Μισόν αιώνα ψυχαναλυτής, από τους πιο περιζήτητους κι από τους πιο αναγνωρίσιμους, ο Ματθαίος Γιωσαφάτ, τόσο από τα διαβάσματα όσο και από την κλινική του εμπειρία, έχει πια πειστεί: «Η ψυχανάλυση», ισχυρίζεται, «δεν είναι θρησκεία, δεν εξηγεί τα πάντα, έχει πολλά σκοτεινά και αντιφατικά στοιχεία, αλλά είναι η μόνη θεωρία κι επιστήμη που εξηγεί τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κίνητρα που έχουν τα αίτιά τους στον ασυνείδητο ψυχικό κόσμο του βρέφους, του παιδιού, του ενήλικα».

Αυτός ο κρυμμένος κόσμος ήταν που πρόσφερε στον ίδιο τα κλειδιά για να κατανοήσει βαθύτερα και τον εαυτό του και την ανθρώπινη περιπέτεια, κι απ' αυτόν άντλησε υλικό για το βιβλίο του «Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια» (εκδ. Αρμός).

 

Τι ρόλο παίζουν οι γονείς στο μεγάλωμα του παιδιού τους; Ποια είναι τα σοβαρότερα λάθη που μπορεί να κάνουν, ακόμα κι όταν εμφορούνται από τις καλύτερες των προθέσεων; Και σε ποιο βαθμό η συμπεριφορά τους καθορίζεται απ' όσα έχουν βιώσει οι ίδιοι στην πιο τρυφερή τους ηλικία;

 

Συνδυάζοντας την ψυχαναλυτική προσέγγιση με τα νεότερα δεδομένα των νευροεπιστημών, ο Γιωσαφάτ έδωσε το 2009 τέσσερις σχετικές διαλέξεις, φροντίζοντας να λύσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις απορίες των ακροατών του. Οι παραπάνω διαλέξεις μαζί με τις ερωταποκρίσεις που τις συνόδευσαν συγκεντρώθηκαν την επόμενη χρονιά σ' αυτόν τον μικρό, βατό τόμο, ο οποίος έγινε ανάρπαστος και παραμένει πολύτιμος σ' οποιονδήποτε μεγαλώνει παιδιά.

 

Για να προκύψει ένα «ώριμο, χαρούμενο παιδί» αντί για ένα «αναρχικό» ή «υποτακτικό», πρέπει να του τίθενται και κάποια όρια, ελαστικά και ταιριαστά με την ηλικία του, ώστε να οχυρώνεται σιγά σιγά απέναντι στις ματαιώσεις που θα γνωρίζει καθώς μεγαλώνει.

 

Δεν είναι τυχαίο που ο Γιωσαφάτ, συμμετέχοντας επί δυόμισι δεκαετίες σε επιτροπές του υπουργείου Υγείας με την ιδιότητα του παιδοψυχίατρου, έχει αγωνιστεί για να δίνεται στις εργαζόμενες, του δημόσιου τομέα τουλάχιστον, ένας χρόνος άδειας μητρότητας μετ' αποδοχών. Ο πρώτος χρόνος θεωρείται ο σημαντικότερος όλων, τονίζει. Στη διάρκειά του καθορίζεται η προσωπικότητα του ανθρώπου, καθώς και οι πιθανότητες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, να είναι κάπως ευτυχισμένος σ' αυτήν τη ζωή.

 

Όμως, τα βρέφη πλέουν σε μια «θάλασσα». Τους πρώτους τέσσερις μήνες της ύπαρξής τους είναι σε σύγχυση, δεν έχουν αίσθηση εαυτού, ούτε αίσθηση ατομικότητας, γεγονός που τους δημιουργεί «φόβους αφανισμού», «άγχος θανάτου». Έχουν λοιπόν ανάγκη κάπου να προσκολληθούν. Κι είναι ακριβώς τα χάδια πάνω στο δέρμα τους –στο «σύνορό» τους με τον έξω κόσμο– που τα βοηθά να συνειδητοποιήσουν ότι κι αυτά κάπου αρχίζουν και κάπου τελειώνουν, δημιουργώντας τους έτσι ένα σχετικό αίσθημα ασφάλειας.

 

Σ' αυτό το κρίσιμο στάδιο «της ανακάλυψης του κόσμου, της γλώσσας του σώματος, των αισθημάτων, της ευχαρίστησης», η τροφή, τα χάδια, οι αγκαλιές, τα γλυκόλογα, όλα, σύμφωνα με τον Γιωσαφάτ, πρέπει να δίνονται στο μωρό από ένα, το ίδιο πάντα, πρόσωπο – κατά προτίμηση από τη μητέρα του. Κι αν κάτι τέτοιο είναι πρακτικά ανέφικτο, ας δίνονται, λέει, από τον πατέρα, τη Φιλιππινέζα, τη γιαγιά, τη θεία του.

 

Το θέμα είναι να μην εναλλάσσονται οι «φροντιστές», παρατείνοντας τη σύγχυση. Τα βρέφη με τις πολλές «μητέρες» έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν κάποτε στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, φορτωμένα με άγχος, πανικούς και φοβίες. Κι αν κάποια ανάμεσά τους γίνονται πολύ επιθετικά, οργισμένοι «καπετάν φασαρίες» έτοιμοι να συγκρουστούν με κάθε μορφή εξουσίας, κάποια άλλα κλείνονται ερμητικά στο κουκούλι τους, ανήμπορα ν' αναπτύξουν σχέσεις εμπιστοσύνης, επιρρεπή στην εξάρτηση από πλαστούς παραδείσους.

 

Εκλαϊκεύοντας τον επιστημονικό του λόγο, ο συνιδρυτής της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, διατρέχει τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού από τη σύλληψή του κιόλας ως τα πέντε του χρόνια, κι αναλύει την κάθε φάση χωριστά –«στοματική», «πρωκτική», «σεξουαλική, οιδιποδειακή»– δίνοντας το περίγραμμα της επιθυμητής γονεϊκής συμπεριφοράς σε καθεμιά.

 

«Οι νέοι γονείς», λέει, «μπερδεύονται με την ανώτερη σοφία των γονιών τους. Ακόμα κι αν δεν τη βλέπουν σωστή, δεν μπορούν να την αλλάξουν εύκολα, την έχουν ενδοβάλει ήδη σχεδόν αναγκαστικά». Για να προκύψει όμως ένα «ώριμο, χαρούμενο παιδί» αντί για ένα «αναρχικό» ή «υποτακτικό», πρέπει να του τίθενται και κάποια όρια, ελαστικά και ταιριαστά με την ηλικία του, ώστε να οχυρώνεται σιγά-σιγά απέναντι στις ματαιώσεις που θα γνωρίζει καθώς μεγαλώνει.

 

Παρά τον τίτλο του, το βιβλίο παρεμπιπτόντως αναφέρεται στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικογένειας. Ωστόσο, η ερμηνεία του Γιωσαφάτ για την ασφυκτική σχέση που διατηρούσε, ιδίως παλιότερα, η «συνηθισμένη» Ελληνίδα μάνα με τον γιο της έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, μια και πίσω από τον στερεότυπο αυτό δεσμό ο ίδιος εντοπίζει όχι περίσσευμα αλλά έλλειμμα αγάπης.

 

Όπως υποστηρίζει, ζώντας η γυναίκα μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία και υφιστάμενη ακόμα και ξυλοδαρμούς από τον σύζυγό της, στο πρόσωπο του γιου της αναγνώριζε τον μοναδικό της προστάτη, αυτόν που θα τη γηροκομούσε. Φρόντιζε λοιπόν να τον έχει του χεριού της...

 

Πόσο ώριμοι είναι άραγε οι νεοέλληνες στο ζήτημα των σχέσεων; «Όσο πιο υπανάπτυκτη είναι μια χώρα», επιμένει ο Γιωσαφάτ, «τόσο πιο ανώριμοι και οι άνθρωποί της. Έξω είχα δει πολλά ζευγάρια να αγαπιούνται πραγματικά, εδώ πολύ λιγότερα. Εδώ μιλάμε γι' αγάπη, όλα τα τραγούδια είναι γι' αγάπη, και κανένας δεν αγαπάει τον άλλον. Είμαστε εγωκεντρικός λαός, ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, δεν μπορούμε να δουλέψουμε ομαδικά».

 

Ενώ σ' ένα άλλο σημείο του βιβλίου του επισημαίνει: «Παρ' όλο που "του Έλληνος ο τράχηλος ζυγούς δεν υπομένει", αφότου υπάρχουμε με ζυγό ζούσαμε. Είναι η πρώτη περίοδος που έχουμε πιο αυτόνομη, ώριμη και δημοκρατική ζωή. Είχαμε καθεστώτα που ήταν αυταρχικά, και εν μέρει είναι ακόμα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα υποταγμένη ως προς πολλά. Γι' αυτό μιλάμε συνέχεια για δημοκρατία, γιατί δεν υπάρχει σε μας καμιά σχέση με τις εκτός Ελλάδας αναπτυγμένες δημοκρατίες. Και μια αντίδραση σ' αυτό είναι η αναρχικότητα που καθορίζει ένα τμήμα του πληθυσμού...».