O Γαλλο-Αμερικανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Julien Green (από Άγγλο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα) μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό εξαιτίας του πουριτανισμού της μητέρας του. Η παιδική του ηλικία είναι διαποτισμένη από τις αφηγήσεις της για τον Εμφύλιο και απ' το πένθος της για την ήττα των Νοτίων. Η αίσθηση εξορίας που του δημιουργούσαν οι αναμνήσεις της και η πνευματική του διαμόρφωση συνέβαλαν στο να απομονωθεί από το περιβάλλον του και να ξεκινήσει να γράφει από πολύ νωρίς (και για 80 χρόνια) το Ημερολόγιότου, το οποίο δημοσιεύτηκε σε 18 τόμους και καταγράφει σε πρώτο πρόσωπο και στον ενεστώτα την αναζήτηση της πνευματικής και αισθησιακής του ταυτότητας.

Το συγγραφικό έργο που άφησε πίσω του, από το 1926 που δημοσιεύτηκε το πρώτο μυθιστόρημά του Mont-Cinère μέχρι τον Αύγουστο του 1998 που πέθανε στο Παρίσι, είναι πολύ πλούσιο, ενώ η πρώτη του απόπειρα να αποκαλύψει περισσότερα για τον εαυτό του ήταν το 1930 με τον Άλλο Ύπνο (L' autre sommeil) που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ινδικτος. Στο αυτοβιογραφικό αφήγημα που διαδραματίζεται στο Παρίσι περιγράφει την ομοφυλοφιλική του αφύπνιση και «συνταιριάζει τις εμπειρίες που είχε ο Green τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Γαλλία», όπως αναφέρεται στο επίμετρο. Το αφήγημα ξεκινάει περιγράφοντας την ψυχαναγκαστική σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον 8χρονο τότε Green και στον 13χρονο ξάδελφό του, ο οποίος τον πιάνει από τους αστραγάλους και τον κρεμάει καθημερινά απ' την κουπαστή της γέφυρας πάνω απ' τα νερά του Σηκουάνα σε μια τελετουργία ακατανίκητη και κρυφή, δημιουργώντας μεταξύ τους ένα δεσμό που ο χρόνος μεταλλάσσει σε έρωτα. Ο Green περνάει από συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα για να καταλήξει στερημένος από αισθήματα για τους γονείς του, δύο πρόσωπα που περιγράφονται ψυχρά με φράσεις στεγνές, καταλήγοντας ενίοτε σε ωμή περιγραφή: «Η μητέρα μου ήταν καλή όπως οι άλλοι είναι όμορφοι, με έναν τρόπο διάτορο και επιθετικό», ενώ μιλώντας για τον γιατρό πατέρα του αναφέρει ότι «ζητούσε στη μελέτη τη λήθη που οι άλλοι προμηθεύονται διά της κραιπάλης». Αντιμετωπίζει ακόμα και το θάνατό τους σχεδόν σκωπτικά: «Πώς θα μπορούσα να θλίβομαι για ένα πράγμα που είχε συμβεί πενήντα χιλιόμετρα μακριά μου; Ποια ήταν η πραγματικότητά του; Το πράγμα αυτό άλλαξε μήπως το χρώμα του ουρανού, τη ζέστη του αέρα;». Επιλέγει να ζήσει σε ένα είδος ηθικής μοναξιάς, αποστασιοποιημένος από τον έρωτα (δηλώνει αποστροφή προς τις κινήσεις του σώματος κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης), από την επαφή με τους συγγενείς του, τους φίλους. Ο μόνος που του ξυπνάει τα θαμμένα συναισθήματα λίγο πριν τελειώσει η αφήγηση είναι ο ξάδελφός του ο Κλοντ, που επανεμφανίζεται μετά από χρόνια στην κηδεία της μητέρας του. «Ο θάνατος είναι το μόνο όριο που επιβάλλεται στον ανθρώπινο πόνο» δηλώνει, πριν καταλήξει στην αυτογνωσία. Εξαιρετική η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη.