βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της που έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

 

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Άνδρο των δεκαετιών του '30 και '40. Η 20χρονη Όρσα (Πηνελόπη Τσιλίκα) είναι ερωτευμένη με τον υποπλοίαρχο Σπύρο Μαλταμπέ (Ανδρέας Κωνσταντίνου). Κλειστός χαρακτήρας, δεν αποκαλύπτει το μυστικό της σε κανέναν. Η μικρότερη αδελφή της, Μόσχα (Σοφία Κόκκαλη), δυναμική και γεμάτη όνειρα, θέλει να φύγει από την Άνδρο. Για τη μητέρα τους, Μίνα (Αννέζα Παπαδοπούλου), ο έρωτας είναι κακός μπελάς και πόνος. Παρακάμπτοντας τα αισθήματα των κοριτσιών της, συνωμοτεί, αξιοποιεί γνωριμίες και τις παντρεύει με γνώμονα το συμφέρον. Την Όρσα με τον πλοιοκτήτη και καπετάνιο Νίκο Βατοκούζη (Μάξιμος Μουμούρης) και λίγο αργότερα τη Μόσχα, με τον καπετάνιο πλέον, Σπύρο.

 

Οι τέσσερις πρωταγωνιστές της ταινίας, Μάξιμος Μουμούρης, Σοφία Κόκκαλη, Πηνελόπη Τσιλίκα και Ανδρέας Κωνσταντίνου μίλησαν στο LiFO.gr για την εμπειρία των γυρισμάτων στην όμορφη Άνδρο καθώς και για τη συνεργασία τους με τον σκηνοθέτη.

 

 

 

Είχατε διαβάσει το βραβευμένο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη πριν σας προταθεί ο ρόλος στην ταινία; Ποιο στοιχείο του θεωρείτε ξεχωριστό;

Μ.Μ.: Δεν το είχα διαβάσει και ένιωσα αμήχανα όταν αντιλήφθηκα το πόσοι γνωστοί μου το είχανε κάνει. Κατάλαβα πως θα υπάρχει μεγάλη προσμονή και περιέργεια από πολλούς για την ταινία. Θεωρώ ξεχωριστό στοιχείο του βιβλίου την ιδιαιτερότητα στη σύνταξη και την περιγραφή των εικόνων και των συναισθημάτων των ηρώων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Καρυστιάνη κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για κάθε ήρωα.

Σ.Κ.: Πρώτα διάβασα το σενάριο και έπειτα το βιβλίο, τις μικρές λεπτομέρειες του, την ιδιαίτερη γλώσσα. Το γεγονός ότι η Καρυστιάνη περιγράφει τον κόσμο αυτό με μεγάλη σκληρότητα και ταυτόχρονα τεράστια τρυφερότητα.

Π.Τ.: Διάβασα τη Μικρά Αγγλία μετά την πρώτη φάση των δοκιμαστικών, όταν μου είχε ζητηθεί να δοκιμάσω και για τις δύο αδελφές και δεν είχα ιδέα αν θα είμαι τελικά στην ταινία. Το να ακολουθώ τις ζωές αυτών των δύο κοριτσιών ήταν για μένα αφυπνιστικό και εθιστικό. Αυτό που αγάπησα στη γραφή της Ιωάννας ήταν το πώς φτιάχνει τα μεγάλα και συνταρακτικά γεγονότα να πηγαίνουν χέρι-χέρι με τα μικρά και παράπλευρα, χωρίς να διακρίνει ή να κεντρικοποιεί. 

Α.Κ.: Διάβασα πρώτα το σενάριο κι έπειτα το βιβλίο. Θεωρώ ξεχωριστό τον τρόπο αφήγησης της Ιωάννας, μου άρεσε πολύ η ματιά της. Η ταινία διαθέτει έναν εξίσου όμορφο και ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης της πολυτάραχης αυτής ιστορίας.

 
Πώς προσεγγίσατε τον χαρακτήρα που υποδύεστε στην ταινία;

Μ.Μ.: Μέσα από την πρωταρχική αίσθηση που είχε ο Παντελής Βούλγαρης για τον ήρωα, από τις πρώτες καταγεγραμμένες σκέψεις που μας μετάφερε αλλά και από την ανάγνωση του μυθιστορήματος από το οποίο μπόρεσα να αντλήσω στοιχεία που το σενάριο δεν θα μπορούσε να προσφέρει, μιας και είναι ένα απόσταγμα του βιβλίου. Η μοναχικότητα, η συστολή, το οικογενειακό παρελθόν, η ανιδιοτελής αγάπη, το μυστήριο της Όρσας, η οικογένεια αλλά και τα κρυμμένα πάθη ήταν κάποια από τα στοιχεία που με βοήθησαν να φτιάξω έναν βασικό άξονα του ήρωα.

Σ.Κ.: Προσπάθησα να κατανοήσω τις ανάγκες που μπορεί να έχει ένα κορίτσι στην Άνδρο του '30. Αναμνήσεις, αφηγήσεις και εικόνες μας βοήθησαν να πλάσουμε ένα κόσμο και να τον εμπιστευτούμε. Από κει και πέρα, σωπαίνεις και αφουγκράζεσαι το περιβάλλον που έχει φτιαχτεί από όλους τους συντελεστές, εναρμονίζεσαι σε αυτό και είτε ενστικτωδώς ή από συγκεκριμένη επιλογή, κινείσαι ανάλογα.

Π.Τ.: Ο Παντελής μάς ζήτησε να πάρουμε τις αποστάσεις μας από τον σημερινό χρόνο και ρυθμό και από τον σημερινό λόγο. Να ανοιχτούμε σε κάτι άλλο. Την Όρσα ευχήθηκα ποτέ να μην τη φτάσω, να πω «αυτό ήταν, την προσέγγισα. Δεν σταμάτησα ποτέ να την παρατηρώ, να τη φαντάζομαι, να της κάνω ερωτήσεις, να θυμώνω μαζί της και να την αγαπώ. Έφτιαξα τον κόσμο της κι ύστερα τοποθετήθηκα σ' αυτόν, με διαρκή έγνοια να δικαιώνεται η ιστορία.

Α.Κ.: Προσέγγισα τον χαρακτήρα ενθυμούμενος τους παππούδες μου, Μάρκο και Μόσχο. Την κορμοστασιά τους, τα βλέμματά τους, τις κινήσεις, τη ζεστασιά τους. Στη μνήμη τους αφιερώνω και τη συμμετοχή μου στην ταινία.

 

 

 

Πιστεύετε ότι η ιστορία της ταινίας είναι επίκαιρη; Με ποιον τρόπο συνδέεται με τη σημερινή πραγματικότητα;

Μ.Μ.: Πρόκειται για μια καθαρά μυθιστορηματική ταινία για μια εποχή που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε στο όλον της. Ίσως οι αρχετυπικοί χαρακτήρες να μας μιλάνε ακόμα και σήμερα σε μια κοινωνία που παραμένει συντηρητική και με πολλές ανομολόγητες προκαταλήψεις σαν εκείνες της Άνδρου πριν από 80-90 χρόνια.

Σ.Κ.: Η σύνδεση με τη σημερινή πραγματικότητα μάλλον είναι ανάγκη κυρίως του θεατή. Σε οτιδήποτε και αν προέκυπτε θα προσπαθούσαμε να την εντοπίσουμε και μάλιστα θα τα καταφέρναμε. Όχι γιατί το έργο μιλάει ή σχολιάζει επί τούτου τη σημερινή πραγματικότητα, αλλά γιατί η αφήγησή του και η ουσία του έχει να κάνει με τον άνθρωπο, τις ανάγκες του και τις αδυναμίες του που είναι διαχρονικές, απλά μέσα σε μια μακρινή και άγνωστη σε εμάς συνθήκη.

Π.Τ.: Οι άνθρωποι πάντα θα αγαπούν και θα προδίδουν, θα κάνουν πίσω και θα επαναστατούν, θα φτιάχνουν και θα χαλάνε. Αρκεί να αξίζει τον κόπο, αρκεί να το καταλαβαίνουν εγκαίρως.

Α.Κ.: Η ιστορία είναι επίκαιρη, όσο επίκαιρος είναι ο έρωτας, το όνειρο, ο αποχωρισμός, η αγωνία, η ίδια η ζωή. Τέτοιες ιστορίες είναι πάντα ίδιες, χώρος, χρόνος, συνθήκες και πρόσωπα είναι αυτά που αλλάζουν.

 

Δώστε μου ένα θετικό και ένα αρνητικό που έχετε αποκομίσει από τη συνεργασία σας με τον Παντελή Βούλγαρη.

Μ.Μ.: Με τον Παντελή Βούλγαρη ένιωσα ότι μπορούσα να προτείνω όποια ιδέα είχα κατά την διάρκεια της συνεργασίας μας και ήξερα πως θα την επεξεργαστούμε, ασχέτως αν θα την κρατούσαμε ή όχι. Το ίδιο ισχύει και για την ελευθερία ακόμα και την τελευταία στιγμή επάνω στην λήψη. Το αρνητικό σε όλα αυτά είναι πως, προσωπικά ως ηθοποιός, έχω ανάγκη από όρια μέσα στα οποία μπορώ να κινηθώ. Αυτά τα όρια ο κ. Βούλγαρης δεν τα θέτει λόγω της γενναιοδωρίας και της εμπιστοσύνης που έχει στους ηθοποιούς.

Σ.Κ.: Ο ηθοποιός και ο σκηνοθέτης ψάχνουν μαζί μέχρι την τελευταία στιγμή να κατανοήσουν και να ορίσουν έναν χαρακτήρα. Αυτό είναι ταυτόχρονα θετικό και αρνητικό. Θετικό από άποψη δημιουργίας, αρνητικό από άποψη αβεβαιότητας.

Π.Τ.: Ήταν τρυφερός, αυστηρός όταν έπρεπε, μας εμπιστεύτηκε και μας έδειξε το μονοπάτι, σ' εμάς απέμενε να τον εμπιστευτούμε και να το ακολουθήσουμε. Το κακό είναι ότι μπορεί να μας κακόμαθε.

Α.Κ.: Η ελευθερία και η εμπιστοσύνη που μου έδειξε ο Παντελής κατά τα γυρίσματα ήταν το θετικό (και αρνητικό) στοιχείο που αποκόμισα από τη συνεργασία μαζί του. Τον ευχαριστώ βαθιά γι' αυτό.

 

 

 

Μετακομίσατε στην Άνδρο για όσο διάστημα διήρκησαν τα γυρίσματα. Τι εντύπωση σας άφησε η ζωή στη νησιωτική επαρχία; Υπάρχει κάποιος άλλος τόπος στην Ελλάδα με τον οποίο έχετε κάποιο ιδιαίτερο δέσιμο;

Μ.Μ.: Ήταν περίεργη η σύμπτωση να υποδύομαι ναυτικό και να πρέπει να παίρνω κάθε φορά το καράβι για να το κάνω. Έκανα πρόβα στο περπάτημα του Βατοκούζη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Δεν ήμουν όλο το διάστημα στο νησί, πέρασα μεγάλα διαστήματα όμως. Η Άνδρος το χειμώνα ήταν το ιδανικό σκηνικό για να αφοσιωθούμε στην δουλειά. Η απουσία των αθηναϊκών ρυθμών ήταν απαραίτητη για να λειτουργήσω στο κλίμα της ταινίας. Οι δεσμοί μου με τόπους έχουν να κάνουν κυρίως με γεγονότα, συνθήκες και ανθρώπους, οπότε η Άνδρος έχει πλέον ιδιαίτερη θέση μέσα μου.

Σ.Κ.: Οι δύο μήνες στην Άνδρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων ήταν ό, τι καλύτερο. Η φύση η ίδια, ο καιρός που έπαιρνε τις δικές του αποφάσεις -πολλές φορές εις βάρος των γυρισμάτων-, οι κάτοικοι και η καθημερινότητά τους, αποτέλεσαν για μένα πηγή έμπνευσης αλλά και καταφύγιο συγκέντρωσης που θα θυμάμαι για πάντα. Έχω ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το χωριό μου στη Χίο, λέγεται Αγιάσματα, είναι στο βορειότερο τμήμα του νησιού με μία άγρια ομορφιά. Εκεί ο χρόνος κυλά αλλιώς. Επίσης, με την Αμοργό που είναι αγαπημένος μου προορισμός για καλοκαίρι και όχι μόνο. 

Π.Τ.: Όταν είδα τη θάλασσα, όχι τουριστική, αλλά συννεφιασμένη, άγρια και λασπωμένη, κατάλαβα τι έβλεπαν αυτές οι γυναίκες. Πώς μπορεί η διάθεσή τους να εξαρτάται με έναν περίεργο τρόπο από τα μποφόρ. Και η ζωή στο νησί τον χειμώνα έχει μια αίσθηση καθημερινότητας πολύ διαφορετικής απ' την αθηναϊκή, ο χρόνος αποκτά άλλο μέγεθος, το ίδιο και οι άνθρωποι που συναντάς. Κατάγομαι από τα Άγραφα, πολύ διαφορετικό μέρος, με υψόμετρο και έλατα, όμως έχω να πάω απ'τα δεκαεφτά μου.

Α.Κ.: Κατά την παραμονή μας στην Άνδρο, δεθήκαμε με τον τόπο και τους ανθρώπους του, απλά και αληθινά. Η ησυχία, η φύση, οι εναλλαγές του καιρού και η άγρια ομορφιά του νησιού μας συντρόφευαν. Έχω ζήσει στην Κρήτη, από όπου και κατάγομαι. Πολύ αγαπημένος και ευλογημένος τόπος, κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

 

Ποια ταινία της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής των τελευταίων ετών έχετε ξεχωρίσει και γιατί;

Μ.Μ.: Πολύ αυθόρμητα και χωρίς πολλή σκέψη θα έλεγα το Wasted Youth των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Jan Vogel, κυρίως για την αίσθηση ενός πρωτόλειου που κινηματογραφήθηκε από μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι αγαπούν να κάνουν κινηματογράφο με κάθε τρόπο. Όπως επίσης και για την ερμηνευτική απλότητα των πιτσιρικάδων μη-ηθοποιών.

Σ.Κ.: Αυθόρμητα ξεχωρίζω τις ταινίες του Λάνθιμου, Κυνόδοντας και Άλπεις και την τελευταία ταινία της Στέλλας Θεοδωράκη, Ημερολόγια Αμνησίας. Η τελευταία έχει μια αφήγηση και μια τόλμη που δεν είχα ξαναδεί. Προβάλλει έναν κόσμο εντελώς προσωπικό της που όμως είναι σαν να γράφτηκε για σένα.

Π.Τ.: Θυμάμαι την ατάκα «Έχει να βρέξει από τότε που ήρθε!» στον Βασιλιά του Γραμματικού. Και οι ταινίες του Οικονομίδη μου αρέσουν, και του Τσίτου, κι άλλες.

Α.Κ.: Μου άρεσε περισσότερο η ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη Οι Αισθηματίες, την οποία είδα σε φάση work in progress στις Νύχτες Πρεμιέρας. Ωραία ιστορία, συγκινητική, με έξυπνη αίσθηση του χιούμορ και με μια εκπληκτική ερμηνεία από τον φίλο μου Χάρη Φραγκούλη. Αξίζει να τη δούμε.