ΓONOΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, γεννημένος το 1960 στο Λονγκ Άιλαντ, ο Ντάνιελ Μέντελσον μεγάλωσε με ιστορίες για το ευρωπαϊκό οικογενειακό παρελθόν του, για τους Εβραίους προγόνους του, που έζησαν για περίπου τέσσερις αιώνες κάπου στα όρια της Ανατολικής Ευρώπης, στους πρόποδες των Καρπαθίων.

 

Γι’ αυτούς τους μικροεπαγγελματίες, που μιλούσαν γίντις (η γλώσσα των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης) ο χρόνος έμοιαζε μακρόσυρτος και αδιατάρακτος, ρυθμισμένος τέλεια από τη δουλειά, την οικογένεια και τη συναγωγή. Αλλά στον εικοστό αιώνα όλα άλλαξαν. Ο κόσμος αυτός είτε σκορπίστηκε στα τέσσερα σημεία του κόσμου ή θανατώθηκε βίαια στα ναζιστικά στρατόπεδα και στις ναζιστικές καταδρομές εκτέλεσης, τις λεγόμενες aktion.

 

Ανάμεσα σ’ αυτούς που χάθηκαν ήταν τα έξι μέλη της οικογένειας του Σμιλ Γιέγκερ, αδελφού του παππού του Ντάνιελ Μέντελσον, από την πλευρά της μητέρας του. Ανάμεσα στο 1941 και στο 1943 εκτελέστηκαν ο πατέρας Σμιλ, η μητέρα Έστερ και τα τέσσερα κορίτσια τους, η Λόρκα, η Φρίντκα, η Ρούχελε και η Μπρόνια, θύματα όχι μόνο του ναζισμού αλλά και της προδοσίας χριστιανών συμπατριωτών τους. Χώρος του δράματος ήταν η πολίχνη Μπολεχόφ, που τότε ανήκε στην Πολωνία, ενώ τώρα ανήκει στην Ουκρανία και προφέρεται Μπόλεχιβ. Αλλά στις οικογενειακές διηγήσεις των Μέντελσον η πόλη ονομαζόταν πάντα Μπόλεχοφ, κaι έτσι τη βρίσκουμε στο βιβλίο ‒ «συνήθεια που δεν κατάφερα να κόψω», όπως γράφει ο Μέντελσον.

 

Οι «Χαμένοι» είναι ένα βιβλίο περί οικογένειας και η μεγαλύτερη οφειλή του Μέντελσον είναι, όπως ο ίδιος γράφει, προς την οικογένειά του. Όχι μόνο για συναισθηματικούς και υποστηρικτικούς λόγους αλλά και γιατί αυτή η έρευνα έφερε πιο κοντά τα μέλη της οικογένειας, ανανέωσε τους δεσμούς οικειότητας.

 

Στις αρχές του 2000 ο Ντάνιελ Μέντελσον αποφάσισε να ψάξει γι’ αυτά τα έξι χαμένα μέλη της οικογένειάς του, έξι θύματα στα έξι εκατομμύρια Εβραίων θυμάτων των ναζί. Πίστευε ότι το μυαλό συλλαμβάνει τα μικρά πράγματα πιο εύκολα απ’ όσο τη γενική εικόνα και ότι είναι πιο θελκτικό για τους αναγνώστες να κατανοήσουν το νόημα ενός ιστορικού γεγονότος πελώριας κλίμακας μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας.

 

Ακολούθησαν χρόνια έρευνας και αναζήτησης, όπου ενεπλάκησαν όλα τα μέλη της οικογένειας Μέντελσον. Η στενή οικογένεια ‒ο Ντάνιελ και τα τέσσερα αδέλφια του, ο Άντριου, ο Ματ, ο Έρικ και η Τζένιφερ‒ αλλά και η ευρεία οικογένεια των θείων και των εξαδέλφων του.

 

Οι «Χαμένοι» είναι ένα βιβλίο περί οικογένειας και η μεγαλύτερη οφειλή του Μέντελσον είναι, όπως ο ίδιος γράφει, προς την οικογένειά του. Όχι μόνο για συναισθηματικούς και υποστηρικτικούς λόγους αλλά και γιατί αυτή η έρευνα έφερε πιο κοντά τα μέλη της οικογένειας, ανανέωσε τους δεσμούς οικειότητας. Ήρθαν στο φως παλιές φωτογραφίες, καταγράφηκαν ισχνές μαρτυρίες των τελευταίων γερόντων που γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, ενώ αναρίθμητα ταξίδια σε όλες τις γωνιές του κόσμου, έρευνα σε μουσεία και αρχεία, αφηγήσεις σε πολλές γλώσσες(αγγλικά, γερμανικά, πολωνικά, ουκρανικά, εβραϊκά, γίντις), συμπλήρωσαν σιγά-σιγά το παζλ των χαμένων και οδήγησαν στην ολοκλήρωση του βιβλίου που με τίτλο «The Lost» κυκλοφόρησε το 2006. 

 

ΠΑΤΑΚΗΣ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Ντάνιελ Μέντελσον, Χαμένοι - Αναζητώντας έξι από έξι εκατομμύρια, Μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Πατάκη, Σελ. 720

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, με τίτλο «Χαμένοι», έγινε το 2010 (εκδόσεις Πόλις) σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Τον Δεκέμβριο του 2021 το βιβλίο κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση, συμπληρωμένη, από τις εκδόσεις Πατάκη, στην ίδια εξαιρετική και δημιουργική μετάφραση της Ζαχαριάδου. Το επίθετο «δημιουργική» έχει σχέση με το πώς η μεταφράστρια δίνει λύσεις σε ζητήματα προφοράς και διαλέκτων, έτσι ώστε να μεταφέρεται πολύ πειστικά στα ελληνικά όλη η γλωσσική πραγματικότητα του κειμένου του Μέντελσον. 

 

H πρωτοτυπία του βιβλίου είναι ότι εδώ ο Μέντελσον δεν παρουσιάζει μόνο τα αποτελέσματα της έρευνάς του, τα ευρήματά του για το ποιος ήταν ο θείος Σμιλ και η οικογένειά του. Αφηγείται την ίδια του την έρευνα, την αναζήτηση και το ταξίδι, μπλέκοντας το σήμερα της έρευνάς του με το παρελθόν, κάνοντας παρεκβάσεις προς ποικίλα θέματα.

 

Κι ενώ είναι μια αφήγηση απόλυτα σύγχρονη, απελευθερώνεται μέσα απ’ αυτήν, με τρόπο αβίαστο και αδιόρατο, η αύρα μιας άλλης εποχής. Σαν εκείνα τα αυτοκόλλητα στις σελίδες περιοδικών που μ’ ένα ελαφρύ ξύσιμο απελευθερώνουν αρώματα ροδάκινου ή γιασεμιού. Είναι σπάνιο το επίτευγμα του Μέντελσον, δηλαδή να αφηγείσαι την ίδια σου τη μέθοδο κι αυτή η αφήγηση να είναι γοητευτική.

 

Μπορώ να ομολογήσω ότι με αυτό το βιβλίο έπαθα ένα είδος υπνωτισμού, όταν το πρωτοδιάβασα. Ακριβώς το ίδιο ένιωσα και τώρα, ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο δέκα χρόνια μετά, στη νέα του έκδοση. Μπορώ να πω ότι οι «Χαμένοι» ώθησαν κι άλλους συγγραφείς να βαδίσουν στους ίδιους αφηγηματικούς δρόμους. Για παράδειγμα, ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, στο βιβλίο του «Όσα δεν είπες ‒ Ένα ρώσικο παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα» (Άγρα, 2017), κάνει μια αναζήτηση της δικής του εβραϊκής οικογένειας μέσα από μια σπειροειδή κίνηση που μοιάζει με αυτή του Μέντελσον.

 

Το ταξίδι στους «Χαμένους» αρχίζει στις 12 Αυγούστου 2001, όταν ο Ντάνιελ μαζί με τρία από τα τέσσερα αδέλφια του φτάνουν στο Μπόλεχοφ με ένα παραφορτωμένο γαλάζιο Volkswagen Passat. Ήταν ακριβώς ογδόντα χρόνια από τότε που ο παππούς του Αβραάμ Γιέγκερ είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, αφήνοντας πίσω του «την πολύβουη πολίχνη ανάμεσα στα πεύκα και στα έλατα», τριακόσια ογδόντα εννέα χρόνια αφότου πρωτοπήγαν οι Γιέγκερ στο Μπόλεχοφ και εξήντα χρόνια αφότου χάθηκαν από κει για πάντα. Το Μπόλεχοφ ήταν ο πρώτος σταθμός αλλά και ο τελευταίος σε αυτό το ταξίδι/έρευνα. Ενδιάμεσα αυτή η αναζήτηση οδήγησε τον συγγραφέα στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στην Πράγα, στη Δανία, στη Σουηδία. 

 

Η έρευνα του Ντάνιελ Μέντελσον για τους χαμένους της οικογένειάς του είχε αρχίσει όμως πολύ νωρίτερα, το 1973, όταν έγινε δεκατριών ετών, μετά την τελετή του μπαρ μιτσβά, δηλαδή την τελετή της ενηλικίωσής του, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση. Άρχισε να τους ψάχνει γιατί όλοι του έλεγαν ότι μοιάζει με τον θείο Σμιλ. Ξεκίνησε γράφοντας γράμματα στους ηλικιωμένους συγγενείς του στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, στο Μαϊάμι, στο Σικάγο και στη Χάιφα, ζητώντας πληροφορίες. Μόνο από τη θεία του πατέρα του, Πολίν, έλαβε εκατό επιστολές στο διάστημα 1973-1985.

 

Ακολούθησε έρευνα μέσω των αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού αλλά και σε διάφορα σάιτ, όπως το εβραϊκό γενεαλογικό σάιτ FamilyFinder. Φυσικά, έρευνα στη βιβλιογραφία. Ανάμεσα στα βιβλία ήταν και μια σπάνια έκδοση του 1922 με τίτλο «Τα απομνημονεύματα του Μπερ από το Μπόλεχοφ» που του είχε χαρίσει ο μεγαλύτερος αδελφός του Άντριου για κάποια γιορτή του Χανουκά. Έτσι, το πρώτο ταξίδι στο Μπόλεχοφ, το 2001, ήρθε μετά από μια εικοσαετία ωρίμανσης του σχεδίου αναζήτησης του Σμιλ και της οικογένειάς του. 

 

Ξανακερδίζοντας τους «Χαμένους»
Η έρευνα του Ντάνιελ Μέντελσον για τους χαμένους της οικογένειάς του είχε αρχίσει το 1973, όταν έγινε δεκατριών ετών, μετά την τελετή του μπαρ μιτσβά. Άρχισε να τους ψάχνει γιατί όλοι του έλεγαν ότι μοιάζει με τον θείο Σμιλ.

 

Η αυτοβιογραφία παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Ντάνιελ Μέντελσον. Το ξέρουμε πλέον πολύ καλά, καθώς έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά τα σημαντικότερα έργα του (Πατάκης). Για παράδειγμα, στο βιβλίο του «Μια οδύσσεια - Ένας πατέρας, ένας γιος, ένα έπος», ένα από τα ωραιότερα κείμενα για την «Οδύσσεια» του Ομήρου, η κεντρική ιστορία είναι το ταξίδι που κάνει ο Μέντελσον μαζί με τον πατέρα του στην Ελλάδα. Ακόμη και στη συλλογή «Περιμένοντας τους βαρβάρους», το τελευταίο κείμενο, «Ο μικρός Αμερικανός», είναι αυτοβιογραφικό. Είναι η σχέση δι’ αλληλογραφίας με τη Μαίρη Ρενώ, μέσα από τα μυθιστορήματα της οποίας ο μικρός Μέντελσον ανακαλύπτει τον αρχαίο κόσμο αλλά και συνειδητοποιεί τη σεξουαλική ταυτότητά του.

 

Ξαναδιάβασα τους «Χαμένους», έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου του Ντάνιελ Μέντελσον «Three Rings - A tale of exile, narrative, and fate» που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα ελληνικά. Ο κλασικός φιλόλογος Μέντελσον αλλά και μεταφραστής του Καβάφη σ’ αυτό το μικρό βιβλίο παρουσιάζει την οφειλή του στην αφηγηματική τεχνική της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, αυτή την τεχνική των κύκλων, των παρεκτροπών και των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων ‒ μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη, όπως οι ρωσικές κούκλες.

 

Είναι ακριβώς η δική του αφήγηση στους «Χαμένους». Αλλά και ο τρόπος με τον οποίον αφηγούνταν ο παππούς του Αβραάμ, από τον οποίο ξεκίνησαν οι «Χαμένοι». «Η αφήγησή του διέγραφε τεράστιους κύκλους, έτσι όπως τα έλεγε με την τραχιά, βαρύτονη φωνή του. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία». 

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ