Σέρι and the boy: ένα τυπικό αθηναϊκό οne night stand. Facebook Twitter
Έχει τον αέρα εκείνου που γαμάει όλη την ώρα, αιγαιοπελαγίτικα μποφόρ που μαστιγώνουν. Τα ρούχα του Αστυπάλαια σικ: μπλούζα που θυμίζει κουρελού, παντελόνι χακί, μηχανή, μουσική, όλα. Ο ένας τοίχος βιβλιοθήκη, ο άλλος όλος καθρέφτης. Όλο το σπίτι ένας χώρος... Εικονογράφηση: Νόνη Νέζη/ LIFO

Σέρι and the boy: ένα τυπικό αθηναϊκό οne night stand.

0

Φτάνουμε στο αυθαίρετο ρετιρέ του Θησείου. Όταν δηλώνει ότι είναι δικό του, ξέρω ότι από κάτω μένει η μάνα του κι όλο του σόι – ότι οι σπανακόπιτες και τ' άπλυτα πηγαινοέρχονται στον πέμπτο. Ζει σε ένα από τα συγκλονιστικά ρετιρέ-πάνω-από-το-ρετιρέ, που μόνο Αθηναίοι που έχουν τα μέσα στην οικογενειακή πολυκατοικία διαθέτουν. Το έχει χτίσει μόνος του, όλο ξύλο και γούστο.


Έχει τον αέρα εκείνου που γαμάει όλη την ώρα, αιγαιοπελαγίτικα μποφόρ που μαστιγώνουν. Τα ρούχα του Αστυπάλαια σικ: μπλούζα που θυμίζει κουρελού, παντελόνι χακί, μηχανή, μουσική, όλα. Ο ένας τοίχος βιβλιοθήκη, ο άλλος όλος καθρέφτης. Όλο το σπίτι ένας χώρος.


***


Γνωριστήκαμε σε μπαρ. Δεν μιλήσαμε πολύ. Με κάλεσε σε ένα πάρτι σπίτι του – δεν πήγα. Τον πέτυχα σε άλλο. Τη λεμονάδα μου αντικατέστησε μπίρα κι άλλη μπίρα και ήπιαμε κι άλλη μια μπίρα. Αποδείχτηκε ότι είχε ήδη πάει με τη φίλη μου που τον είχε βρει «εξαιρετικό, τι μικρή αυτή η πόλη!». Μια ώρα αργότερα στράφηκε σε μένα.


– Πάμε πουθενά να καθίσουμε, με τη μηχανή, να τα πούμε;


– Άμα προτίθεσαι να με πας μετά σπίτι μου.


– Φυσικά και προτίθεμαι.


– Αλλά νυστάζω. Τελικά, πήγαινέ με κατευθείαν σπίτι μου.


– Είσαι σίγουρη;


– Σίγουρη.


– Είναι ωραίο το σπίτι σου;


– Καλό είναι. Αλλά δεν σε καλώ, γιατί θέλω να κοιμηθώ. Κι άμα έρθεις σπίτι μου, πώς θα σε διώξω μετά;


– Σωστά, γελάει. Πάμε στο δικό μου.


– Όχι, ρε συ, πού να τρέχουμε. Πήγαινέ με σπίτι να τελειώνουμε.


– Πρέπει να έρθεις να δεις τον σκύλο μου. Και τη θέα. Α, έχω φοβερή θέα.


– Κι αν δεν μ' αρέσει, ντύνομαι και φεύγω; ρωτάω.


– Τι είναι αυτά που λες; Έχεις βρόμικο μυαλό.


– Ενώ εσύ τι έχεις στο μυαλό; λέω.


– Να σου δείξω τον σκύλο.

Βρίσκεται από πάνω μου με μια απότομη κίνηση, έτοιμος να διεισδύσει. Ο σκύλος μού γλείφει το χέρι αυτήν τη φορά, το φεγγάρι πιάτο. Ο σκύλος σαλιάρης, ή ίσως όλοι οι σκύλοι είναι σαλιάρηδες, δεν ξέρω από σκύλους – και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, πετάγεται πάνω και λέει αυστηρά, «Κάτσε, κάτσε κάτω Μπόι, Μπόι, άσ' το».


Τον σκύλο μέσα του, δηλαδή. Διότι καθώς ατενίζουμε την ελαφρά εθνικιστική θέα μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Και το μπράτσο.


Μου σερβίρει την ατάκα που φαντάζομαι ότι σερβίρει σε όλες για μια πολυκατοικία απέναντι, που του κόβει τη μισή θέα: «Δεν έχω βρει ακόμα έναν τρόπο να ρίξω αυτό το κτίριο απέναντι».


Δοκίμασε δυναμίτη. Ή πέτα πάνω της ένα αεροπλάνο την 25η Μαρτίου. Πολύ πατριωτικό, είναι και η γιορτή μου, θα το πάρω προσωπικά, σαν δώρο.


Υπολογίζω το ύψος της πολυκατοικίας. Αν πηδήξω, ας πούμε, θα συντριβώ μια και καλή ή θα έχουμε άλλα;


– Συγχαρητήρια, λέω, έχεις τη σπάνια αθηναϊκή θέα. Ιδανική τοποθεσία για αυτοκτονία.


– Το σκέφτεσαι; ρωτάει κάπως ανήσυχος. Τι ζώδιο είσαι; ρωτάει, για την περίπτωση που δεν κάνω πλάκα. Αυτό του λείπει βραδιάτικα, ένας αυτοκτονικός Καρκίνος που θα πηδήξει αστόχαστα απ' το ρετιρέ του.


– Φτάσαμε στα ζώδια, είναι σοβαρό, λέω.
– Καρκίνος, μαντεύει.


– Πώς σου ήρθε!


– Εξαιτίας του συναισθηματικού.


– Ποιου συναισθηματικού;


– Υδροχόος, Δίδυμος; ρωτάει τώρα. Είσαι Δίδυμος, λέει. Μάλιστα. Γι' αυτό έχεις πλάκα. Κι εγώ Υδροχόος.


– Αφού είσαι Υδροχόος! γελάμε πάλι.


– Θες ναρκωτικά; ρωτάει καθώς ψαχουλεύει την κουζίνα.


– Τι έχεις;


– Μαύρο. Κόκα.


– Όχι.


– Υπάρχει, δηλαδή, κάτι άλλο που θα 'θελες;


– Μπα. Άμα υπάρχει κάνα λικέρ, κανένα σέρι, βάλε.


Κεντράρω στην αντανάκλαση των σωμάτων μας στον γιγάντιο καθρέφτη. Φοβερές καμπυλωτές επιφάνειες, στιλπνά δέρματα, σαν ασπρόμαυρο σύμπλεγμα σεξουαλικής εγκυκλοπαίδειας.


Προσπαθώ να γουστάρω, να απολαύσω, να συντονιστώ, αλλά κάτι λείπει.


Είμαστε μποέμ, πολύ οk θεωρητικά με ένα ξερό γαμήσι. Έχουμε μπράτσα, κώλους. Χιούμορ, βυζιά. Στύση – όλα μυώδη. Κόκα, κάνναβη. Τι λείπει;


***


Βρίσκεται από πάνω μου με μια απότομη κίνηση, έτοιμος να διεισδύσει. Ο σκύλος μού γλείφει το χέρι αυτήν τη φορά, το φεγγάρι πιάτο. Ο σκύλος σαλιάρης, ή ίσως όλοι οι σκύλοι είναι σαλιάρηδες, δεν ξέρω από σκύλους – και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, πετάγεται πάνω και λέει αυστηρά, «Κάτσε, κάτσε κάτω Μπόι, Μπόι, άσ' το». Αυτό συμβαίνει περίπου κάθε τρία λεπτά και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν κλείνει απλά τον σκύλο έξω. Γιατί δεν κλείνει την μπαλκονόπορτα, ώστε να μη χρειάζεται κάθε τόσο να παρατάει ό,τι κάνει (εμένα) και να πετάγεται ν' απομακρύνει τον σκύλο.


Κάποια στιγμή εξαφανίζεται και, καθώς περιμένω μέσα στο σκοτάδι χαζεύοντας την πάντα υπέροχη θέα, μου γλείφει φανατικά το πόδι – λίγο ποδολάγνος, σκέφτομαι. Αλλά έρχεται δίπλα μου και μ' αγκαλιάζει καθώς το πόδι παραμένει γλειφόμενο: το έγλειφε ο σκύλος! Το πόδι τραβιέται απότομα. Διχάζομαι. Λέω «Αν δε διώξουμε τον σκύλο, να τον εντάξουμε, να κάνει τίποτα εποικοδομητικό, όπως έχει το πράγμα. Να ξέρω, τουλάχιστον, ποιος είναι αυτός που με γλείφει». Ξεραίνεται στα γέλια, λέει, «Σίγουρα δεν είσαι Δίδυμος; Αλλά μπορούμε να το κάνουμε και στ' αλήθεια, ε; Δεν το 'χω δοκιμάσει».


***


Ο τύπος είναι άλλο επίπεδο, άλλη πίστα. Προφανώς το κάνει κάθε μέρα: κάθε μέρα φέρνει μία εδώ και της δείχνει τη θέα, αφού της πει την ατάκα για την πολυκατοικία και της έχει γλείψει ο σκύλος πόδια-χέρια. Τις ψωνίζει στο Τσιν Τσιν ή στο Μπουζ – όχι απ' όπου ψωνίζουν όλοι, δηλαδή από το Σέβεν Τζόκερς. Γιατί μόνο εκεί πηγαίνει. Τα κορίτσια παρασύρονται καθώς ακούγεται το «Μπακ του Μπλακ». Είναι μικρή η ζωή, σκέφτονται. Είναι παρασυρμένα από πριν, εδώ που τα λέμε. Από το Αστυπάλαια σικ: ωραίος, έξυπνος και μηχανάρα, πράγματα που εμένα δεν με καυλώνουν, ή τουλάχιστον δεν με καυλώνουν σήμερα. Καμιά φορά δύο κορίτσια μαζί. Με τη μισή παράνομη θέα, την κάπως κιτς από αυτήν τη γωνία: λίγη Ακρόπολη, λίγη αμηχανία και πολύ παλινδρομική κίνηση. Σκέτο, απλό πισωκολλητό στον καθρέφτη – και για μπόνους ό,τι η άλλη –ή ο σκύλος– συναινέσει. Μετά γυρνάει την γκόμενα σπίτι της –ή τη βάζει σε ένα ταξί– κι επιστρέφει στον σκύλο.


***


Μερικά βράδια γυρνάει μόνος του, κάνει μηχανικές κινήσεις για να ταΐσει, να ποτίσει, ν' αγκαλιάσει, να μιλήσει στον σκύλο. Για να ατενίσει τη θέα, που πια δεν τον εντυπωσιάζει. Να απευθύνει ένα μπινελίκι στην πολυκατοικία που κρύβει την άλλη μισή. Να κάνει κάναν μπάφο. Να πιει ένα ποτήρι νερό για ενυδάτωση – προσέχει τον εαυτό του. Να φορέσει κρέμα νυκτός – φαίνεται είκοσι εννιά, αλλά κοντεύει σαράντα. Δεν κάνει σχέσεις. Δεν νομίζω. Αν μια μέρα ο σκύλος. Αν πάθει κάτι. Δεν ξέρω. Ίσως πηδήξει από τον παράνομο, τον τυπικά ανύπαρκτο έκτο. Οι γονείς του θα δηλώσουν, φαντάζομαι, ότι πήδηξε από τον πέμπτο. Αφού ο έκτος δεν υπάρχει.


Καθώς κείτομαι κάτω από τον ξένο άνθρωπο, σκέφτομαι ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Ή, ίσως. Ίσως χρειάζεσαι και λίγη σύνδεση με τον άλλον πριν αρχίσεις να χοροπηδάς πάνω στον πούτσο του.

31.7.2014

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ