Ράσελ Μπανκς (1940-2023): Ξαναδιαβάζουμε τα έργα του σημαντικού Αμερικανού λογοτέχνη

Ράσελ Μπανκς Facebook Twitter
Ο Μπανκς υπήρξε γνήσιο τέκνο της εργατικής τάξης και στη διαδρομή του αντίκρισε πολλές ραγισμένες ζωές. Ενώ όμως εξελίχθηκε σε δημοφιλή συγγραφέα και αξιοσέβαστο καθηγητή δημιουργικής γραφής στο Πρίνστον, δεν ξέχασε την καταγωγή του ούτε στιγμή. Φωτ.: Getty
0

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ και πιο πολιτικοποιημένους Αμερικανούς λογοτέχνες, ο Ράσελ Μπανκς έχασε πριν από λίγες μέρες τη μάχη με τον καρκίνο, αλλά το έργο που άφησε πίσω του –δεκατέσσερα μυθιστορήματα, έξι συλλογές διηγημάτων, ποίηση και δοκίμια– σίγουρα θ’ αντέξει για πολύ.

Γεννημένος το 1940 στο Νιου Χαμσάιρ κι εγκαταλελειμμένος στα δώδεκα από τον μονίμως πιωμένο και βίαιο υδραυλικό που είχε για πατέρα, ο Μπανκς υπήρξε γνήσιο τέκνο της εργατικής τάξης και στη διαδρομή του αντίκρισε πολλές ραγισμένες ζωές.

Ενώ όμως εξελίχθηκε σε δημοφιλή συγγραφέα και αξιοσέβαστο καθηγητή δημιουργικής γραφής στο Πρίνστον, δεν ξέχασε την καταγωγή του ούτε στιγμή. Στόχος του ήταν να δίνει φωνή σ’ όσους έχουν αφεθεί στην τύχη τους, παραιτημένοι θέλοντας και μη από το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου, κι ομολογημένη φιλοδοξία του ήταν να δείξει πως οι παραπάνω «διαθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο το ίδιο –τουλάχιστον!– σύνθετο και πλούσιο μ’ αυτόν που διαθέτουν οι αναγνώστες του New Yorker»…

Με συμμετοχή κι ο ίδιος στα επαναστατικά κινήματα του '60 και πρόεδρος μεταξύ 1998 και 2004 του Διεθνούς Κοινοβουλίου Συγγραφέων που είχε ιδρύσει ο Σαλμάν Ρούσντι, ο Ράσελ Μπανκς ήταν πεπεισμένος πως «η λογοτεχνία εξανθρωπίζει εκείνους που δύσκολα θ’ αντιλαμβανόμασταν ως ανθρώπινους. Η λογοτεχνία δίνει μια υπαρξιακή διάσταση σ’ εκείνους που θεωρούμε «αντικείμενα», είτε πρόκειται για παιδιά, για γυναίκες, για μαύρους, για φτωχούς, ακόμα και για πλούσιους».

Το πρώτο από τα τρία όλα κι όλα έργα του Ράσελ Μπανκς που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά ήταν το «Τhe sweet hereafter» (1991), στο οποίο βασίστηκε και η ταινία «Το γλυκό πεπρωμένο» του Άτομ Εγκογιάν (1997). Αφετηρία του μυθιστορήματος, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που ανατρέπει τη ροή μιας, ξεχασμένης λες κι απ’ το Θεό, κωμόπολης του αμερικανικού βορρά. Ο χρόνος ακινητοποιείται τη μέρα που το σχολικό λεωφορείο γλιστρά πάνω στον παγωμένο δρόμο και παρασύρει στο θάνατο οχτώ μικρούς επιβάτες.

Τέσσερα πρόσωπα κρατούν το νήμα της αφήγησης: η ηλικιωμένη οδηγός του σχολικού, ο πατέρας δυο νεκρών πια παιδιών, μια δεκατετράχρονη που επέζησε αλλά καθηλώθηκε σε αναπηρικό καροτσάκι κι ένας πρωτευουσιάνος δικηγόρος ο οποίος είναι έτοιμος να διοχετεύσει την προσωπική κι εντελώς άσχετη με το συμβάν οργή του, σ’ έναν αγώνα διεκδίκησης αποζημιώσεων από τις τοπικές αρχές.

Όλες οι αφηγήσεις εκκινούν από το δυστύχημα για να καταλήξουν σε αποκαλυπτικές εξομολογήσεις. Πίσω από μια πόλη που χάνει τα παιδιά της –μ’ άλλα λόγια, το μέλλον της– κρύβονται δεκάδες άλλες ατομικές πληγές: χωρισμοί, αιμομιξίες, ακυρωμένα όνειρα, αρρώστιες, άνισες μάχες με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, καθημερινές μάχες για την επιβίωση.

Ο Ράσελ Μπανκς βυθίζεται μέσα σ’ αυτόν τον εφιάλτη, τον εξερευνά αργά και μεθοδικά, κι έπειτα συναρμολογεί τα συντρίμμια του σαν ένα λυπημένο τραγούδι αγάπης. Με διαύγεια και ζηλευτή στωικότητα, οι διαδοχικοί αφηγητές του βιβλίου συμφιλιώνονται με τη μοίρα τους «σαν κάτοικοι μιας άλλης πόλης τώρα πια, μιας πόλης μοναχικών ατόμων που ζει σε μια άλλη, γλυκιά διάσταση».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Ράσελ Μπανκς, Το Γλυκό Πεπρωμένο, Μτφρ.: Γρηγόρης Κονδύλης, εκδόσεις Floral Books

Μ’ αυτόν τον τίτλο, «Μια άλλη γλυκιά διάσταση», δημοσιεύτηκε αρχικά το μυθιστόρημα του Μπανκς στη χώρα μας (μετ. Γρ. Κονδύλης, Οξύ, 1997) κι είναι το μόνο δικό του που βρίσκεται ακόμα σε κυκλοφορία (βλ. «Το γλυκό πεπρωμένο», εκδ. Floral books).

Το «Ξύπνημα του Μπόουν» και το «Αmerican darling» που ακολούθησαν δεν ανατυπώθηκαν όταν εξαντλήθηκαν. Κρίμα, πολύ κρίμα. Αν μη τι άλλο, μέσα στη χρονιά αναμένεται ένα από τα τελευταία του μυθιστορήματα, το «Foregone» (μετ. Α. Μαραγκάκη, Πόλις).

Σαν σύγχρονη εκδοχή του «Φύλακα στη σίκαλη», το «Ξύπνημα το Μπόουν» (μετ. Λ. Φαναρά, Οξύ, 1997) αποτελεί μια μυθοπλαστική ανάπλαση της ταραγμένης εφηβείας του συγγραφέα, έχοντας για πρωταγωνιστή έναν δεκατετράχρονο πιτσιρικά, περπατημένο από μια άποψη, εντελώς αθώο από μιαν άλλη.

Ο Μπόουν βιώνει τη μιζέρια σ’ όλο της το μεγαλείο. Ζει σε μια βιομηχανική πόλη της βορειοανατολικής ακτής, σ’ ένα τροχόσπιτο, μαζί με την άβουλη μάνα του και τον μέθυσο πατριό του. Ο τελευταίος, όταν δεν τον επισκέπτεται κρυφά στο κρεβάτι του, είτε τον βρίζει είτε τον αγνοεί.

Κουρεμένος με την ψιλή σαν Μοϊκανός, με σκουλαρίκια στη μύτη και τ’ αυτιά του, ο Μπόουν βιδώνεται μπροστά στο ΜTV και ταξιδεύει σ’ άλλους κόσμους, κάνοντας κατάχρηση χόρτου. Το να το σκάσει από το σπίτι είναι ζήτημα χρόνου.

Μ’ ένα κλεμμένο περίστροφο στην τσέπη, ξεκινά την περιπλάνησή του, αναζητώντας αυτό που του λείπει: μια αδελφή ψυχή, κάποιον που θα σταθεί πλάι του, επιτρέποντάς του να είναι ο εαυτός του. Το ταξίδι θα είναι μακρύ –ως την Τζαμάικα– και περιπετειώδες.

Ο μικρός θα συμπορευτεί με μηχανόβιους και πρεζόνια, με παιδεραστές κι εμπόρους ναρκωτικών, μέχρι και τον αληθινό του πατέρα θα συναντήσει. Κι ενώ δεν θ’ ανακαλύψει ακριβώς την ευτυχία, κλείνοντας το βιβλίο, είμαστε σίγουροι πως, ό,τι κι αν συμβεί στο μέλλον, ο Μπόουν δεν ξαναγίνει ποτέ «το κακόμοιρο παιδί με τη γαμημένη ζωή», αλλά θα παλεύει συνεχώς για την εσωτερική γαλήνη και την αυτονομία του.

Το «American Darling» (μετ. Τ. Κίρκης, Πόλις, 2008) είναι μάλλον το πιο πολιτικό έργο του Μπανκς. Καλύπτει χρονικά τέσσερις δεκαετίες, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του εκτυλίσσεται στην Αφρική, και κεντρική του ηρωίδα είναι μια γυναίκα που θέλησε κάποτε ν’ αλλάξει τον κόσμο αλλά τώρα ατενίζει τα συντρίμμια της προσωπικής της ζωής.

Εδώ, απλώνεται η διαδρομή της Χάνα Μασγκρέιβ, μοναχοκόρης ενός διάσημου, φιλελεύθερου παιδιάτρου, η οποία, στη δεκαετία του ΄60 είχε παρατήσει τις σπουδές της στο Χάρβαρντ, βρίσκοντας στην επαναστατική αριστερίστικη οργάνωση Weather Underground ένα πανεπιστήμιο, έναν εργοδότη και μια νέα οικογένεια μαζί.

Παράλληλα, ωστόσο, στο «America Darling» ξετυλίγεται και η αιματοβαμμένη ιστορία της Λιβερίας, μιας αμερικανικής αποικίας υπό τη μορφή ανεξάρτητου, βουτηγμένου στη διαφθορά κράτους, όπου από το 1822 μέχρι πρότινος μια χούφτα Αφροαμερικανών όριζε τις τύχες των ουδέποτε μονιασμένων μεταξύ τους γηγενών.

Η Χάνα εγκαταστάθηκε στη μικροσκοπική αυτή χώρα στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία να στήσει τη ζωή της από την αρχή. Η «προσκοπίνα» που έβαζε βόμβες εν ονόματι της ειρήνης, της φυλετικής ισότητας και της δικαιοσύνης, η τρομοκράτισσα που είχε φτάσει στο παρανοϊκό σημείο να επιθυμεί ως και μια φαντασμαγορική της σύλληψη από τις αρχές για να λυτρωθεί, «εξαφανίζεται» υπό την ανοχή του FBI στη Λιβερία, πιάνει δουλειά για λογαριασμό μιας φαρμακοβιομηχανίας τροφοδοτώντας τα πειράματά της με δείγματα από αίμα χιμπατζήδων και πολύ σύντομα παντρεύεται έναν δευτεροκλασάτο υπουργό της τοπικής κυβέρνησης, με τον οποίο και αποκτά τρία παιδιά.

Ο Ράσελ Μπανκς το αποκαλύπτει εξαρχής: η αφρικανική εμπειρία της ηρωίδας του ήταν σαν μια βουτιά στην καρδιά του σκότους. Πίσω από τη φιγούρα της ηλικιωμένης Χάνας, δυναμικής αγρότισσας που διευθύνει τώρα, στη γενέτειρά της, μια τεράστια βιολογική φάρμα αγορασμένη με τα χρήματα της πατρικής της κληρονομιάς, κρύβεται μια γυναίκα που είδε τον άντρα της ν’ αποκεφαλίζεται από εξεγερμένους Λιβεριανούς και τους γιους της να έχουν μεταμορφωθεί σε πάνοπλα, μονίμως μαστουρωμένα και λυσσασμένα για εκδίκηση παιδιά-στρατιώτες.

Η Χάνα αναπολεί τα περασμένα καταδικασμένη ν’ αναμετριέται ως το τέλος με τις ενοχές της – κι όχι μόνο επειδή εγκατέλειψε την οικογένειά της στη μοίρα της. Σε πείσμα των καλών της προθέσεων, αυτή η «χαϊδεμένη Αμερικάνα», ούτε στη Λιβερία ενσωματώθηκε, ούτε το δράμα των κατοίκων της θέλησε να κατανοήσει.

Έζησε εκεί ως προνομιούχος λευκή, επικοινωνώντας καλύτερα με τους προστατευόμενους χιμπατζήδες της παρά με τους δικούς της ανθρώπους. Και βαυκαλιζόμενη από επαναστατικά οράματα, δέθηκε στο άρμα ενός διεκδικητή της εξουσίας –του μετέπειτα προέδρου της Λιβερίας Τσαρλς Τέιλορ που θα δικαζόταν αργότερα στη Χάγη για τα εγκλήματά του–, βάζοντας και το δικό της λιθαράκι στην κόλαση του εμφυλίου.

Με συμμετοχή κι ο ίδιος στα επαναστατικά κινήματα του '60 και πρόεδρος μεταξύ 1998 και 2004 του Διεθνούς Κοινοβουλίου Συγγραφέων που είχε ιδρύσει ο Σαλμάν Ρούσντι, ο Ράσελ Μπανκς ήταν πεπεισμένος πως «η λογοτεχνία εξανθρωπίζει εκείνους που δύσκολα θ’ αντιλαμβανόμασταν ως ανθρώπινους. Η λογοτεχνία δίνει μια υπαρξιακή διάσταση σ’ εκείνους που θεωρούμε «αντικείμενα», είτε πρόκειται για παιδιά, για γυναίκες, για μαύρους, για φτωχούς, ακόμα και για πλούσιους».

Έτσι και η Χάνα του, γυναίκα ψυχρή κατά βάθος, περίπλοκη κι αντιφατική, μολονότι δεν εκλιπαρεί τη συμπάθεια κανενός, την κερδίζει καθώς αυτομαστιγώνεται, καλώντας μας με τη σειρά μας ν’ αναλογιστούμε τι σημαίνει πολιτική βία, τρομοκρατία και σύγκρουση πολιτισμών.

Ο Μπανκς δεν συμμεριζόταν την άποψη ότι η αξία της λογοτεχνίας στις μέρες μας τείνει να εξανεμιστεί. Αυτό τουλάχιστον δήλωνε σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει το καλοκαίρι του 2008 για την Ελευθεροτυπία: «Βαυκαλιζόμαστε ότι υπήρξε μια χρυσή εποχή όπου όλοι κυκλοφορούσαν με τον Ντοστογιέφσκι ή τον… Όμηρο στην τσέπη, κάτι που φυσικά ουδέποτε συνέβη. Εγώ ανδρώθηκα στις δεκαετίες του '40 και του '50, σ’ ένα κάθε άλλο παρά προνομιούχο περιβάλλον. Οι γονείς μου, παιδιά της Μεγάλης Ύφεσης  και οι δυο, ούτε το γυμνάσιο δεν κατάφεραν να τελειώσουν.

Δεν ήξερα λοιπόν κανέναν που να διαβάζει ούτε στο σπίτι ούτε στη γειτονιά μου. Να όμως που η λογοτεχνία μου άλλαξε τη ζωή. Χάρη σ’ αυτήν διαμορφώθηκε ο τρόπος σκέψης μου, χάρη σ’ αυτήν είδα διαφορετικά την Ιστορία, τις γυναίκες, την πολιτική. Προφανώς είναι αδύνατον να γεννηθεί ένα πολιτικό κίνημα μέσω της λογοτεχνίας. Στο μέτρο όμως που καταφέρνει ν’ αλλάξει έστω κι έναν άνθρωπο τη φορά, η αξία της δεν κινδυνεύει καθόλου».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: O ατίθασος φύλακας της λογοτεχνίας

Βιβλίο / Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: O ατίθασος φύλακας της λογοτεχνίας

Η εκπληκτικά σαγηνευτική και αντιφατική προσωπικότητα του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ εξακολουθεί να γοητεύει μέσα από τους ήρωες και τα βιβλία του «Ο φύλακας στη σίκαλη» και «Η Φράννυ και ο Ζούι» που κυκλοφορούν σε νέες μεταφράσεις από την Αθηνά Δημητριάδου και τις εκδόσεις Πατάκη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της όπως ξεδιπλώνεται στη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική, τραγική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Βιβλίο / Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι με τη σάρκα

Στο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Σολόι, «Σάρκα» (Μπούκερ 2025), ένας άνδρας αγωνίζεται να βρει την ταυτότητά του σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Όσα συμβαίνουν γύρω του μοιάζουν με αρχαία τραγωδία. Τα αντιμετωπίζει εκφράζοντας ελάχιστα. Πιο συγκεκριμένα, με 500 περίπου ΟΚ σε όλο το βιβλίο.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Σοφία Αυγερινού: «Όλα ξεκίνησαν από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι»

Βιβλίο / Η Σοφία Αυγερινού έκανε κάτι σημαντικό. Μετέφρασε Μπροχ στα ελληνικά

Έχει αναμετρηθεί με τα μνημειώδη έργα του Χέρμαν Μπροχ –«Οι υπνοβάτες», «Τα μάγια», «Ο θάνατος του Βιργιλίου» και έχει κατορθώσει να τα παραδώσει σε ένα νέο κοινό. Η συγγραφέας και μεταφράστρια μιλάει για τη σχέση της με τη λογοτεχνία και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει τη δουλειά της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Βιβλίο / Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Μια επιλογή τίτλων που καλύπτει από την Κατοχή και τους δωσίλογους, μέχρι τη συναίνεση, το «1984», ένα «αρχέγονο queer», τα Τέμπη, τη hyperpop, έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο και τους συνειρμούς ενός Αθηναίου «ευπατρίδη».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ