Γκρέγκορ φον Ρετσόρι: Αποχαιρετώντας μια Ευρώπη που χάνεται

Γκρέγκορ φον Ρετσόρι: Αποχαιρετώντας μια Ευρώπη που χάνεται Facebook Twitter
Στόχος του Ρετσόρι δεν είναι να καταγράψει τις ακρότητες αλλά να μεταφέρει στο χαρτί τα βασικά συστατικά του παλιού κόσμου και την υπερπροσωπική φύση της ποίησης.
0


«ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ του παρελθόντος μπορεί κανείς να τις φυλάει μέσα του σαν κρυφό πετράδι: μπορεί όμως και να τις σέρνει πίσω του σαν τη σιδερένια μπάλα του καταδίκου», γράφει κάποια στιγμή στις αναμνήσεις του από έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά ο Γκρέγκορ φον Ρετσόρι. Γεννημένος το 1914, είχε την τύχη να ζήσει όλη σχεδόν την πορεία του 20ού αιώνα, αν και έμαθε από μικρός τι σημαίνει καταστροφή ως παιδί δυο γονιών που ποτέ δεν ερωτεύθηκαν παρά εξέφρασαν δύο κόσμους σε σύγκρουση, ακολουθώντας τη μοίρα της γηραιάς ηπείρου, που ήταν γεμάτη απώλειες και πολέμους.

Η αριστοκρατική του καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του είχε ρίζες σε Αυστριακούς προγόνους από την Ελβετία και τους δικούς μας Φαναριώτες, ενώ το αντίστοιχα μεγαλοαστικό πατρικό επώνυμο προερχόταν από ένα φέουδο στη Σικελία, το οποίο ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία μέχρι την εποχή των Βουρβόνων, μαρτυρώντας έτσι άμεση σύνδεση με τη δυναστεία των Αμψβούργων.

Για λόγους που μάλλον σχετίζονται με την εμμονή του πατέρα στα παλιά αγαθά της φύσης και στην αγάπη για το κυνήγι η οικογένεια επέλεξε για βάση της το απομονωμένο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα, που αποσχίστηκε από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία μετά τη διάλυσή της για να περάσει στη συνέχεια στη Ρουμανία, ενώ με τη συμφωνία μη επίθεσης ένα μέρος της δόθηκε στους Ρώσους –ένας τόπος για τον οποίο, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, ο Τσέλαν έλεγε πως ζούσαν άνθρωποι και βιβλία–, με το βασικό του στοιχείο να είναι «μια υγιής, κυνική χλεύη για κάθε λογής υπερφίαλες πεποιθήσεις».

Οι γυναίκες ήταν, στα μάτια της, δυνάμει ερωμένες του διαρκώς άπιστου γαργαντουικού ανδρός, ενώ κάθε απόπειρα εξωστρέφειας αποτελούσε μια διαρκή πηγή απειλής και μικροβίων.

Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη στάση που υιοθετεί ως προσωπικό οδοδείκτη και στάση ζωής ο ίδιος ο Ρετσόρι, διατηρώντας την αποστασιοποίηση του ανθρώπου που έχει βιώσει τον τελευταίο αχό ενός κόσμου που χάνεται και καταφέρνοντας να μείνει όρθιος, κόντρα στην ίδια του τη μοίρα, για να αποδώσει με την πολύχρωμη καλλιτεχνική του παλέτα τα ξεφτισμένα του χρώματα.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: 
Γκρέγκορ φον Ρετσόρι,
Τα περσινά χιόνια,
Μτφρ.: Δέσποινα Κανελλοπούλου,
Εκδόσεις Δώμα

Ως εκ τούτου, τα απομνημονεύματά του με τον τίτλο Τα περσινά χιόνια, που μόλις κυκλοφόρησαν σε εξαίσια μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου από τις εκδόσεις Δώμα, διαβάζονται όχι μόνο ως μια προσωπική αυτοβιογραφία ενός από τους παλιούς κοσμοπολίτες της Ευρώπης αλλά και ως ένας υποβλητικός αποχαιρετισμός σε μια ήπειρο που απώλεσε τη βάση της συνείδησής της μαζί με τους μύθους και τους θρύλους που την έθρεψαν, μετατρέποντας το πολύχρωμο αυτό χωνευτήρι σε ψυχρή γεωπολιτική σκακιέρα.

«Ο κόσμος πριν από το 1914», δηλαδή προτού οι «κιμαδομηχανές της Υπρ και του Τάννεμπεργκ» διαλύσουν τις αυταπάτες του, ήταν «ένας κόσμος που έδινε σημασία στον πολιτισμό», γράφει ο Ρετσόρι με μια ρομαντική αναπόληση που φέρνει στον νου τον Κόσμο του χτες του Στέφαν Τσβάιχ και με την υπαρξιακή μελαγχολία αλλά και τη βαθιά ειρωνεία του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ. Σύμφωνα με αυτή την αριστοκρατική θεώρηση, πηγή όλου του κακού μοιάζει να είναι η μικροαστική αποκήρυξη των υψηλών αγαθών και της μόρφωσης, με το ερώτημα για το αν αυτή είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την αποστασιοποίηση του συγγραφέα από τις ακρότητες που ακολούθησαν να πλανάται διαρκώς.

Ο ίδιος μοιάζει να απαντά, δίνοντας έμφαση στον απομονωτισμό ως οικογενειακή, γονιδιακή κατάσταση: ο πατέρας του, που έδειχνε μια εγγενή απέχθεια για το χρήμα, προτιμούσε να ασχολείται με το κυνήγι, επιλέγοντας τον ρομαντικό απομονωτισμό της φύσης, και η μητέρα του, κρύβοντας την κατάθλιψή της στη μανιακή ενασχόληση με την τάξη και την προστασία των οικογενειακών αξιών, δεν κατάφερε ποτέ να συνομιλήσει με τον έξω κόσμο που, ούτως ή άλλως, στεκόταν πάντοτε εχθρικός απέναντί τους. Οι γυναίκες ήταν, στα μάτια της, δυνάμει ερωμένες του διαρκώς άπιστου γαργαντουικού ανδρός, ενώ κάθε απόπειρα εξωστρέφειας αποτελούσε μια διαρκή πηγή απειλής και μικροβίων.

Ακόμη, όμως, και αν ο πατέρας ή η μητέρα του δεν ήταν ικανοί παράγοντες για να απομακρύνουν τον υιό Ρετσόρι εσωτερικά από αυτή την παράξενη οικογένεια, το κατάφερναν οι διαφορετικές δασκάλες και νταντάδες αλλά και η μεγάλη του αδελφή που του μετέφερε τον ανταγωνισμό και την τελειομανία της τάξης τους. Εξαίρεση αποτελούσε η αγαπημένη του τροφός Κασσάνδρα, που με την πηγαία και αρχέγονη καλοσύνη της και τη μανία της να τον σφίγγει στην αγκαλιά της και να τον τυλίγει με τα μακριά της μαλλιά έγινε η θηλυκή δύναμη που τον προστάτευε από έναν κόσμο σε σύγκρουση και αποδρομή.

Καμία μετέπειτα ανάμνηση δεν φάνηκε ικανή να αντισταθμίσει την αμεσότητα και την αθωότητα εκείνης της αγάπης, το πικαρέσκο φρόνημα αυτής της λαϊκής γυναίκας που τον μεγάλωσε με τη χαρά των προφορικών αφηγήσεων και παραμυθιών, γεγονός που διαφαίνεται στην αμεσότητα της λαγαρής αφήγησης και στον ξεκάθαρα διασκεδαστικό τόνο της γραφής του Ρετσόρι, ακόμα και αν πρόκειται για την περιγραφή των πιο τραγικών συμβάντων.

Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο, και πιο τρυφερό, μαζί με αυτό που είναι αφιερωμένο στην πρόωρα χαμένη αδελφή του, κεφάλαιο του βιβλίου για την Κασσάνδρα που πολλές φορές φέρνει στον νου τα αντίστοιχα, αφιερωμένα στις κυρίες του σπιτιού, πρώτα κεφάλαια του Ναμπόκοφ στο αριστουργηματικό Μίλησε Μνήμη. Ακόμα και ο στυλιστικός εστετισμός και ο αντίστοιχος κοσμοπολιτισμός φαίνεται να έχει τη σφραγίδα του Ρώσου συγγραφέα, ο οποίος δεν κατάφερε, όπως ο Ρετσόρι, να χωνέψει την αισθητική ισοπέδωση της Αμερικής ή να καταλάβει πώς και γιατί ο γερμανικός ρομαντισμός μετατράπηκε στη φονική μηχανή του Γ’ Ράιχ. Παρότι ο αντισημιτισμός δεν είναι κάτι που κρύβει ο Ρετσόρι ως συγγραφέας του βιβλίου Αναμνήσεις ενός αντισημίτη, αφού, όπως παραδέχεται, εκφραστής του ήταν σε έναν βαθμό ο πατέρας του, προτιμά, όπως πολλοί αριστοκράτες που έκλεισαν επιμελώς τα μάτια, να μην αναφέρεται στις ανατριχιαστικές, ισοπεδωτικές προεκτάσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στόχος του δεν είναι να καταγράψει τις ακρότητες αλλά να μεταφέρει στο χαρτί τα βασικά συστατικά του παλιού κόσμου και την υπερπροσωπική φύση της ποίησης, τη μυστηριακή σύζευξη των ντελικάτων στοιχείων που την παράγουν. Kαι να δει τι απέμεινε από την ψυχή της παλιάς Ευρώπης που, κατά τη γνώμη του, εντοπιζόταν όχι στο κέντρο αλλά στις παρυφές της. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για έναν αξεπέραστο ρομαντισμό, για τον αμψβουργικό πόθο της διατήρησης των παλιών τρόπων, την ανάγκη για περίσκεψη και παραστατική ανάδειξη όλων των δυνατοτήτων της ζωής, όπως στην ασπίδα του Αχιλλέα που πάνω της απεικονίζονταν όλα τα χαμένα στοιχεία της φύσης, όλες οι μορφές του ανθρώπινου κλέους – ορισμένες αντέχουν στον χρόνο σαν τους χαρακτηριστικούς σοφούς γέροντες που κάθονται πάνω στους λαξεμένους λίθους μέσα σε έναν ιερό κύκλο.

Αυτός ο κύκλος θαρρείς ότι διαπερνά κάθε κεφάλαιο του βιβλίου που επανέρχεται εμμονικά στο θέμα της εστίας, των προγόνων και της απαρασάλευτης αλήθειας των αριστοκρατικών αξιών όχι με τη βεβαιότητα ενός απευκταίου εθνικισμού αλλά με ρωμαλέα ορμή και πολιτιστική έξη.

Άλλωστε, αυτό είναι για τον ίδιο τον συγγραφέα και στοχαστή το κέντρο βάρους: η ποιητικότητα που δικαιολογεί και τις επιλογές των περιγραφών. Προτιμά έτσι την εξεζητημένη βαρβαρότητα του πατέρα να την παρομοιάζει με αυτήν του Πάνα του Κνουτ Χάμσουν και τον ίδιο με «κοζάκο στον πίνακα του Ρέπιν», την ατμόσφαιρα στο παλιό σπίτι στο Τσέρνοβιτς με τους πίνακες του Μπονάρ και τον χαμένο κόσμο της απώλειας με τα παραμύθια του Μπρεντάνο και την Ουντίνε του Φουκέ, που διάβαζε η αδελφή του.

Κάπου εκεί στην εσκεμμένη και αγωνιώδη ανάγκη για εξεύρεση του ωραίου ως αντιστάθμισμα στη βία υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές που αποκαλύπτουν τον βαθύ πόνο του ίδιου και της οικογένειάς του, που βίωσαν την εξορία, τον χωρισμό, τον πρόωρο θάνατο της μικρής του αδελφής και τελικά την εξαθλίωση και τη φτώχεια, όπως η μητέρα του, την οποία περιμάζεψε –τι ειρωνεία!– ένας μαύρος Αμερικανός φαντάρος «όπως σηκώνεις το κουτάβι από το σβέρκο», λέγοντάς της «we’re all the same underdogs». O γιος της, σκληρός σαν και κείνη, παραδέχεται πως δεν ανέλαβε ποτέ κανέναν φιλεύσπλαχνο ρόλο ίσως γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι ο οικογενειακός περίγυρος ή το ανθρώπινο περιβάλλον μπορεί πραγματικά να σε σώσει.

Καθώς, όμως, η οικογένεια υποχωρεί ως εικόνα απέναντι στη δική της φαινομενικότητα, όπου οι βασικές κατηγορίες διαλύονται από την ίδια την πραγματικότητα σαν τις διαρκείς ονειροπολήσεις του συγγραφέα, το ερώτημα είναι τι απομένει από αυτή την παλιά πανσπερμία και πίστη στο μέλλον και από μια Ευρώπη που δεν έχει, όπως τότε, περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Τα σημερινά αδιέξοδα και τα βαθιά ερωτήματα που φέρνει στο φως η πρόσφατη άνοδος της ακροδεξιάς είναι που καθιστούν βιβλία σαν του Στάινερ για την κρίση της Ευρώπης ή του Ρετσόρι, που εκδίδονται αμφότερα από το Δώμα, πιο επίκαιρα από ποτέ.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους Ρώσους, σύμφωνα με τον Ναμπόκοφ

Δοκίμιο / Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους Ρώσους, σύμφωνα με τον Ναμπόκοφ

Στα απολαυστικά «Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία» (παραδόσεις για το έργο των Γκόγκολ, Γκόρκι, Ντοστογέφσκι, Τουργκένιεφ και Τσέχοφ) του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ μαθαίνουμε γιατί οι σπουδαίοι Ρώσοι του 19ου αιώνα είναι οι πραγματικά πρωτοπόροι στην ιστορία της λογοτεχνίας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Βιβλίο / Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Οι «Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ» είναι ένα μυθιστόρημα άριστα δομημένο, με πυκνό λόγο και πλήθος πραγματολογικών στοιχείων, που αναπλάθει τη γαλλική επαρχία των ’50s μέσα από μια απελπισμένη ερωτική ιστορία με φεμινιστική χροιά. 
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ