Φρανσουάζ Σαγκάν, η συγγραφέας που δεν υπήρξε ποτέ ντεμοντέ

Το πίσω ράφι/ Φρανσουάζ Σαγκάν Facebook Twitter
Η λογοτεχνία δεν ήταν κάτι ιερό για τη Σαγκάν, ούτε την αντιμετώπισε ποτέ σαν διαβατήριο για την αθανασία.
0


«ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ
 το 1954 μ’ ένα μικροσκοπικό μυθιστόρημα, το «Καλημέρα, θλίψη», που σκανδάλισε όλον τον πλανήτη. Ο χαμός της, έπειτα από μια ζωή κι ένα έργο ευχάριστα κι επιπόλαια, δεν σκανδάλισε παρά τον εαυτό της». Αυτήν τη νεκρολογία είχε σκαρώσει η Φρανσουάζ Σαγκάν το 1988, κι αν τον Σεπτέμβριο του 2004, λίγο πριν από τον θάνατό της, της ζητούσαν να την αναθεωρήσει, το πιθανότερο είναι πως δεν θ’ άλλαζε λέξη.

Πέθανε στα εξήντα εννιά της στην ψάθα, κατηγορούμενη για φοροδιαφυγή και με το στίγμα ότι χρηματίστηκε από την εταιρεία πετρελαίων Elf για να μεσολαβήσει υπέρ της στον Φρανσουά Μιτεράν. Τα τελευταία της βιβλία πουλούσαν μεν, αλλά δεν διαβάζονταν με μεγάλη θέρμη. Η εσωτερική της μοναξιά, κινητήριος δύναμη για όλα της τα γραπτά, ίσως της ήταν δυσβάσταχτη, αποψιλωμένη πια από την κοσμική της αίγλη. Μισόν αιώνα, ωστόσο, μετά τη «σκανδαλώδη» της εμφάνιση, και τέτοιες μέρες πριν από είκοσι χρόνια, η Σαγκάν πέρασε στην άλλη όχθη μέσα σ’ ένα κύμα κατανόησης και αγάπης, τόσο μεγάλο όσο και η ευαισθησία και η εξυπνάδα της, τόσο απόλυτο όσο και τα πάθη της.

Για τη συγγραφέα του «Σας αρέσει ο Μπραμς;» και του «Απατηλού καθρέφτη», του «Ένα κάποιο χαμόγελο» και της «Υποταγής», όπως στη ζωή, έτσι και στα μυθιστορήματα, τα τσιγάρα ήταν για να καπνίζονται, το αλκοόλ για να πίνεται, τα ναρκωτικά –σκληρά και μαλακά– για να καταναλώνονται, τα λεφτά για να ξοδεύονται και τα σπορ αυτοκίνητα για να ξεχύνονται στις λεωφόρους σαν τη φωτιά. Κόρη εργοστασιάρχη, εγκατεστημένη από τα δέκα της στη δεξιά όχθη του Παρισιού, αναθρεμμένη με ζεστασιά, αν κι εκπαιδευμένη μέσα σε αυστηρά καθολικά σχολεία, η Σαγκάν, χωρίς ν’ αποχωριστεί το «αστικό» λογοτεχνικό της πλαίσιο, βίωσε και ύμνησε την επιθυμία της για ελευθερία, αδιαφορώντας για το τίμημα σχεδόν προκλητικά.

Μ’ έναν τρόπο, η Σαγκάν δεν υπήρξε ποτέ ντεμοντέ. Και μ’ έναν άλλο, ήταν η επιτομή του μοντέρνου συγγραφέα: πιο σημαντική από τα βιβλία της, πιο διάσημη από τους ήρωές της – τους άστατους, ανώριμους άντρες και τις δοτικές κατά κανόνα γυναίκες, μέλη ερωτικών τριγώνων που αδιαφορούν για την τετριμμένη καθημερινότητα των υπολοίπων.

Μια πρόκληση ήταν για την μπουρζουαζία και το παρθενικό της μυθιστόρημα, το «Καλημέρα, θλίψη», το οποίο έγραψε στα μπιστρό μέσα σ’ ένα εξάμηνο και δημοσίευσε μ’ ένα ψευδώνυμο αλιευμένο από τον Προυστ και μ’ έναν στίχο του Ελιάρ για τίτλο, πριν καλά καλά συμπληρώσει τα δεκαεννιά της. «Τότε δεν είχα καταλάβει τίποτε, κι ακόμα και σήμερα δεν μπορώ ν’ αποδώσω το σκάνδαλο παρά σε δύο ανόητους λόγους», θα εξομολογηθεί το 1984 στο αυτοβιογραφικό –και αμετάφραστο στα ελληνικά– «Με τις καλύτερες αναμνήσεις μου»:

«Κανείς δεν ανεχόταν ότι μια κοπελίτσα δεκαεπτά, δεκαοχτώ χρονών μπορεί να κάνει έρωτα μ’ ένα αγόρι της ηλικίας της χωρίς να είναι ερωτευμένη και χωρίς να τιμωρείται γι’ αυτό», έγραφε για την ηρωίδα της. «Το να μη λιώνει από αγάπη και το να μη μένει έγκυος στο τέλος του καλοκαιριού ήταν ασυγχώρητο. Όπως ήταν ασυγχώρητο το ότι το ίδιο κορίτσι γνώριζε τους έρωτες του πατέρα της, ότι συζητούσαν σαν σύμμαχοι μεταξύ τους θέματα-ταμπού ακόμα για τις σχέσεις παιδιών και γονιών».

sagan
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ. Φρανσουάζ Σαγκάν, Καλημέρα Θλίψη, εκδ. Ζαχαρόπουλος

Τα δημοσιεύματα που προκάλεσε το «Καλημέρα, θλίψη» το '54 –μέσα σε λίγους μήνες οι πωλήσεις του εκτινάχθηκαν στις 200.000 αντίτυπα– ξεπέρασαν ακόμα κι εκείνα για τη βράβευση του Χέμινγουεϊ με Νόμπελ. Έκτοτε το όνομα της Σαγκάν –αυτού του γοητευτικού «τέρατος», όπως έσπευσε να τη χαρακτηρίσει ο Φρανσουά Μοριάκ– παρέμεινε στο συλλογικό υποσυνείδητο πλάι σ’ αυτό της Μπαρντό, συνδεδεμένο με την περίφημη απελευθέρωση των ηθών, την ανεμελιά και τη φρεσκάδα που είχαν εισβάλει με φόρα στη μεταπολεμική και τόσο συντηρητική γαλλική κοινωνία.

Τι κι αν αργότερα ο προγαμιαίος έρωτας φάνταζε υποχρεωτικός στα μάτια όλων; Από την επέλαση του AIDS κι έπειτα, τα χρόνια του '50 αναδύθηκαν ξανά στην επιφάνεια τυλιγμένα μ’ ένα πέπλο ποίησης και νοσταλγίας. Μ’ έναν τρόπο, η Σαγκάν δεν υπήρξε ποτέ ντεμοντέ. Και μ’ έναν άλλο, ήταν η επιτομή του μοντέρνου συγγραφέα: πιο σημαντική από τα βιβλία της, πιο διάσημη από τους ήρωές της – τους άστατους, ανώριμους άντρες και τις δοτικές κατά κανόνα γυναίκες, μέλη ερωτικών τριγώνων που αδιαφορούν για την τετριμμένη καθημερινότητα των υπολοίπων.

Το πίσω ράφι/ Φρανσουάζ Σαγκάν Facebook Twitter
Η Φρανσουάζ Σαγκάν είχε να το λέει: «Πάντα υπήρξα ελεύθερη. Τόσο ελεύθερη όσο μπορεί να είναι μια γυναίκα, ελεύθερη ν’ αγαπήσω έναν βλάκα, ελεύθερη να ζήσω όπως επιθυμώ». Φωτ.: Gianni GIANSANTI/Gamma-Rapho via Getty Images/Ideal Image

Η ίδια δεν ανήκε σε καμία λογοτεχνική γενιά. Παρόλο που συνέπεσε χρονικά με την άνθιση του νουβό ρομάν, δεν μοιραζόταν καμία από τις φιλοδοξίες των εκπροσώπων του. «Δεκάρα δεν δίνω», έλεγε. Η λογοτεχνία δεν ήταν κάτι ιερό για τη Σαγκάν, ούτε την αντιμετώπισε ποτέ σαν διαβατήριο για την αθανασία: «Δεν ξέρω αν έχω μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας, σίγουρα όμως έχω μια θέση στην ιστορία των εκδόσεων». Στην πραγματικότητα, δούλευε περισσότερο απ’ ό,τι παραδεχόταν, δεν ήταν όλα της τα βιβλία «γραμμένα στο πόδι», όπως αυτοσαρκαζόταν, κι αντιμετώπιζε τη γραφή σαν ένα «ανεκτίμητο» δώρο, σαν μια απόλαυση που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη.

Ή σχεδόν καμία. Γιατί, σ’ ένα άλλο σημείο του «Με τις καλύτερες αναμνήσεις μου», μιλάει για μια πηγή απόλαυσης και περηφάνειας που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις λέξεις και την έμπνευση. Η Σαγκάν αναφέρεται σε μια βραδιά της σε καζίνο της Ντοβίλ. Όχι σ’ εκείνη απ’ την οποία κέρδισε όσα ακριβώς κόστισε το μοναδικό σπίτι που αγόρασε ποτέ της (αυτό της Νορμανδίας, που αργότερα κατασχέθηκε) αλλά σ' εκείνη απ’ την οποία βγήκε χρεωμένη με 300 μόλις φράγκα! Ούτε οι πιο θριαμβευτικές πρεμιέρες θεατρικών της έργων, ούτε οι πλέον διθυραμβικές κριτικές για τα μυθιστορήματά της δεν της προσέφεραν την πληρότητα εκείνης της βραδιάς, ομολογεί. «Το παιχνίδι», γράφει, «δεν απαιτεί μόνο τρέλα ή ένα φρικτό, ασύλληπτο βίτσιο στο υποσυνείδητο, απαιτεί και ψυχραιμία και θέληση και κουράγιο. Όταν χάνεις αδιάκοπα όλο το απόγευμα, όλη τη βδομάδα, όταν νιώθεις πως σ’ έχουν εγκαταλείψει οι θεοί, και ξαφνικά ο τροχός της τύχης στρέφεται πάλι προς το μέρος σου, χρειάζεται να κάνεις μια τεράστια προσπάθεια για να επιβληθείς στον εαυτό σου και ν’ ανακτήσεις την πίστη σου, για ν’ αρπάξεις την ευκαιρία από τα μαλλιά και να επωφεληθείς».

Το πίσω ράφι/ Φρανσουάζ Σαγκάν Facebook Twitter
Ποια καθωσπρέπει αστή θα σάρωνε τους δρόμους του Σαν Τροπέ, με τα ξυπόλυτα πόδια της να εναλλάσσονται στα πεντάλ μιας ντεκαποτάμπλ Φεράρι; Ποια θ’ αντιμετώπιζε την ταχύτητα «όχι σαν πρόκληση, ούτε σαν απόδειξη για οτιδήποτε, αλλά σαν βουτιά στην ευτυχία»;

Η σχέση της Σαγκάν με τα χρήματα ήταν παροιμιώδης. «Ο πατέρας μου με δασκάλεψε σωστά», θα εξομολογηθεί το '94 στον «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», ανακαλώντας την ημέρα όπου ο εκδότης της, ο Ρενέ Ζιλιάρ, τη συμβούλεψε να εμπιστευτεί τη διαχείριση των 500 εκατομμυρίων φράγκων που της αναλογούσαν από το «Καλημέρα, θλίψη» στον μπαμπά της. Εκείνος, όμως, αντέδρασε ως εξής: «"Ενήλικη δεν είσαι; Ξόδεψέ τα αμέσως, παραείναι επικίνδυνο να τα κρατάς!" Είχε δίκιο. Αντιλαμβάνεστε τι θα 'χα απογίνει αν έπρεπε να αποταμιεύσω ή να επενδύσω; Μια φρικτή αστή θα ήμουν».

Μόνο γι’ αυτό δεν την κατηγόρησε κανείς! Ποια καθωσπρέπει αστή θα σάρωνε τους δρόμους του Σαν Τροπέ, με τα ξυπόλυτα πόδια της να εναλλάσσονται στα πεντάλ μιας ντεκαποτάμπλ Φεράρι; Ποια θ’ αντιμετώπιζε την ταχύτητα «όχι σαν πρόκληση, ούτε σαν απόδειξη για οτιδήποτε, αλλά σαν βουτιά στην ευτυχία»; Ποια θα δήλωνε «αρνούμαι να ομολογήσω ή να αρνηθώ ότι παίρνω κοκαΐνη, έχω δικαίωμα να παίρνω ό,τι θέλω, το λέει το Σύνταγμα»;

Μια ζωή κρυμμένη πίσω από μια τεράστια ξανθιά φράντζα, ετοιμόλογη και νευρώδης, γενναιόδωρη όχι μόνο με τους ήρωες που επινόησε αλλά και με δημιουργούς που τη σημάδεψαν, όπως ο Σαρτρ, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Όρσον Γουέλς, η Κάρσον ΜακΚάλερς, η Μπίλι Χόλιντεϊ, η  Φρανσουάζ Σαγκάν είχε να το λέει: «Πάντα υπήρξα ελεύθερη. Τόσο ελεύθερη όσο μπορεί να είναι μια γυναίκα, ελεύθερη ν’ αγαπήσω έναν βλάκα, ελεύθερη να ζήσω όπως επιθυμώ».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

*Τα βιβλία της Φρανσουάζ Σαγκάν κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γιατί τα βιβλία των γυναικών συγγραφέων πωλούνται σε χαμηλότερες τιμές απ' ό,τι των αντρών;

Βιβλίο / Γιατί τα βιβλία των γυναικών συγγραφέων πωλούνται σε χαμηλότερες τιμές απ' ό,τι των αντρών;

Στις συμβατικές εκδόσεις οι τίτλοι με γυναίκες συγγραφείς τιμολογούνται περίπου στη μισή τιμή σε σύγκριση με τα βιβλία που έχουν συγγράψει άνδρες, ενώ υποεκπροσωπούνται και στα πιο διακεκριμένα είδη
IRENE D'ATHENES
Η ανατρεπτική πρόζα τριών σπουδαίων γυναικών

Βιβλίο / Η ανατρεπτική πρόζα τριών σπουδαίων γυναικών σε τρία πρωτότυπα μυθιστορήματα

Η άκρως πρωτότυπη γραφή είναι το νήμα που συνδέει τις σχιζοφρένειες της Ουέτζουν Ουάνγκ με τα τριαντάφυλλα της Έλσα Τριολέ και τα εργοστάσια ζάχαρης της Ντοροτέε Έλμιγκερ.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ