Γιώργος Κατσής: «Δουλειά της τέχνης είναι να αντιτίθεται σε κάθε μορφή εξουσίας» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LΙFO

Γιώργος Κατσής: «Δουλειά της τέχνης είναι να αντιτίθεται σε κάθε μορφή εξουσίας»

0

O Γιώργος Κατσής είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ηθοποιού. Αν έχεις δει ερμηνεία του δεν την ξεχνάς ποτέ, π.χ. τον σπαρταριστό ρόλο του Λουκά στο «Σπιρτόκουτο», που είναι κάτι που κουβαλάς μαζί σου για καιρό μετά την παράσταση.

Ο Γιώργος-Τζούλιο είναι πολυτάλαντος και μαχητικός, τα λέει έξω απ’ τα δόντια και δεν φοβάται να εκτεθεί, γι’ αυτό και η κουβέντα μαζί του είναι συναρπαστική. Θα παίξει στην παράσταση «Ο Παγοπώλης έρχεται» που κάνει πρεμιέρα στις 22 Φεβρουαρίου σε σκηνοθεσία του Ακύλλα Καραζήση, στο θέατρο Προσκήνιο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημήτρη Καραντζά.

«Το έργο “Ο Παγοπώλης έρχεται” δεν είναι πολύ γνωστό, νομίζω ότι είναι από τα πιο άγνωστα του Ευγένιου Ο’Νιλ. Η τελευταία φορά που παίχτηκε ήταν σε ανέβασμα του Κουν τη δεκαετία του ’70», λέει. «Ανακαλύψαμε επίσης ότι είναι πολύ σπάνιο έργο, το πιο σπάνιο του Ο’Νιλ. Υπάρχει μια μετάφραση του Πλωρίτη, αλλά δεν είναι πλήρης, είναι μια πολύ μικρότερη διασκευή του ‒ εμείς πήραμε τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.

Ανακαλύψαμε ότι είναι τεράστιο, για να ανέβει ολόκληρο θέλει πεντέμισι ώρες. Το πρώτο του ανέβασμα τόσο ήταν, και συνήθως, όταν ανεβαίνει στην Αμερική, διαρκεί τεσσερισήμισι με πέντε ώρες. Η διάρκειά του είναι κάτι που διαπραγματευόμαστε ακόμα. Αλλά, ούτως ή άλλως, εκ των πραγμάτων, επειδή είμαστε πολύ λίγα άτομα σε σχέση με όσα έχει συνολικά το έργο, σίγουρα θα έχει μικρότερη διάρκεια.

Επίσης, έχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία γιατί ο Ο’Νιλ το έγραψε σε μια περίοδο που είχε κοινοβιακή διάθεση, που άραζαν στα μπαρ, έπιναν όλη μέρα, δεν έβγαιναν ποτέ έξω, μέχρι που το ποτό τούς έσβηνε, και συζητούσαν περί ονείρων και αυταπάτης, περί απογοητεύσεων κ.λπ. Αυτή είναι ουσιαστικά η υπόθεση, μερικοί μπεκρήδες που πίνουν σε ένα μπαρ και συζητάνε. Κάποιοι είναι πρώην αναρχικοί, κάποιοι νυν αναρχικοί, κάποιοι έχουν γυρίσει από πόλεμο, κάποιοι έχουν χάσει τη γυναίκα τους, αλλά γενικώς συζητάνε».

— Ο Παγοπώλης ποιος είναι;
Ο Παγοπώλης δεν εμφανίζεται. Όλοι αυτοί οι θαμώνες περιμένουν έναν φίλο τους, τον Χίκι, ο οποίος είναι μεγαλοπλασιέ, βγάζει αρκετά λεφτά, έρχεται δύο φορές τον χρόνο στο μπαρ και κερνάει το μαγαζί, κάνουν μια φιέστα τρελή, γίνεται λιώμα κι εξαφανίζεται.

Τη χρονιά που διαδραματίζεται το έργο τούς λέει ότι έχει κόψει το αλκοόλ και σιγά-σιγά το έργο σκαλίζει τους λόγους για τους οποίους είναι τόσο διαφορετικός και τόσο αναγεννημένος και διαυγής σε σχέση με τα κούφια όνειρα που έθρεφε πίνοντας, και το πόσο τοξικό ήταν αυτό. Έχει πολλή κουβέντα, δεν έχει κάποια δράση, αφορά τη σχέση με το ποτό κυρίως και τις ψευδαισθήσεις που σε κάνουν να το αναζητάς. Εγώ κάνω αυτόν που δουλεύει στο μπαρ.

Όλα αυτά τα σύνδρομα που συζητήσαμε μετά το ΜeΤoo στο θέατρο ήταν κανόνας. Έχω ακούσει ιστορίες και ιστορίες για τον Βογιατζή π.χ. και δεν έχω ψαρώσει ποτέ, μου φαίνονται φρικτές όσες έχω ακούσει, με τα δεκάωρα, τα δωδεκάωρα, τον έναν χρόνο πρόβα, να πετάει τασάκια και να προσβάλλει κόσμο. Μου ακούγονται γραφικά αυτά, όταν οι άνθρωποι νοσταλγούν τέτοια πράγματα χάριν της καλλιτεχνικής ποιότητας, εγώ γελάω.

— Με τον Ακύλλα Καραζήση έχεις ξανασυνεργαστεί;
Ο Ακύλλας είναι φίλος μου, είναι η τέταρτη φορά που βρισκόμαστε σε παράσταση, αλλά είναι η πρώτη φορά παίζουμε μαζί. Τον γνώρισα στη σχολή, στο πρώτο έτος, όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών, και κατευθείαν υπήρξε μια αμοιβαία πολύ προσωπική εκτίμηση. Με συγκινεί πάρα πολύ το πόσο μετατοπιζόμαστε, εξελισσόμαστε και αλλάζουμε φορά τη φορά. Έχει μια απίστευτη ασφάλεια, δεν θέλει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν...

— Με τη μουσική τι σχέση έχεις;
Παίζω μουσική. Το plan Α όταν ήμουν μικρός ήταν να γίνω μουσικός. Παίζω διάφορα όργανα, τα οποία μάζευα από παιδί.

— Τι μουσική παίζεις;
Θα σου απαντούσα πολύ πιο εύκολα όταν ήμουν μικρότερος, πλέον οι επιρροές και τα ρεύματα έχουν εισχωρήσει τόσο πολύ στο καθετί που παίζεις, που δύσκολα μιλάς για είδη. Το πανκ είναι παρόν, το dark wave, ακόμα και το λαϊκό στοιχείο, το ηλεκτρονικά, το ροκ, πάρα πολλά πράγματα, αναλόγως τη διάθεση. Είναι μια μεγάλη αγάπη μου η μουσική.

— Παίζεις και σε κοινό ή την κρατάς μόνο για σένα;
Παλιότερα είχαμε μια μπάντα και δεν ήταν κυρίως για μας η μουσική, αλλά για τους άλλους ανθρώπους. Πλέον τη μουσική την κρατάω για μένα, προς το παρόν τουλάχιστον. Ίσως κάποια στιγμή να βγει κάτι παραέξω, αλλά δεν έχω άμεση σχέση με αυτό. 

— Ηθοποιός γιατί έγινες;
Μέχρι σήμερα δεν το ξέρω αυτό.

— Ήταν επιλογή;
Ήμουν τυχερός, πολύ τυχερός. Δεν είχα ασχοληθεί με το θέατρο, συνάντησα κάποιους σωστούς ανθρώπους την κατάλληλη στιγμή, μετά το λύκειο, όταν ήμουν πάρα πολύ χαμένος. Βρήκα μια θεατρική ομάδα που ήταν πολύ αξιοπρεπής και δεν έπαιρνε φράγκο, και όταν θέλησα να δώσω σε δραματική σχολή, αναζήτησα επίσης αυτή στην οποία δεν δίνεις φράγκο, και ήταν το Εθνικό Θέατρο. Ήταν ή αυτό ή τίποτα, και κάπως έτσι μπήκα. Τώρα γιατί το κάνω αυτό δεν ξέρω, και δεν έχει και σημασία.

Γιώργος Κατσής: «Δουλειά της τέχνης είναι να αντιτίθεται σε κάθε μορφή εξουσίας» Facebook Twitter
Αν ήμουν στο όριο να μείνω στον δρόμο ίσως και να πήγαινα να κάνω καμία σειρά. Θα έπρεπε να έχω τεράστια ανάγκη. Μόνο με αυτούς τους όρους θα έκανα τηλεόραση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LΙFO

— Ωστόσο, από το 2014, που τελείωσες τη σχολή, μέχρι σήμερα έχεις κάνει πολλά πράγματα, δεν έχεις σταματήσει να παίζεις.
Ναι, κι αυτό μπορεί να έχει μια μεγάλη δόση τύχης.

— Άρα, πιστεύεις στην τύχη.
Πιστεύω ότι είναι κομβικός παράγοντας η τύχη, κομβικότατος. Οι προσωπικές επιλογές που θα κάνεις και ο τρόπος που δρας παίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά αν δεν είσαι τυχερός, δεν γίνονται τα πράγματα. Γιατί έχουμε δει και ικανότατους και πάρα πολύ φωτισμένους ανθρώπους, αλλά πάρα πολύ άτυχους ανθρώπους, οι οποίοι δεν πήγαν πουθενά. Τους εκτιμήσαμε αφού πέθαναν. Γιατί είπες όμως ότι έχω κάνει πολλά πράγματα; Δεν νομίζω ότι ισχύει, παρότι έχω δουλέψει πολύ.

— Έχεις μείνει μεγάλα διαστήματα χωρίς δουλειά;
Κάνα-δυο καλοκαίρια μόνο. Είναι ψυχοφθόρο κάπως, γιατί πρέπει με κάποιον τρόπο να επιβιώσεις, πρέπει να εξουθενώνεσαι. Ο μόνος τρόπος να μη γίνει αυτό, δηλαδή να μην πηγαίνεις σε δουλειές που ίσως δεν μπορείς να τις αναλάβεις και θα σου κοστίσουν πάρα πολύ σε σχέση με κάτι άλλο, είναι να συμβιβαστείς απροκάλυπτα με δουλειές είτε τηλεοπτικές είτε ακραία εμπορικές που θα σου ανοίξουν μεν τις αντίστοιχες πόρτες, αντίστοιχης αισθητικής, σε παραστάσεις που πληρώνουν πολύ καλά ή, έστω, καλύτερα απ’ ό,τι πληρώνεσαι ‒γιατί καμία παράσταση δεν πληρώνει πραγματικά καλά‒, αλλά δεν θα σου δώσουν τίποτε άλλο.

Προς το παρόν, για μένα είναι πιο επιθυμητό να κάνω πενήντα μαζί και στο τέλος πάλι να μη μου φτάνουν τα λεφτά. Βέβαια, δεν λογοδοτείς πουθενά για τις επιλογές σου, μόνο στον εαυτό σου, πρέπει να είσαι συνεπής στις ηθικές σου αξίες.

— Δεν σε ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων;
Καθόλου. Όχι γενικώς και αορίστως, δεν με ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων όσον αφορά τη δουλειά μου. 

— Κάνεις μια δουλειά όμως που εκτίθεσαι, δεν σε ενδιαφέρει να ακούσεις τι έχει να σου πει κάποιος που ίσως μετράει η γνώμη του για σένα;
Όχι, γιατί νιώθω ότι όταν μου μιλάει για τη δουλειά μου είναι σαν να με απάγει. Αν έρθει κάποιος μετά από μια παράσταση και θέλει πολύ να μου πει τη γνώμη του, έστω ότι είναι πολύ ενθουσιασμένος ή θερμός, αισθάνομαι ότι με εκβιάζει, με στριμώχνει, γιατί πρέπει να υπηρετήσω μια κοινή πρακτική, το ότι είναι κομμάτι της δουλειάς μου να επικοινωνώ και να βγάζω φωτογραφίες, να ακούω γνώμες, να τις συζητάω ή να με ενδιαφέρουν, που δεν με ενδιαφέρουν καθόλου.

Εμένα μ’ ενδιαφέρει να κάνω τη δουλειά μου, γιατί αυτή είναι που πουλάει. Η γνώμη ενός ανθρώπου που εγώ μπορεί να βρίσκω φωτισμένο είναι κάτι που αξίζει να συζητήσω, αλλά δεν θα το έκανα με τον οποιονδήποτε. Δεν το υποβιβάζω, απλώς, όντως, δεν μπορείς να ακούς τις γνώμες όλου του κόσμου για οτιδήποτε. Εξάλλου, αυτό μπορεί να το κάνει το ίντερνετ.

— Ούτε η κριτική σε αφορά; Η γνώμη κάποιου ειδικού;
Σε τι είναι ειδικός ο κριτικός;

Γιώργος Κατσής Facebook Twitter
Δουλεύοντας ως ηθοποιός, έχω μολυνθεί ανεπανόρθωτα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LΙFO

— Στην προκειμένη περίπτωση, κάποιος που ασχολείται με το θέατρο.
Αυτός που ασχολείται με το θέατρο είναι αυτός που παίζει, που σκηνοθετεί, που φωτίζει, που κουβαλάει καλώδια και καφάσια, που φέρνει τα νερά σου, που κάνει το ταμείο, γενικώς δουλεύει στο θέατρο.

Οι κριτικοί δεν ασχολούνται με κανέναν τρόπο με το θέατρο, είναι παράσιτα. Βασίζονται στις δουλειές άλλων ανθρώπων που δημιουργούν κάτι, οι ίδιοι δεν δημιουργούν απολύτως τίποτα. Σχολιάζουν χωρίς να έχουν κατακτήσει τίποτα, χωρίς να εμβαθύνουν σε οποιονδήποτε βαθμό. Δεν μπορούν να γράψουν για το θέατρο ούτε ένα βιβλίο 400 λέξεων, που έστω κάποτε κάποιοι το έκαναν. Φυτοζωούν μέσω κάποιας φυλλάδας που θέλει φτηνά εργατικά χέρια και μια θεατρική στήλη και βάζει να γράψει τον κάθε μαλάκα που έχει τελειώσει μια σχολή θεατρικών σπουδών. Αυτά τα καλά παιδιά που δεν θέλουν να έχουμε πανεπιστημιακά πτυχία και τα θέλουν όλα για την πάρτη τους, γιατί ζουν σε τέτοια αυταπάτη, που νομίζουν ότι είναι η δική τους δουλειά. Που η δική τους δουλειά είναι εφιάλτης για τους καλλιτέχνες, δεν θα τη θέλαμε ποτέ και να μας τη χαρίζανε.

Όλα αυτά τα καλά παιδιά, λοιπόν, ζουν μια βαθιά δυστυχία, γιατί μιλάνε για πράγματα που δεν γνωρίζουν καθόλου. Γιατί γνωρίζω κάτι σημαίνει ότι το έχω βιώσει, το έχω κάνει, ότι έχει γράψει σωματικά, εμπειρικά επάνω μου. Δεν μπορούν πέντε μαθήματα μιας σχολής θεατρικών σπουδών ή οι 700 παραστάσεις που έχεις δει να σου δίνουν το δικαίωμα να μιλήσεις γι’ αυτό το. Ούτε εγώ μιλάω για τις παραστάσεις των άλλων ανθρώπων, έχουμε φάει τα λυσσακά μας κάποιοι στο θέατρο και δεν μιλάμε, πόσο μάλλον όταν κάθεσαι από την ασφάλεια του σπιτιού σου και γράφεις ό,τι γουστάρεις για κάτι που έχεις δει.

Αυτό βέβαια μπορώ να το διαμορφώσω πολύ εύκολα με το να κεράσω ένα ποτό κάποιον, ή να του κάνω παρέα, ή να εμπλακώ σε ένα τάτσι μίτσι κότσι, που είναι η χειρότερη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας που μπορώ να φανταστώ, με λεφτά, με σχέσεις, με το πρεστίζ, με τον εντυπωσιασμό, με οτιδήποτε.

— Η κριτική ήταν ένας τρόπος να μάθουν οι άνθρωποι για κάποιες παραστάσεις, που αλλιώς δεν θα μάθαιναν ποτέ. Ήταν ένας τρόπος πληροφόρησης στη μουσική, στο θέατρο, στα βιβλία, στο σινεμά...
Ποιος είναι ο λόγος να γράψεις οτιδήποτε κακό για οποιαδήποτε παράσταση από τη στιγμή που δεν σε ρώτησε και κανένας; Ακόμα περισσότερο, όταν δεν έχεις σχέση με αυτό που βλέπεις. Είναι εντελώς θεωρητική η γνώση που ισχυρίζονται ότι έχουν αυτοί οι άνθρωποι πάνω στο θέατρο.

Δεν υπάρχει θεωρητική γνώση στο θέατρο και γενικώς στην τέχνη, είναι μόνο εμπειρική η τέχνη, μόνο μαστοριλίκι, μόνο κατασκευή, είναι οικοδομή, είναι χειροπιαστό πράγμα. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν σε μια φαντασίωση.

Όλες οι παραστάσεις που είναι sold out προσπαθούν, είτε από το περιεχόμενο, είτε απ’ τη διαφήμιση, είτε με τα μέσα που χρησιμοποιούν, να συναγωνιστούν το Netflix, αυτό που υπάρχει στην καθημερινότητά σου, που σου προκαλεί περισσότερο γέλιο, είναι πιο γρήγορο και πιο ικανοποιητικό από αυτό που βλέπεις, και προσφέρεται σε καλή τιμή.

— Χρειάζεται πτυχίο η τέχνη; Θα άλλαζε κάτι στον τρόπο που παίζεις, δηλαδή, αν είχες ένα πτυχίο ακόμα ή και κανένα πτυχίο;
Είναι εντελώς τεχνοκρατικοί οι λόγοι, και πολύ σημαντικοί, βέβαια, που γίνεται όλη αυτή η συζήτηση γύρω από τα πτυχία των ηθοποιών. Επειδή οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε αντικειμενικά όταν δεν μας θεωρούν κάτι παραπάνω από αποφοίτους λυκείου έχουν αντίκτυπο στο πώς αμειβόμαστε βάσει του επιδόματος ανεργίας, στο αν μπορούμε να σπουδάσουμε έξω, στο αν, σπουδάζοντας έξω και γυρίζοντας εδώ, θα αναγνωριστούν οι σπουδές μας, και γενικώς είναι μια μορφή αντίστασης στο κατά πόσο μπορεί να σε εκμεταλλευτεί ο κάθε παραγωγός.

Όλοι οι παραγωγοί αυτήν τη στιγμή τρίβουν τα χέρια τους γιατί μπορούν να μας εκμεταλλευτούν με την πρόφαση ότι είμαστε απόφοιτοι λυκείου ‒ στην τελική μπορούν να πάρουν και κάποιον άλλο, εφόσον φέρουμε αντίρρηση.

Η διαπραγμάτευση της αμοιβής, που συμβαίνει τώρα, δυστυχώς έχει ξεκινήσει από χρόνια. Είσαι ολομόναχος απέναντι στον παραγωγό γιατί δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση, ένα όριο κάτω από το οποίο δεν μπορεί να πέσει η αμοιβή. Διαπραγματεύεσαι μόνος σου τα λεφτά που είναι να πάρεις, και είναι πενιχρά αυτά που μπορείς να διαπραγματευτείς αν δεν έχεις κάνει τα σκουπίδια της ελληνικής τηλεόρασης. Και πλέον γίνονται ακόμα λιγότερα.

Είναι μια πάσα από την κυβέρνηση σε όλους τους ιδιώτες, τους επιχειρηματίες που είτε τους ανήκουν θέατρα είτε κάνουν παραγωγές σε αυτά, ώστε να εκμεταλλευτούν το εργατικό προσωπικό σε βαθμό αφόρητο. Αυτομάτως εγκλωβίζει τον ηθοποιό, γιατί δεν μπορεί να κάνει κάτι αν ξεκινήσει τις σπουδές του εδώ ή αν γυρίσει από σπουδές στο εξωτερικό και θέλει να ζήσει και να εργαστεί εδώ. Είναι τραγικό. Οπότε, με αυτούς τους τεχνοκρατικούς όρους χρειάζονται αυστηροί κανονισμοί στα πτυχία, χρειάζεται διαβάθμιση, αναγνώριση των σπουδών.

Νομίζω, όμως, ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσει κανείς κάτι που είναι από τη γέννα του ενάντια σε οποιαδήποτε κυβέρνηση. Γιατί αυτό δεν το κάνει μόνο η συγκεκριμένη κυβέρνηση, το κάνει κάθε κυβέρνηση. Η δουλειά της τέχνης είναι να αντιτίθεται σε κάθε μορφή εξουσίας, όποια κι αν είναι αυτή, αριστερή, δεξιά, ακροδεξιά, ακροαριστερή, κεντρώα. Δουλειά της έιναι να δείχνει, να παρουσιάζει τα προβλήματα της ζωής. Να παρατηρεί ποιες είναι οι δυσκολίες, πέρα από ηθικολογίες, πρέπει να τραβάει το χαλί κάτω από οποιοδήποτε πόδι.

Μια κυβέρνηση, ειδικά η μητσοτακική, δεν μπορεί να δεχτεί αυτό το πράγμα. Υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι δεν έχουν αναφερθεί καθόλου στο συγκεκριμένο διάταγμα και είναι ενδεικτικό ότι ασκούν μια μορφή τέχνης με την οποία νομίζω ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα ο Μητσοτάκης. Θέλω να πω ότι υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι δεν θα επηρεαστούν και ιδιαίτερα απ’ αυτό.

Αν ο Λιγνάδης π.χ. δεν είχε μπει φυλακή, δεν νομίζω ότι θα τον επηρέαζε ιδιαίτερα αυτό το διάταγμα. Δεν θα με ξάφνιαζε αν σε κάποια χρόνια επέστρεφε. Το θέμα είναι η στάση απέναντι στα πράγματα, εδώ πολύς κόσμος έκανε ότι δεν ήξερε. Το μισό ελληνικό θέατρο έπεισε τον εαυτό του ότι δεν είχε ιδέα.

Δεν τον είχα καθηγητή, αλλά ήταν καθηγητής στη σχολή όταν ήμουν κι εγώ. Μου ήταν φοβερά αντιπαθής και είχες πλήρη επίγνωση τι είναι αυτός ο άνθρωπος. Από την πρώτη επαφή μαζί του σε προειδοποιούσε όλος ο κόσμος να μείνεις μακριά του. Ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πολύ ξεκάθαρο ότι ήταν επικίνδυνος και λούμπεν. Αληθινό λούμπεν.

Γιώργος Κατσής Facebook Twitter
Εικόνα από την παράσταση «Ο Παγοπώλης έρχεται». Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

— Γράφεις κιόλας;
Γράφω, ναι.

— Τι γράφεις;
Νουβέλες, κυρίως και διηγήματα. Υπάρχει ένα υλικό που θα μπορούσε κάποια στιγμή να εκδοθεί, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχω σκεφτεί να το εκδώσω. Μου αρέσει όταν ανεβαίνει η λογοτεχνία στο θέατρο χωρίς να έχει διασκευαστεί σε θεατρικό έργο, μου αρέσει όταν εκφέρεται ο λογοτεχνικός λόγος. Δεν γράφω για να τα κάνω κάτι, απλώς ίσως στο μέλλον εκδοθούν, για να αφήσω κάτι.  

— Σε απασχολεί, άρα, η υστεροφημία σου;
Ματαιοδοξίες είναι αυτές.

— Είναι διαφορετική η προσέγγιση ενός έργου όταν σκηνοθετείς απ’ ό,τι όταν παίζεις;
Είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Θα σου πω το εξής: αν είχα 200.000 ευρώ στην τράπεζα αυτήν τη στιγμή, δεν θα ξαναπατούσα το πόδι μου στη σκηνή ποτέ ως ηθοποιός. Παρ’ όλα αυτά, θα σκηνοθετούσα. Αυτή είναι η κομβική διαφορά. Δεν θα ήθελα να παίξω, αυτό το κάνω γιατί με ταΐζει.

Η σκηνοθεσία είναι το μόνο καλλιτεχνικό κομμάτι μου, μαζί με τη μουσική ενδεχομένως, που δεν έχει μολυνθεί από την αγορά, την επιχειρηματικότητα. Είναι το μόνο που έχει μείνει αγνό, ακριβώς όπως το ήθελα, με τους δικούς μου όρους, τα ρίσκα που ήθελα. Που δεν με κάνει να φοβάμαι, αλλά να αισθάνομαι ευτυχισμένος και δυστυχισμένος παράλληλα, και πάρα πολλά άλλα.

— Τι εννοείς «μολυνθεί»;
Δουλεύοντας ως ηθοποιός, έχω μολυνθεί ανεπανόρθωτα. Δεν έχω άλλο περιθώριο από το να κάνω τον κλόουν σε παραστάσεις, που μπορεί και να μη θέλω μερικές φορές.

— Καταπιέζεσαι ως ηθοποιός;
Εντελώς. Μα ο ηθοποιός κατεξοχήν καταπιέζεται, γιατί έρχεται αντιμέτωπος με ανθρώπους. Ερχόμαστε πάλι στο κομμάτι της τύχης, κι εγώ ήμουν πάρα πολύ τυχερός ώστε να συναντηθώ με ανθρώπους που με σέβονταν, και με τους οποίους συνδέθηκα προσωπικά όταν έκανα κάτι μαζί τους.

Αλλά υπάρχουν και φορές που πρέπει να έρθεις αντιμέτωπος με ανθρώπους οι οποίοι θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα, ότι έχουν να σε μάθουν πράγματα, ενώ δεν έχουν να σε μάθουν τίποτα, που δεν μπορούν να δεχτούν επ’ ουδενί έναν χειραφετημένο ηθοποιό που δεν χρειάζεται τον δάσκαλο, δεν χρειάζεται την πίεση, την ψευτοπειθαρχία.

Όλα αυτά τα σύνδρομα που συζητήσαμε μετά το ΜeΤoo στο θέατρο ήταν κανόνας. Έχω ακούσει ιστορίες και ιστορίες για τον Βογιατζή π.χ. και δεν έχω ψαρώσει ποτέ, μου φαίνονται φρικτές όσες έχω ακούσει, με τα δεκάωρα, τα δωδεκάωρα, τον έναν χρόνο πρόβα, να πετάει τασάκια και να προσβάλλει κόσμο. Μου ακούγονται γραφικά αυτά, όταν οι άνθρωποι νοσταλγούν τέτοια πράγματα χάριν της καλλιτεχνικής ποιότητας, εγώ γελάω.

Επίσης, οι επιλογές σου κάποια στιγμή σε οδηγούν κάπου. Νομίζω ότι πλέον μικραίνει πάρα πολύ ο κύκλος των σκηνοθετών αυτής της κλίμακας, οι οποίοι κάνουν επαγγελματικά ‒με τη χυδαία έννοια του όρου‒ θέατρο, σκηνοθετούν πέντε εργάρες και τα κάνουν το ένα μετά το άλλο γιατί μπορούν, και καλά. Μικραίνει η σχέση μου, η σύνδεσή μου μαζί τους, γιατί δεν μπορώ να κάνω και τον μαλάκα πλέον, είμαι τριάντα και πάω προς τα τριάντα ένα και η υπομονή μου πλέον έχει στερέψει. Όταν έχω έναν μαλάκα απέναντί μου, πάντα του λέω ότι είναι μαλάκας.

Γιώργος Κατσής Facebook Twitter
Στον σπαρταριστό ρόλο του Λουκά στο «Σπιρτόκουτο». Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

— Λες όχι σε προτάσεις;
Κι αν έχω πει όχι σε προτάσεις! Το ότι δεν με έχεις δει στην τηλεόραση είναι μια σειρά από πολλά όχι.

— Υπάρχουν όμως και σειρές που αξίζουν, δεν είναι όλες ίδιες.
Δεν ξέρω, δεν βλέπω σειρές πλέον. Αν ήμουν στο όριο να μείνω στον δρόμο ίσως και να πήγαινα να κάνω καμία σειρά. Θα έπρεπε να έχω τεράστια ανάγκη. Μόνο με αυτούς τους όρους θα έκανα τηλεόραση.

Να ξεκαθαρίσω, όμως, επειδή έχω μιλήσει πολύ για την τηλεόραση, ότι δεν έχω προσωπικό ζήτημα, δεν αναφέρομαι στους ανθρώπους που κάνουν τηλεόραση. Όλο αυτό έχει να κάνει πάντα με μια συζήτηση πάνω στο μέσο και στον τρόπο που παρουσιάζει τα πράγματα, ότι θέλει συγκεκριμένο χρόνο για να πει μια ιστορία και πρέπει να είναι και εξωραϊσμένη για να παιχτεί σε ένα σαλόνι όπου ο άλλος θα τη δει βολικά και θα τον αποτρέψει από το να πάει να δει ένα αληθινό καλλιτεχνικό δημιούργημα, είτε είναι θέατρο είτε είναι σινεμά, που πρέπει να σηκώσεις τον κώλο σου και να πας.

Το μέσο ως μέσο από τη δημιουργία του μέχρι σήμερα έχει βαθιά αντικαλλιτεχνικά χαρακτηριστικά. Η τηλεόραση δεν ανήκε ούτε θα ανήκει ποτέ στη καλλιτεχνική συζήτηση, στα μέσα με τα οποία πρακτικά παράγεις τέχνη. Το σινεμά το κάνει αυτό, η γραφή το κάνει αυτό.

— Διαφωνώ, παρότι το σινεμά το έχει καταπιεί πλέον η τηλεόραση.
Τα προβλήματα του σινεμά είναι άλλα. Υπάρχει ένα υπαρξιακό αδιέξοδο αυτήν τη στιγμή, γιατί έχει περάσει σε μια ψηφιακή μορφή που είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία από αυτήν του φιλμ, του σελιλόιντ, που από μόνο του είναι το πιο δυνατό κομμάτι του σινεμά γιατί σου δίνει την ψευδαίσθηση της κίνησης, ενώ δεν υπάρχει, μόνο κάτι εκατομμύρια καρέ που βλέπεις και νομίζεις ότι όλα κινούνται. Αυτή η μεγαλειώδης σύλληψη είναι που κρατάει το σινεμά κάπως ζωντανό, αλλά περνάει μια υπαρξιακή κρίση γιατί πλέον προσαρμόζεται στα φτωχά μέσα του ψηφιακού κόσμου.

Επίσης, το σινεμά είναι απολύτως λαϊκή τέχνη και δυστυχώς το ξεχνάμε, θεωρούμε ότι ανήκει σε μια ελίτ ανθρώπων που καταλαβαίνουν τα πράγματα, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι δημιουργήθηκε για νταβατζήδες και πορτιέρηδες.

—  Δυστυχώς, το σινεμά είναι από τα μέσα που αλλάζουν εντελώς, όπως άλλαξε και η μουσική, που έγινε εντελώς ψηφιακή και ευτελίστηκε στα μάτια πολύ κόσμου. Το θέατρο έχει μια σταθερή αξία. Νομίζω ότι κερδίζει κοινό, παρά χάνει.
Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό. 

— Έχει ένα σωρό παραστάσεις φέτος και πολλές από αυτές είναι sold out. Σε μικρούς και μεγάλους χώρους.
Δεν θεωρώ ότι αυτομάτως, με το που πας θέατρο, εξιλεώνεσαι ή ότι κάτι είναι ποιοτικό αν γεμίσει.

— Ως μορφή τέχνης την υπολογίζεις, πας θέατρο για έξοδο, ενώ το σινεμά δεν το υπολογίζει τόσο πολύς κόσμος για την έξοδό του.
Είναι live το θέατρο. Όλες οι παραστάσεις στις οποίες αναφέρεσαι και είναι sold out προσπαθούν, είτε από το περιεχόμενο, είτε απ’ τη διαφήμιση, είτε με τα μέσα που χρησιμοποιούν, να συναγωνιστούν το Netflix, αυτό που υπάρχει στην καθημερινότητά σου, που σου προκαλεί περισσότερο γέλιο, είναι πιο γρήγορο και πιο ικανοποιητικό από αυτό που βλέπεις, και προσφέρεται σε καλή τιμή.

Αυτό στην πραγματικότητα είναι η μεγαλύτερη καταδίκη του θεάτρου, γιατί δημιουργεί ένα μονοπώλιο στον τρόπο σκέψης, π.χ. μην τυχόν και δούμε μια παράσταση τέσσερις ώρες, θα διαλυθεί ο κόσμος όλος, θα καταρρεύσει το σύμπαν. Έχει την υπομονή ένας άνθρωπος σήμερα να διαβάσει ένα μυθιστόρημα χιλίων σελίδων;

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα διαπραγμάτευσης που θα ’πρεπε να αφορά το θέατρο, κι αυτήν τη στιγμή δεν το αφορά καθόλου. Και αυτό θα είναι η καταδίκη του. Το θέατρο είναι ζωντανός χρόνος με ζωντανούς ανθρώπους, που παρακολουθείς εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορείς να το αφαιρέσεις αυτό για να γίνει κάτι παρεμφερές του Netflix ή του Mega. Του στερείς την ίδια του την ψυχή. Δεν αντέχω το Netflix, δεν αντέχω όταν αναφέρονται συνέχεια σε αυτό, σε ταινίες του, σε σειρές του, δεν αντέχω πολλά πράγματα γενικώς.  

Γιώργος Κατσής: «Δουλειά της τέχνης είναι να αντιτίθεται σε κάθε μορφή εξουσίας» Facebook Twitter
Τελικά, όμως, τι μας απασχολεί; Αν γελάσαμε πολύ στην παράσταση. Γιατί υπάρχει αυτή η παρεξήγηση ότι πρέπει να περνάς όμορφα ή να σου αρέσει αυτό που βλέπεις. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LΙFO

— Τι ταινίες βλέπεις;
Πλέον, εδώ και ενάμισι-δύο χρόνια παρακολουθώ μόνο ταινίες που έχουν γυριστεί με φιλμ, προσπαθώ να εντοπίσω όλες τις ταινίες που δεν έχω δει. Κλασικές ταινίες. Είδα το «Ρίο Μπράβο», την «Καζαμπλάνκα», κάποιες ταινίες του Σκορτσέζε που μου είχαν ξεφύγει, λίγο πιο άγνωστες που δεν παίζουν σταρ, του Μπέλα Ταρ το «Sátántangó» που με στιγμάτισε, εφτά ώρες ταινία, κορυφαίο σινεμά, αξεπέραστο, πανανθρώπινο, κάτι μαγικό που εύχεσαι να υπήρχε, τέλος πάντων.

— Θέατρο βλέπεις;
Όποτε μπορώ, ναι. Όποτε δεν παίζω και είναι δυνατό. Προσπαθώ να παρακολουθώ όσο πιο πολύ θέατρο μπορώ γιατί με τον τρόπο που στήνονται οι παραστάσεις, οι ταινίες και η μουσική καταλαβαίνεις τι απασχολεί την ανθρωπότητα, υπαρξιακά, φιλοσοφικά.

Βλέπεις τη μουσική που παράγεται και το Netflix και καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπος δεν έχει ιδέα πού βρίσκεται. Δεν τον απασχολεί τίποτα, τον απασχολεί μόνο η προσωπική του απόλαυση, ακόμα και στη χειρότερη συνθήκη που είμαστε, με έναν πόλεμο που μαίνεται αυτήν τη στιγμή, με πρόσφυγες που έρχονται κάθε μέρα, μια φιλελεύθερη κυβέρνηση που δεν έχει τίποτα φιλελεύθερο, έχει ακροδεξιά στοιχεία μόνο, μια Χρυσή Αυγή που προσπαθεί να αναστηθεί.

Τελικά, όμως, τι μας απασχολεί; Αν γελάσαμε πολύ στην παράσταση. Γιατί υπάρχει αυτή η παρεξήγηση ότι πρέπει να περνάς όμορφα ή να σου αρέσει αυτό που βλέπεις. Δεν οφείλει καθόλου να σου αρέσει αυτό που βλέπεις, δεν είναι σκοπός της τέχνης να σ’ αρέσει, δεν μιλάμε για μπίρα.

— Παρατηρείς το κοινό όταν παίζεις; Προσέχεις πώς συμπεριφέρεται;
Δεν το προσέχω παρατηρώντας το, αλλά καταλαβαίνω την ενέργειά του. Εάν αυτή η ενέργεια είναι αρνητική, επιθετική, μοχθηρή ή οτιδήποτε άλλο, το αισθάνεσαι κατευθείαν, με το που ανέβεις στη σκηνή. Είναι κάτι με το οποίο εξοικειώνεσαι, καταλαβαίνεις πότε θα χρειαστεί με έναν τρόπο να σκάψεις λίγο περισσότερο απ’ ό,τι περίμενες.

Είναι ξεκάθαρο ότι όταν είναι λίγος ο κόσμος από κάτω είναι πολύ δύσκολο να γελάσει, όταν είναι πάρα πολλοί, είναι πανεύκολο. Όταν είναι πολύς κόσμος και δεν γελάει κανένας, ενώ θα έπρεπε, αφού βλέπει κάτι που σκοπός του είναι να τον κάνει να γελάσει, έχεις απορίες, λες τι γίνεται; Όπως και να ’χει, έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Δείτε εδώ πληροφορίες για την παράσταση «Ο Παγοπώλης Έρχεται».
Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ποιο είναι το δικό σας Σπιρτόκουτο;

Θέατρο / Ποιο είναι το δικό σου «Σπιρτόκουτο»; Οι συντελεστές της παράστασης απαντούν

Τι είναι το «Σπιρτόκουτο»; Ένα «συναισθηματικό κωλόπαιδο» ή «ολόκληρη η χώρα»; Οι συντελεστές της παράστασης «Σπιρτόκουτο The Musical» μοιράζονται με τη LiFO την προσωπική τους εκδοχή.
THE LIFO TEAM
«O παγοπώλης έρχεται»: Πρώτες εικόνες από τη νέα παράσταση του Ακύλλα Καραζήση

Πολιτισμός / «O παγοπώλης έρχεται»: Πρώτες εικόνες από τη νέα παράσταση του Ακύλλα Καραζήση

Ο Ακύλλας Καραζήσης, ο πρώτος προσκεκλημένος σκηνοθέτης υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημήτρη Καραντζά στο Θέατρο Προσκήνιο, ανεβάζει ένα σπάνιο έργο του Ευγένιου Ο’ Νιλ.
THE LIFO TEAM
Σπιρτόκουτο, το μιούζικαλ: Η παθογένεια και το μεγαλείο της μικροαστικής οικογένειας σε ένα μοναδικό μουσικό έργο στη σκηνή της Στέγης

Θέατρο / «Σπιρτόκουτο The Musical»: Η πυριτιδαποθήκη της μικροαστικής οικογένειας στη σκηνή της Στέγης

Η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, ο Γιάννης Οικονομίδης, ο Γιάννης Νιάρρος και ο Αλέξανδρος Λιβιτσάνος συζητούν για το χρονικό δημιουργίας του (μιούζικαλ) «Σπιρτόκουτου» είκοσι χρόνια μετά τη θρυλική ταινία.
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Περιμένοντας τον Γκοντό του Θεόδωρου Τερζόπουλου

Θέατρο / «Περιμένοντας τον Γκοντό»: Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος ανατρέπει όσα γνωρίζαμε για το αριστούργημα του Μπέκετ

Ένα ταξίδι, μια παράσταση, μια συνάντηση με τον σημαντικότερο εν ζωή Έλληνα σκηνοθέτη: από το Μιλάνο στην Αθήνα, από το Piccolo Teatro στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Θεόδωρου Τερζόπουλου προσφέρει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του έργου του Μπέκετ.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Σαν πλοίο που ναυάγησε, σα νούφαρο που μάδησε

Κριτική Θεάτρου / Σαν πλοίο που ναυάγησε, σαν νούφαρο που μάδησε

Επιχειρώντας να αποδώσει τη «φαινομενικά ασύνδετη μορφή ενός ονείρου που υπακούει στη δική του λογική», όπως αναφέρει ο Στρίνμπεργκ στο «Ονειρόδραμα», η Γεωργία Μαυραγάνη επέλεξε να μιλήσει για το ίδιο το θέατρο.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
42' με τον Βασίλη Βηλαρά

Θέατρο / Βασίλης Βηλαράς: «Το θέατρο είναι ένα ομοφοβικό και χοντροφοβικό επάγγελμα»

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και στον «Καταποντισμό» ο ηθοποιός και σκηνοθέτης φέρνει στο φως μαρτυρίες από την γκέι Ελλάδα της Μεταπολίτευσης μέσα από επιστολές που στάλθηκαν στο περιοδικό ΑΜΦΙ, το πρώτο μέσο που άρθρωσε δημόσια λόγο στην Ελλάδα για την εμπειρία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Καύσωνας: Το όνειρο και ο εφιάλτης του ελληνικού καλοκαιριού σε μια παράσταση

Θέατρο / Καύσωνας: Το όνειρο και ο εφιάλτης του ελληνικού καλοκαιριού σε μια παράσταση

Βασισμένος σε διηγήματα της Βίβιαν Στεργίου, μέσα από αποσπασματικές αφηγήσεις χαρακτηριστικών συμπεριφορών ντόπιων, τουριστών και expats, ο σκηνοθέτης Γιάννης Παναγόπουλος διερευνά τη μεταβατική φάση από τα ’90s μέχρι το 2020, μιλώντας για την πραγματικότητα της γενιά του -των millennials- στην παράσταση που ανεβαίνει στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
«Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», μάγισσες και μαγείρισσες της μυστικής Θεσσαλίας

Θέατρο / «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα», οι μάγισσες και οι μαγείρισσες της μυστικής Θεσσαλίας σε μια παράσταση

Με έμπνευση από τη θεσσαλική λαογραφία και σε σύγχρονη σκηνική φόρμα, ο Κωνσταντίνος Ντέλλας σκηνοθετεί μια παράσταση για τις αόρατες γυναίκες της παράδοσης, αποκαλύπτοντας την κοινωνική απομόνωση, τον παραγκωνισμό τους, ακόμα και την απόκρυψη του γυναικείου σώματος.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ράνια Σχίζα: «Να γουστάρεις, αυτό είναι το κέρδος. Μόνο έτσι προχωράς στη ζωή»

Θέατρο / Ράνια Σχίζα: «Να γουστάρεις, αυτό είναι το κέρδος. Μόνο έτσι προχωράς στη ζωή»

Μια ηθοποιός με λεπτές ποιότητες, εξαιρετικές συνεργασίες, επιμονή και πάθος μιλά για την επιλογή της να δώσει προτεραιότητα στην οικογένειά της σε πολλές φάσεις της καριέρας της.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ένας λυκάνθρωπος πρωταγωνιστεί στη νέα, απίστευτη παράσταση του Ευριπίδη Λασκαρίδη

Θέατρο / Ένας λυκάνθρωπος πρωταγωνιστεί στη νέα, απίστευτη παράσταση του Ευριπίδη Λασκαρίδη

Ο τρόμος στο θέατρο και τον κινηματογράφο, η περίοδος γύρω από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, οι εικαστικές τέχνες, τα αμερικανικά μιούζικαλ και οι μεταμορφώσεις χωράνε στο «Lapis Lazuli» που ανεβαίνει στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
M. HULOT