ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ δεν τον άκουσα ποτέ να παίζει βιολί. Ούτε μίλαγε γι’ αυτό. Βιολί, πάλι, στο σπίτι δεν υπήρχε, δεν είδα ποτέ μου. Να φανταστεί κανείς, μέχρι μία ηλικία, όταν οι άλλοι μου μίλαγαν για εκείνον, νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα. Ίσως φταίει, όμως, το ότι ποτέ δεν τον ρώτησα. Δεν ξέρω, ντρεπόμουν, έλεγα από μέσα μου «σιγά μην έχει τη δική μου όρεξη τώρα να μιλάει για τα παλιά». Μπορεί και να είχε. Ποτέ δεν θα μάθω.
Η μόνη φορά που κάτσαμε μαζί οι δυο μας και μιλήσαμε ήταν το πρωί που πέθανε η γιαγιά. Τη γιαγιά μου την αγαπούσε πολύ. Κι εκείνη τον αγαπούσε νομίζω. Τα τελευταία χρόνια που η γιαγιά είχε μείνει κατάκοιτη, εκείνος ήταν πάντα δίπλα της. Την τάιζε, της μιλούσε όλη μέρα, της χάιδευε τα μαλλιά τόσο τρυφερά. Κι εκείνη μπορεί να τα είχε ξεχάσει όλα, αλλά πάντα έλεγε «Σταύρο, Σταύρο, πού είσαι;». Έψαχνε τον άντρα της.
Φωτογραφίες από πανηγύρια, από γλέντια, από χορούς, από γάμους. Παρέα με τους φίλους του. Άλλος έπαιζε κιθάρα, άλλος κλαρίνο, άλλος τύμπανα, άλλος ντραμς αργότερα. Πάνω σε πεζούλες· δεν υπήρχαν πολυτέλειες.
Εκείνο το πρωινό, λοιπόν, που το ένα από τα δύο κρεβάτια είχε αδειάσει οριστικά πια, εγώ έμεινα με τον παππού για να του κάνω παρέα. Σκέφτηκα ότι αυτό που της άξιζε της γιαγιάς εκείνη τη μέρα που είχε φύγει ήταν να μιλήσουμε γι’ αυτήν. Να μου πει πώς γνωρίστηκαν, πώς έζησαν μαζί, πώς ήταν εκείνα τα χρόνια πάνω στο βουνό.
Μου είπε για τον αδελφό του, που κάποτε τον κουβάλησε στην πλάτη από το σχολείο για να τον πάει στο σπίτι, επειδή περπατούσε ξυπόλυτος στα χιόνια και είχε πάθει κρυοπαγήματα, για τη μέρα που, παιδί ακόμα, του έδωσαν κάτι τακούνια από την εκκλησία –ήταν τα τελευταία που είχαν μείνει από το πακέτο με τα παπούτσια που είχε σταλεί ως βοήθεια, αφού πρώτα είχαν πάρει όλα τα καλά οι προύχοντες του χωριού–, αλλά τα πέταξε, γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει, για το αλεύρι από βελανίδια.
Μου είπε και την ιστορία με το μηχανάκι: όταν πια είχε μεγαλώσει και είχε πιάσει κάποια λεφτά, για να πηγαίνει στα πανηγύρια, πήρε ένα παπάκι. Κάποια στιγμή, λοιπόν, δεκαετία του ’50, άντε αρχές ’60, πέρασε από ένα χωριό, ακόμη πιο ορεινό. Ο κόσμος εκεί δεν είχε δει, ούτε είχε ακούσει ποτέ τέτοιο πράγμα. Όταν τον κατάλαβαν, λοιπόν, να έρχεται, έκοψαν μέσα στο βουνό, για να σωθούν, λες και είχε έρθει το διαολικό να τους πάρει. Θυμάμαι να μου το περιγράφει με τέτοια λεπτομέρεια, που ήταν λες και το έβλεπα μπροστά μου. Τότε τον είδα λίγο να χαμογελάει.
Ο παππούς δεν άντεξε πολύ καιρό χωρίς τη γιαγιά. Κάτι μήνες αργότερα έφυγε κι εκείνος. Θυμάμαι, έλεγε «τώρα που έφυγε η γυναίκα μου, τι δουλειά έχω εγώ εδώ;». Δεν μου μίλησε ποτέ για το βιολί, δεν τον ρώτησα κι εγώ. Ούτε φυσικά ξανάπαιξε. Δεν τα πέταξε όλα όμως. Κάτι άφησε πίσω του.
Όταν ο πατέρας μου άνοιξε ένα συρτάρι της ντουλάπας, βρήκε μερικές φωτογραφίες. Φωτογραφίες που ούτε εγώ ούτε εκείνος είχαμε δει ποτέ. Σε αυτές, λοιπόν, φαινόταν ο παππούς να παίζει βιολί. Το μυστήριο μόλις είχε λυθεί. Άλλες θολές, άλλες ξεθωριασμένες. Όλες τους, όμως, χαρούμενες. Από πανηγύρια, από γλέντια, από χορούς, από γάμους. Παρέα με τους φίλους του. Άλλος έπαιζε κιθάρα, άλλος κλαρίνο, άλλος τύμπανα, άλλος ντραμς αργότερα· πάνω σε πεζούλες, δεν υπήρχαν πολυτέλειες.
Τα πανηγύρια τότε γίνονταν τη μέρα. Όχι όπως σήμερα, που αν δεν πάει μία το βράδυ δεν βγαίνουν τα όργανα να παίξουν. Ανέβαινε στο μηχανάκι ή στο αγροτικό αργότερα και πήγαινε να παίξει, στην Άρτα, στην Ευρυτανία, στον Βάλτο. Από νότες δεν ήξερε τίποτα. Αυτοδίδακτος. Όλα μόνος του.
Εγώ από μικρός, θυμάμαι, όπου πήγαινα, μου έλεγαν: «Κατσούδας; Τον Σταύρο τον Κατσούδα τι τον έχεις; Εγγόνι του είσαι; Α ρε, ξέρεις τι γλέντια έχουμε κάνει με τον Σταύρο;» – oι άνθρωποι, αν ένα πράγμα ξέρουν να κάνουν καλά, είναι να θυμούνται αυτούς με τους οποίους έχουν μοιραστεί τις χαρές τους. Κι εγώ κάθε φορά φούσκωνα από περηφάνια, κι ας μην τον άκουσα ποτέ να παίζει.
Από τα πανηγύρια σταμάτησε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τότε που άρχισαν να μπαίνουν τα μηχανήματα, οι μεγάλες φίρμες. Το βιολί δεν ξέρω τι απέγινε. Μια κοπέλα που ήξερε από μουσική, μόλις της έδειξα τη φωτογραφία με τον παππού μου να το κρατάει, έπαθε σοκ. «Τη βλέπεις αυτήν τη γραμμή στη μέση; Το βιολί αυτό παίζει να ήταν πανάκριβο». Ίσως να μην το είχε καταλάβει. Ίσως να μην τον ένοιαζε. Ήταν το βιολί του και αυτό του αρκούσε.
Στο πίσω μέρος μίας από τις φωτογραφίες που βρήκε ο πατέρας μου τη μέρα που πέθανε ο παππούς έγραφε με τα δικά του γράμματα, με μπλε στιλό: «Ενθύμιον από Λουτρά Χαλκιοπούλων Βάλτου. Με τους αξέχαστους φίλους, Θωμά και Εύα. Αυτά μένουν και θα μένουν για ενθύμιο το έτος 1963… και αξέχαστη ζωή με σχέσεις και γεγονότα. Σ. Κατσούδας».