Παραδοσιακά το Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλιαμς ανεβαίνει ως ταραγμένο ψυχογράφημα - η ξεφτισμένη καλλονή του αμερικάνικου Νότου Μπλανς έρχεται σε σύγκρουση με τον άντρα της αδερφής της, τον κτηνώδη, μονόχνωτο Στάνλεϊ με τραγικά αποτελέσματα. Αυτού του είδους το έργο «έχει νόημα αν ανέβει ξανά μόνο μέσα από μια φρέσκια ματιά» υποστηρίζει η Όλια Λαζαρίδου. Δεν είναι μόνο το ότι το έργο είναι πια κλασικό: έχει και ιδιαίτερα έντονη την ατμόσφαιρα της Νέας Ορλεάνης του '50.

Στο ανέβασμα της Μπρούσκου, η έμφαση δίνεται στην Αμερική ως μύθο και στην πτώση του αμερικάνικου ονείρου. (Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η σκηνοθέτις έχει προσθέσει τον υπότιτλο «Living in America».) «Η Αμερική δεν είναι πια η Αμερική που θυμόμαστε - η Αμερική του μύθου του Χόλιγουντ που ακόμα μας γοητεύει. Σήμερα πια το ένα μας κομμάτι, όσο και να μην το θέλουμε, στέκεται κριτικά απέναντι σε αυτόν το μύθο και στη ροζ Αμερική» υποστηρίζει η Όλια Λαζαρίδου. Στην παράσταση στο Θέατρο Σφενδόνη έχουν υπερτονιστεί κάποια στοιχεία του αμερικάνικου σταρ σίστεμ με μουσική από ταινίες όπως ο Νονός, μέχρι και Miles Davis και ανεπαίσθητες λεπτομέρειες όπως «μια κίνηση που μπορεί να είχε κάνει ο Μάρλον Μπράντο ή ακόμα η Μπλανς να θυμίζει τη Μέριλιν την ώρα που πεθαίνει με το τηλέφωνο ανοιχτό» διευκρινίζει ο Γιάννης Στάνκογλου.

Η Άντζελα Μπρούσκου έχει δώσει μια σκληρότητα κι έναν ρεαλισμό στο έργο - ακόμα και η ευαίσθητη Μπλανς των νευρικών κλονισμών που πάντα βασίζεται στην καλοσύνη των ξένων ζει με την πολιτική της ζούγκλας και της επιβίωσης. «Η Μπλανς είναι και τέρας» λέει η Όλια Λαζαρίδου. «Καμιά φορά αυτά τα άτομα τα πολύ ευαίσθητα είναι πολύ σκληρά με τους άλλους. Γενικά όλα τα πρόσωπα του έργου κινούνται με τις προσωπικές τους επιθυμίες. Ο Στάνλεϊ έχει και δίκιο, είναι και κτήνος, η Μπλανς έχει κι αυτή τα δίκια της, είναι και τέρας. Όταν αυτό που σε ενδιαφέρει είναι η επιβίωσή σου όπως εσύ τη φαντάζεσαι, αναπόφευκτα ζεις λίγο από την κτηνώδη πλευρά σου -ο θάνατός σου η ζωή μου δηλαδή-, ο ένας με την ευαισθησία του, ο άλλος με την επιθετικότητα, ο τρίτος με την άμυνα». Ο Στάνκογλου λέει πως προσπαθεί να παίξει το ρόλο σαν να είναι στο 2008. Ο Στάνλεϊ παραμένει ένας Πολωνός μετανάστης που χρησιμοποιεί πολωνικές λέξεις και φοράει ρούχα δεύτερο χέρι, που θα μπορούσε να ‘χε αγοράσει από μια αποθήκη στην Αγία Βαρβάρα, με συμπεριφορά που θυμίζει ήρωα του Οικονομίδη: «Προσπαθώ να τον δω σαν έναν άνδρα που έχει όλες αυτές τις δυσκολίες... να έρθω κοντά σε αυτό με πραγματικούς τρόπους. Είναι σκληρός, είναι δυνατός και είναι αυτός που επιβιώνει στο τέλος. Αυτό δεν το ξεχνάω» λέει.

Για την Όλια Λαζαρίδου «είναι σαν όλα αυτά που συμβαίνουν να είναι πάνω σε μια αρένα τσίρκου, με χιούμορ. Αν έχει χιούμορ; Φυσικά κι έχει χιούμορ, μαύρο χιούμορ, γιατί έχει οριακή απελπισία και η οριακή απελπισία γεννάει χιούμορ. Δεν έχει φως αυτό το έργο, έχει όμως μια πολύ βαθιά ματιά πάνω στην ανθρώπινη φύση και το αδιέξοδο της σύγκρουσης των ανθρώπινων παθών».