Το "Housekeeping" της Ρόμπινσον, ένας ύμνος στους απόβλητους και τους ανήμπορους

Το "Housekeeping" της Ρόμπινσον, ένας ύμνος στους απόβλητους και τους ανήμπορους Facebook Twitter
1

Από τις πιο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, φωτεινός οδηγός για πολιτικούς όπως ο Μπάρακ Ομπάμα και θρύλος εν ζωή για κριτικούς και πανεπιστημιακούς, η πολυβραβευμένη Μέριλιν Ρόμπινσον του «Γκίλιαντ»,  του «Στο σπίτι»  και της «Λάιλα» άργησε να μεταφραστεί στην Ελλάδα, αλλά σήμερα έχουμε πρόσβαση σ’ όλο το μυθοπλαστικό έργο της. Κι αυτό, χάρη στην πρόσφατη κυκλοφορία και του παρθενικού της μυθιστορήματος «Housekeeping» που, με πρωτοβουλία του έλληνα εκδότη, τιτλοφορήθηκε “Ρουθ” (μετ. Κ. Σχινά,  Μεταίχμιο). Ένα έργο που έκανε μεγάλη αίσθηση όταν πρωτοδημοσιεύτηκε το 1980 και θεωρείται  πλέον  κλασικό.

 

Τι σημαίνει η λέξη νοικοκυριό; Ακούγοντάς την σκέφτεσαι όσα κρατούν ένα σπίτι τακτοποιημένο, όσα απαιτούνται για να είναι  ένα σπίτι λειτουργικό κι ακόμα, σκέφτεσαι τα μέλη ενός σπιτικού, μια οικογένεια. Το νοικοκυριό για το οποίο γίνεται λόγος στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του παράξενου βιβλίου, δεν είναι ούτε συγυρισμένο ούτε λειτουργικό. Είναι ετοιμόρροπο. Οι άνθρωποί του έχουν βιώσει πολύ πόνο, πολλή μοναξιά, πολλές απώλειες. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που εκπέμπει απίστευτη σαγήνη, λες κι αναδύεται από ένα όνειρο…  

 

Σε μια χώρα που έχει θεοποιήσει την επιτυχία και την ευμάρεια, η Ρόμπινσον έσκυψε πάνω από εκείνους που ζουν σαν φτερά στον άνεμο, μακριά από κάθε κοινωνική νόρμα. Και χωρίς ν' αρνηθεί τη μελαγχολία τους, ανέδειξε όλο τους το μεγαλείο.

 

Η ιστορία που ξεδιπλώνει η Ρόμπινσον με την λυρική, μακροπερίοδο πρόζα της και τις αγαπημένες της βιβλικές αναφορές, έχει να κάνει με την ενηλικίωση δυο ορφανών κοριτσιών, της Ρουθ και της Λουσίλ, γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Φίνγκερμποουν, μια επινοημένη κωμόπολη στα βορειοδυτικά της Αμερικής, χωμένη ανάμεσα σε ατέλειωτα, παγωμένα βουνά, εκτεθειμένη στ’ άγρια καπρίτσια του καιρού και μ’ έναν υγρό τάφο στο κέντρο της. Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ πριν γεννηθούν τα κορίτσια, ο εκτροχιασμός ενός τρένου από τη γέφυρα που ενώνει το Φίνγκερμποουν με τον υπόλοιπο κόσμο, γέμισε τον βυθό της ομώνυμης λίμνης με πτώματα. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο παππούς των κοριτσιών, ο πατριάρχης της οικογένειας. Αλίμονο. Στην ίδια αυτή λίμνη, μια ωραία ημέρα, έμελλε να σαλτάρει και η μητέρα τους. 

 

Κόρες ενός άντρα  απ' τον οποίο δεν έχουν αναμνήσεις και μιας γυναίκας που αυτοκτόνησε, η εξάχρονη Ρουθ, στην οποία έχει δοθεί ο ρόλος του παντογνώστη αφηγητή, και η Λουσίλ, η μικρότερη αδελφή της, τίθενται  υπό την κηδεμονία διαφόρων συγγενών. Πρώτη στη σειρά, τις αναλαμβάνει η γιαγιά τους. Τις υποδέχεται ολομόναχη, σ’ ένα σπίτι που κάποτε παλλόταν από ζωή και, μολονότι τους προσφέρει την ηρεμία της ρουτίνας, συναισθηματικά, τις αφήνει ακάλυπτες. Μια πενταετία αργότερα, όταν εκείνη πεθάνει, τη σκυτάλη αναλαμβάνουν –βαρυγκομώντας- δυό αγχωμένες γεροντοκόρες και, πολύ σύντομα, η φροντίδα των κοριτσιών καταλήγει στη Συλβί, τη μικρότερη αδελφή της μητέρας τους. 

 

Το "Housekeeping" της Ρόμπινσον, ένας ύμνος στους απόβλητους και τους ανήμπορους Facebook Twitter
Η Μέριλυν Ρόμπινσον με τον πρώην Πρόεδρο της Αμερικής Μπαράκ Ομπάμα

 

Η τρυφερή, εκκεντρική, μονίμως φευγάτη Συλβί. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Μια γυναίκα γύρω στα τριανταπέντε που, με την πρώτη ματιά,  εκπέμπει ταπεινοφροσύνη, μυστικότητα και ευγένεια. Πού τριγύριζε τόσα χρόνια; Τι ακριβώς την έτρεψε σε φυγή; Ήταν ανέκαθεν έτσι αλαφροΐσκιωτη; Η Μέριλιν Ρόμπινσον αποφεύγει να δώσει σαφείς απαντήσεις, αλλά κάθε τόσο συμπληρώνει με απαλές πινελιές το πορτρέτο της. “Η Συλβί”, διαβάζουμε,  “πάντοτε περπατούσε με το κεφάλι κάτω, ελαφρά γερμένο, με μια αφηρημένη στοχαστική έκφραση, σαν κάποιος να της μιλούσε με σιγανή φωνή”. Κι όταν ξάπλωνε, “ποτέ δεν κουλουριαζόταν, ποτέ δεν απλωνόταν. Ακόμα κι όταν κοιμόταν, το σώμα της διατηρούσε την ακαμψία της στάσης που συνηθίζει κανείς όταν κοιμάται στα παγκάκια του πάρκου. Πολύ συχνά δεν έβγαζε καν τα παπούτσια της”.

 

Η Συλβί είναι η μόνη που μιλάει στα κορίτσια για τη μάνα τους. Τους αφηγείται ιστορίες, τους προσφέρει μικροδωράκια, δείχνει πόσο συμμερίζεται τη θλίψη τους. Εκείνα, εν τούτοις, παραμένουν ζωσμένα από ανασφάλεια. Κάθε φορά που την βλέπουν να ξεπορτίζει για να περιπλανηθεί στις όχθες της λίμνης, φοβούνται πως δεν πρόκειται να την αντικρύσουν ξανά. Με τα μάτια της Ρουθ, “η Συλβί μέσα στο σπίτι ήταν λίγο ως πολύ σαν γοργόνα παγιδευμένη στην καμπίνα ενός πλοίου”.  Τι νοικοκυριό να κρατήσει ένα τέτοιο πλάσμα; Σε μια υπέροχη σκηνή στην καρδιά του μυθιστορήματος, βλέπουμε τις τρεις τους, λουσμένες στο φως του φεγγαριού, να παίρνουν στην κουζίνα το δείπνο τους. Είναι ένα βράδι γαλήνιο, “γεμάτο από τον τριγμό και τον σιγμό των εντόμων, από το τράνταγμα των αλυσίδων και τα αλυχτίσματα των χοντρών γέρικων σκυλιών στις γειτονικές αυλές”, ένα βράδι που “νιώθαμε την εγγύτητα με τις πιο λεπτές αισθήσεις μας”. Ξαφνικά η Λουσίλ αρχίζει να ξύνει μανιασμένα τα μπράτσα της - “πρέπει να πέρασα από ένα φυτό”- κι ανάβει τη λάμπα. Και τότε, όπως στο δικό τους οπτικό πεδίο, έτσι και στο δικό μας εισβάλλουν απότομα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα, σωροί από άχρηστα συμπράγκαλα, τοίχοι λεκιασμένοι απ’ την κάπνα. Μαζί με το “λαμπερό σκοτάδι” της νύχτας, έχει χαθεί κάθε ίχνος μαγείας.

 

Μέχρι την εμφάνιση της Συλβί,  τα δυο κορίτσια σαν ν' αποτελούσαν μια συνείδηση. Τώρα όμως, σιγά, σιγά, αρχίζουν να διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τη Ρουθ που ταυτίζεται με τη θεία της και προσαρμόζεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της, η Λουσίλ δυσφορεί -θα προτιμούσε  να είναι μια έφηβη όπως οι υπόλοιπες, συνεπής μαθήτρια, μέσα στη μόδα. Αντίστοιχη δυσφορία αναμένεται να εκδηλωθεί κι από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Το να μπει η Συλβί στο στόχαστρο της κοινότητας είναι θέμα χρόνου…

 

Η Μέριλιν Ρόμπινσον ξεκίνησε να γράφει το “Housekeeping” την εποχή που εκπονούσε το διδακτορικό της πάνω στον Σαίξπηρ, κι ομολογημένη πρόθεσή της ήταν να μιλήσει για ένα κομμάτι της Αμερικής, όπως το βόρειο Άινταχο, τον γενέθλιο τόπο της,  για το οποίο οι άνθρωποι της ανατολικής ακτής δεν είχαν ιδέα. Προφανώς έκανε κάτι πολύ περισσότερο: έγραψε έναν ύμνο για τους απόβλητους, τους περιθωριακούς, τους ανέστιους, τους ανήμπορους να συνδεθούν με μια καθημερινότητα, έναν στόχο. Σε μια χώρα που έχει θεοποιήσει την επιτυχία και την ευμάρεια, η Ρόμπινσον έσκυψε πάνω από εκείνους που ζουν σαν φτερά στον άνεμο, μακριά από κάθε κοινωνική νόρμα. Και χωρίς ν’ αρνηθεί τη μελαγχολία τους, ανέδειξε όλο τους το μεγαλείο. Λεπτομέρεια: μέχρι να δημοσιευτεί το επόμενο βιβλίο της, το “Γκίλιαντ” (εκδ. Εν πλω), χρειάστηκε να περάσει μια εικοσιπενταετία.

Βιβλίο
1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

1 σχόλια
Ειδικά το «Γκίλιαντ», και το «σπίτι» (αν το δεύτερο μου φάνηκε κάπως πιο βαρύ), ήταν από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Είναι τρομερό το πόσα κρύβουν οι χαρακτήρες της Ρόμπινσον πίσω από τις λέξεις τους. Σε αφήνει να υποθέτεις το παρελθόν τους, και τις βαριές οικογενειακές σχέσεις τους μέχρι να σου τους ξεδιπλώσει(;), με ένα τρόπο ανεπαίσθητο. Μικρές λεπτομέρειες στις εκφράσεις, στα κομπιάσματα του λόγου τους, στα συναισθήματα, σε ένα σύμπαν χωρίς ξεκάθαρη υπόθεση, μεταξύ νοσταλγίας και προσμονής, όπου όλα κυλούν ήρεμα σαν απογευματινός περίπατος και όλα είναι στο βάθος τους τόσο βαριά σαν μία συννεφιά που, με έναν παράξενο τρόπο ξέρεις από την αρχή πως ποτέ δεν θα ξεσπάσει σε μπόρα, αλλά και ποτέ δεν θα διαλυθεί… Δεν θυμάμαι να έχω δεί άλλη ανάλογη βουτιά στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και στις σχέσεις πατέρα-γίου-κόρης κλπ. Υ.Γ.: Ειδικά για έναν άνθρωπο που πιστεύει η φιγούρα και τα διλήμματα του πάστορα-πατέρα το κάτι άλλο. Βέβαια-επαναλαμβάνω- δεν το θεωρώ καθόλου ελαφρύ ανάγνωσμα. Θέλει μία κάποια αφοσίωση...