Τα χρήματα δεν θα σου δώσουν ευτυχία ούτε status

Τα χρήματα δεν θα σου δώσουν ευτυχία ούτε status Facebook Twitter
Η πρόσβαση στα πραγματικά απλησίαστα αγαθά αυτής της ζωής δεν μεταβλήθηκε.
0



Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ
 τώρα από το πώς ήταν όταν ο Thorstein Veblen έγραψε τη «Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης» το 1899, και σίγουρα ακόμα πιο διαφορετικός από την εποχή που ο Vance Packard έγραψε το «The Status Seekers» το 1959. Η ανισότητα του πλούτου και η ταξική διαστρωμάτωση δεν έχουν εξαφανιστεί από τότε, αλλά οι συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους σηματοδοτούνται δημοσίως από τους πλούσιους και διάσημους έχουν αλλάξει λίγο. Όλα τα είδη των ανθρώπων μπορούν να αγοράζουν αγαθά από κορυφαίες μάρκες, ή τουλάχιστον απομιμήσεις τους.

Μάλιστα, σε ορισμένους κοινωνικούς κύκλους θεωρείται ακόμα και δείγμα κομψότητας

Σε ορισμένους κύκλους, θεωρείται ακόμη και μορφή στυλ του να εργάζεσαι πολύ σκληρά.

Ο Chuck Thompson φαίνεται να θεωρεί αυτές τις αλλαγές ως κάτι κακό.

«Αν σχεδόν κανείς δεν έχει πλέον ιδέα για το τι ακριβώς είναι το στάτους και τι το κύρος, τότε ένα πράγμα είναι σίγουρο: η τάξη στην οποία παραδοσιακά σε κατέτασσαν αυτά τα δύο διαταράσσεται. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η χώρα έχει γίνει τόσο δυσλειτουργική», γράφει ο Thompson στο νέο του βιβλίο, «Η επανάσταση του στάτους» και συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο: «Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη για την ανθρωπότητα: Δεν ξέρουμε πλέον πώς να μετρήσουμε την αξία και τη θέση μας ανάμεσα στους συμπολίτες μας». (Πες μου ότι δεν ανήκεις σε μια υποτελή ομάδα χωρίς να μου πεις ότι δεν ανήκεις σε μια υποτελή ομάδα, που θα έλεγαν εν είδει trend και στο Tik Tok).

Aυτό που συμπεραίνει ο Τόμσον από τη σκόρπια έρευνά του είναι ότι «το στάτους, η πολυτέλεια, ακόμα και το κύρος, είναι πλέον εμπορεύματα που είναι προσιτά σε όλους» (είδηση που σίγουρα θα χαρούν να ακούσουν τα 37,9 εκατομμύρια Αμερικανοί που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας) και ότι οι πλούσιοι «ντύνονται όπως όλοι οι άλλοι, κάνουν διακοπές στα ίδια μέρη, ξοδεύουν υπερβολικά χρήματα για κρασί και τρώνε (και) στο Taco Bell».

Τι είναι λοιπόν η θέση και το κύρος, ακριβώς; Ο Τόμσον εξηγεί ότι από εδώ και στο εξής θα χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις λίγο πιο... «εναλλακτικά», ακριβώς δηλαδή με τον τρόπο που χρησιμοποιούν τις λέξεις «πολυτέλεια» και «ελίτ» όσοι βρίσκονται σε έναν κάποιο εργασιακό παλμό.

Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας «πολυτέλεια: αν το καλοσκεφτείτε λίγο, σημαίνει απλώς ότι κάτι κοστίζει περισσότερο απ’ όσο μπορείτε γενικά να αντέξετε οικονομικά, εκτός κι αν είστε πλούσιος. Η "ελίτ", πάλι, υποδηλώνει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε κάτι είναι μικρός. Και το "κύρος" και το "status" ορίστηκαν εύστοχα από τον Alain de Botton στο "Status Anxiety" ως "αγάπη από τον κόσμο". Τα κολέγια Ivy League είναι ελίτ, αλλά όχι πολυτελή. Οι υποτροφίες MacArthur είναι υψηλού κύρους αλλά όχι πολυτελείς, αφού δεν μπορείς να αγοράσεις μία. Το παλτό από γούνα σκυλιών Δαλματίας που ονειρευόταν η Κρουέλα Ντε Βιλ είναι πολυτελές, αλλά δεν προσδίδει κύρος ούτε σε κατατάσσει σε κάποια ελίτ».

Τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν ούτε την ευτυχία ούτε το status ενός πλουσίου: είναι αυτό σωστό ως συμπέρασμα; Facebook Twitter
Ο Thompson έχει δίκιο ότι ορισμένα είδη εξεζητημένων αγορών ή επιδεικτικού καταναλωτισμού –ειδικά όταν υποδηλώνουν σνομπισμό ή ακόμα και κυνισμό- δεν προσδίδουν πλέον κύρος με την έννοια της «αγάπης του κόσμου».

Επί της ουσίας, το παράδειγμα με τους σκύλους, είναι το πρώτο ουσιαστικό παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να περιγράψει αυτή την αλλαγή στη... μέτρηση του κύρους ή του status, στη ζωή των ανθρώπων.

Παρακολουθεί την άνοδο των σκύλων διάσωσης στη λαϊκή συνείδηση και ταυτόχρονα την πτώση της απόκτησης καθαρόαιμων σκύλων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο, δεν στηρίζει αυτό το παράδειγμα με στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το ποσοστό των ανθρώπων που αποκτούν κάθε είδος σκύλου έχει αλλάξει, ή με οποιονδήποτε συγκριτικό αριθμό. Η εννοιολογική ασάφεια του «The Status Revolution» δεν τελειώνει εκεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο τόσο ασαφές ως προς τα ίδια του τα επιχειρήματα, ώστε οι λέξεις "lowbrow" και "highbrow" (σ.σ.: χαμηλής και υψηλής αισθητικής ή καλλιέργειας, θα μεταφράζαμε εδώ) που εμφανίζονται στον υπότιτλο του βιβλίου, δεν εμφανίζονται ή έστω δεν εξηγούνται πουθενά στο κείμενό του.

the status revolution
Chuck Thompson, The Status Revolution

«Αρκετές γενιές πριν», ισχυρίζεται ο Τόμσον σε ένα άλλο παράδειγμα, «ένας κλασικός δείκτης πλούτου ήταν μια υπηρέτρια ή ένας προσωπικός υπηρέτης. Τώρα πολύ περισσότεροι από τους μισούς Αμερικανούς απολαμβάνουν τέτοιου είδους υπηρεσίες», χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην πλούσιοι ή επιφανείς, υπονοεί ο συγγραφέας.

Βέβαια, αυτό που πραγματικά εννοεί είναι ότι πολλοί άνθρωποι μπορούν να καλέσουν ένα ταξί από την Uber για να πάνε στον προορισμό τους ή να απολαύσουν υπηρεσίες delivery τροφίμων, κάτι, όμως που δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ από το να καλούσες ένα επιβατικό αμάξι στο Λονδίνο του 19ου αιώνα ή να αγοράζεις ψωμί από το κατάστημα ενός αρτοποιού της Αρχαίας Ρώμης...

Ο Thompson έχει δίκιο ότι ορισμένα είδη εξεζητημένων αγορών ή επιδεικτικού καταναλωτισμού –ειδικά όταν υποδηλώνουν σνομπισμό ή ακόμα και κυνισμό- δεν προσδίδουν πλέον κύρος με την έννοια της «αγάπης του κόσμου». Μάλιστα, ξεθάβει και μία διαφωτιστική πληροφορία, συγκεκριμένα μια μελέτη, στην οποία όσοι συμμετείχαν εμφάνιζαν έκρηξη ντοπαμίνης, κάθε φορά που τους έλεγαν ότι το κρασί που καταναλώνουν είναι εξαιρετικά ακριβό.

Βάσει αυτής της μελέτης, ο Τόμσον καταλήγει σε ένα κάπως αυθαίρετο συμπέρασμα ότι «η κατανάλωση αγαθών πολυτελείας είναι ένας από τους ταχύτερους τρόπους για να ικανοποιηθεί η ανθρώπινη ανάγκη για κύρος». (Βέβαια, το να μπερδεύεις την ντοπαμίνη με την εξωτερική επικύρωση φαίνεται κάπως επικίνδυνο, αλλά είναι η γνώμη του...).

Ωστόσο, αυτή δεν είναι η μόνη φορά που το βιβλίο «Η επανάσταση του στάτους» εκτροχιάζεται σε ό,τι αφορά τα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, το πράγμα ξεφεύγει τελείως όταν ο Thompson επιχειρεί να διεξάγει μια ακαδημαϊκή μελέτη για τη σχέση μεταξύ του μεγέθους του πέους και του ενδιαφέροντος για σπορ αυτοκίνητα.

Μια συνέντευξη με τον ροκά της δεκαετίας του '80 Rick Springfield εμφανίζεται σε δύο κατά τα άλλα άσχετα κεφάλαια- σε ένα κεφάλαιο για την τρέχουσα κατάσταση της φιλανθρωπίας, ο Thompson αφιερώνει ενθουσιώδη προσοχή στο πρόσωπο που (όπως σημειώνει) εξέδωσε δύο από τα προηγούμενα βιβλία του. Κάθε φορά που του τελειώνουν τα πράγματα που έχει να πει, ο Τόμσον καταφεύγει σε ατάκες τύπου «Οι άνθρωποι έχουν μια μετρήσιμη προδιάθεση για συμμόρφωση. Αυτό ρίχνει φως σε όλα τα είδη ανεξήγητων πολιτισμικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων όλων των Kardashian, των ρεπουμπλικανικών ιστοσελίδων γνωριμιών, εκείνων των μικρών δαχτυλιδιών στη μύτη που μοιάζουν με κρεμαστές μύξες, του αρωματικού ατμίσματος και του "Bohemian Rhapsody", το οποίο, συγγνώμη, ήταν αγγαρεία όταν βγήκε και είναι ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην εκατομμυριοστή προβολή»...

Το πιο συναρπαστικό κεφάλαιο του "The Status Revolution" επικεντρώνεται στον Roy Vickers, έναν καλλιτέχνη στη Βρετανική Κολομβία, και το έργο του για τη δημιουργία αντιγράφου ενός ιστορικά σημαντικού τοτέμ. Το κεφάλαιο είναι γεμάτο από προσεκτικές παρατηρήσεις και ανθυπολεπτομέρειες που πρακτικά δεν έχουν καμία σχέση με το περιεχόμενο του υπόλοιπου βιβλίου. «Πολυτέλεια στην άκρη του κόσμου: Το στάτους ως αυθεντία» είναι ο τίτλος του κεφαλαίου σε μία προσπάθεια αυτό να εναρμονιστεί με το υπόλοιπο περιεχόμενο.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που συμπεραίνει ο Τόμσον από τη σκόρπια έρευνά του είναι ότι «το στάτους, η πολυτέλεια, ακόμα και το κύρος, είναι πλέον εμπορεύματα που είναι προσιτά σε όλους» (είδηση που σίγουρα θα χαρούν να ακούσουν τα 37,9 εκατομμύρια Αμερικανοί που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας) και ότι οι πλούσιοι «ντύνονται όπως όλοι οι άλλοι, κάνουν διακοπές στα ίδια μέρη, ξοδεύουν υπερβολικά χρήματα για κρασί και τρώνε (και) στο Taco Bell».

Ναι, η μαύρη αλήθεια είναι ότι ορισμένες από τις μεγάλες πολυτέλειες του παρελθόντος (το κινητό τηλέφωνο, η ηλεκτρική ενέργεια, κ.α) σήμερα θεωρούνται αυτονόητα για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των σύγχρονων μεγαλουπόλεων τουλάχιστον. Αλλά, μην τρελαθούμε: η πρόσβαση στα πραγματικά απλησίαστα αγαθά αυτής της ζωής δεν μεταβλήθηκε. Εξακολουθούν να παραμένουν απλησίαστα και να συμβολίζουν την κραυγαλέα ανισότητα και της αγοραστικής δύναμης και της ταξικής κατάταξης.

Με στοιχεία από New York Times

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ