Γεννήθηκα το 1945 στο Μοσχάτο, που τότε ήταν εξοχή. Θυμάμαι το πατρικό μου, την αυλή του, να σκαρφαλώνω στα δέντρα, θυμάμαι να κοιμόμαστε έξω βλέποντας τα άστρα και περιμένοντας να πέσει κάποιο για να κάνω μια ευχή. Ήταν ωραία παιδικά χρόνια. Μεγαλώνοντας σε αυτήν τη γειτονιά, περνούσαμε τον δρόμο και κάναμε μπάνια σε μια υπέροχη μεγάλη παραλία που έφτανε στο Φάληρο και μέχρι τις Τζιτζιφιές. Οι γειτονιές αυτές, δίπλα στη δική μου, η Καλλιθέα και το Νέο Φάληρο, ήταν γεμάτες μονοκατοικίες με κήπους. Θυμάμαι να πηγαίνουμε βόλτα με τους γονείς μου στην Ταραντέλα, ένα εξοχικό κέντρο στην παραλία του Φαλήρου, και στο σινεμά Γκρέκα. Εκεί μια φορά βλέπαμε με τον πατέρα μου μια ταινία και τότε του έκανα πρώτη φορά την ερώτηση, αν είναι κακό να γίνεις ηθοποιός, και μου απάντησε «εξαρτάται, αν γίνεις καλή ηθοποιός…». Εννοούσε σαν την Κατερίνα Βαλέντε, που έπαιζε στην ταινία, χόρευε, τραγουδούσε. Μέχρι εκεί τόλμησα να ρωτήσω, φαίνεται πως μου είχε περάσει από το μυαλό το ηθοποιιλίκι. Κάτι άλλο που θυμάμαι είναι ότι μας έπαιρνε η μητέρα μου και προχωράγαμε προς τις Τζιτζιφιές και τρώγαμε εκεί, έτσι συνήθιζε να κάνει ο κόσμος, παίρναμε από το σπίτι το φαγητό και τρώγαμε ακούγοντας τους μεγάλους τραγουδιστές από τα κέντρα που υπήρχαν εκεί. Αυτό που σκέφτομαι και μου είχε κάνει εντύπωση είναι ότι ενώ τρώγαμε εκεί –πολύς κόσμος– δεν θυμάμαι να ασχημίζουμε τον χώρο, αυτό δηλαδή που συμβαίνει σήμερα. Ζώντας κοντά σε παραλία το βλέπω καθημερινά, αφήνουν πίσω όλα τα σκουπίδια τους, σαν να μην πρόκειται να ξανάρθουν ποτέ, αδιαφορώντας για τους επόμενους που θα φτάσουν εκεί. Ήταν άλλος κόσμος τότε, που ήθελε κάτι καλύτερο, είχε άλλες αξίες, οι άνθρωποι ήταν αλλιώτικοι, έτσι νομίζω.
Κάνω καλή παρέα με τον εαυτό μου, αγαπώ τη μοναξιά από μικρό παιδί, την αντέχω και θεωρώ τη μοναχικότητα πολύ δημιουργική· ο καλλιτέχνης δημιουργεί στη μοναξιά. Εμένα είναι η καλύτερή μου φίλη.
• Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή είχα ποδήλατο. Δεν έκαναν όλα τα κορίτσια ποδήλατο. Εγώ είχα και έναν αδερφό μεγαλύτερο και προφανώς ήθελα τον θαυμασμό του, και έτσι υπήρχε το ποδήλατο στη ζωή μου. Ήταν αγορίστικο παιχνίδι, τα κοριτσίστικα, τις κούκλες, δεν τα προτιμούσα. Με το ποδήλατο έπαθα το πρώτο μου ατύχημα, στο εξοχικό μας. Δεν υπήρχαν δρόμοι με άσφαλτο, μόνο χώμα και πέτρες, και εγώ μπροστά στην ελευθερία μου να κάνω ποδήλατο έξω στη φύση ήμουν απερίσκεπτη, όπως είναι τα νιάτα, έπεσα σε ένα χαντάκι και σκοτώθηκα. Από τότε και μέχρι σήμερα με ταλαιπωρεί αυτό το ατύχημα, αλλά με πολλή άσκηση και γυμναστική και καθημερινό διαλογισμό κατάφερα και δεν κουτσαίνω. Τον πόνο τον έχω κάνει φίλο μου. Πριν από τρία χρόνια έκανα ένα σοβαρό χειρουργείο και νομίζω πως είδα το τέλος μου, συνομίλησα με τον θάνατο, είπα «πεθαίνεις». Επέζησα, η ζωή μού έδωσε άλλη μια ευκαιρία. Αυτός είναι όμως ένας λόγος που δεν δούλευα για μεγάλα χρονικά διαστήματα: για να αποκαταστήσω αυτές τις «απώλειες» και να εκτιμώ την πειθαρχία. Αυτός είναι και ο λόγος που εκτιμώ τον χορό. Ηθοποιός μπορείς να γίνεις και χωρίς πειθαρχία, με ταλέντο, τόλμη και τύχη, όπως έλεγε ο Ελύτης. Για να γίνεις χορευτής πρέπει να πειθαρχείς, ο χορός θέλει δουλειά την οποία εμείς στον χώρο μας τότε δεν την κάναμε· ήταν άλλη εποχή και είχε άλλες απαιτήσεις.


• Ήμασταν τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι, και εγώ ήμουν το μεσαίο παιδί, το «αδικημένο», όπως λένε. Πιστεύω ότι τα δεύτερα παιδιά δεν είναι προνομιούχα, αυτό θυμάμαι και από την οικογένειά μου, δεν ήμουν ποτέ το χαϊδεμένο παιδί του πατέρα μου· μπορεί να φταίει και ο χαρακτήρας μου, δεν ήμουνα χαδιάρα, δεν ήθελα να διεκδικώ με αυτόν τον τρόπο. Αν ήθελα κάτι, το ζητούσα ευθέως. Και οι δύο γονείς μου ήταν Αρκάδες, κατάγονταν από το ίδιο μέρος, τα Λαγκάδια Γορτυνίας. Η μητέρα μου δεν ήθελε να το ακούσει το χωριό, ο πατέρας μου το λάτρευε. Εκείνος ήταν λογιστής, δούλευε στη ΔΕΗ, πανέξυπνος άνθρωπος και αξιολάτρευτος, ενώ η μητέρα μου μεγάλωνε τα παιδιά της. Τρέφω απεριόριστο σεβασμό στο πρόσωπό της, παλιότερα δεν έβλεπα πολλά από όσα έκανε, γιατί τα παιδιά είναι εγωιστικά πλάσματα και θεωρούν ότι οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν τα πάντα. Τη λέξη «μάνα» και τη σημασία της τις κατάλαβα όταν την έχασα. Ήταν μια σπουδαία μάνα, με μεγάλωσε με αρχές και αξίες, κι ας θύμωνα πολλές φορές μαζί της όταν ήμουν μικρή. Μου έμαθε ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή, κι αυτό το βρήκα μπροστά μου ακόμα κι όταν έκανα θέατρο, που κάποια στιγμή πρέπει να κάνεις εκεί όλες τις δουλειές, ακόμα και να σφουγγαρίζεις. Και αν μπορώ να πω ότι απέκτησα ένα παιδί, παιδί μου είναι το θέατρο ΕΛΕΡ. Δεν θα το καθάριζα, δεν θα το φρόντιζα; Αργότερα, όταν έγινα ηθοποιός, η μάνα μου μού έλεγε «δεν θα είσαι πάντα όμορφη, δεν θα είσαι πάντα νέα, πρέπει να μη στηρίζεσαι στην ομορφιά». Μου έδωσε εφόδια ώστε να μπορώ να αντιμετωπίζω τη ζωή μόνη μου. Η μητέρα μου είχε την έφεση για το καλύτερο, να μορφωθούμε, πήγαμε σε ιδιωτικό σχολείο στην Καστέλλα, αλλά τα καλοκαίρια με έστελνε στη μοδίστρα να μάθω να καρικώνω και να ράβω, και μετά μου έπαιρνε και υφάσματα και εγώ έμαθα και έφτιαξα και ένα φουστάνι για να φορέσω. Με μπόλιασε με τη λογική «καλύτερα να λένε “πού είναι;” παρά να λένε “να την”». Νομίζω πως πάνω σε αυτό έχτισα. Έζησα πολύ με τους γονείς μου. Μόνο όταν ερωτευόμουν έφευγα από το σπίτι, αλλά τα μεγαλύτερα διαστήματα μέχρι να φύγουν από τη ζωή οι γονείς μου τα πέρασα στο ίδιο σπίτι μαζί τους.

• Εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε και πολλά, ακούγαμε ραδιόφωνο και πηγαίναμε σινεμά, και θυμάμαι ότι ντρεπόμουν πολύ που η μητέρα μου, κουρασμένη από τον κάματο της μέρας, κοιμόταν την ώρα της προβολής. Γενικά είχα πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα της ντροπής, ήμουνα πολύ συνεσταλμένη και κοκκίνιζα. Ακόμη και τώρα το παθαίνω αυτό και φαίνεται παράξενο, γιατί δεν συμβαίνει πια: οι άνθρωποι δεν ντρέπονται για τίποτα. Θυμάμαι ότι κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και παρακαλούσα από μέσα μου να φύγουν όλοι από το σπίτι για να βρεθώ μόνη μου, και όταν συνέβαινε αυτό διάβαζα ποιήματα από το αναγνωστικό, τα απήγγελλα. Αλλά κανείς δεν πίστευε τότε ότι μπορεί να γίνω ηθοποιός, γελούσαν. Αυτό με σημάδεψε, όμως εγώ αισθανόμουν ότι μέσα από αυτό το επάγγελμα θα βρω αυτό το κάτι που αναζητάμε στη ζωή.
• Ενώ όλα τα χρόνια στο γυμνάσιο ανέβαλλα τη στιγμή που θα έλεγα μπροστά σε όλους ένα ποίημα, τελικά τόλμησα και απήγγειλα τον «Ματρόζο» του Στρατήγη και με επαίνεσαν. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό μου αρέσει και αυτό θέλω να κάνω, να γίνω ηθοποιός, κάτι στο οποίο συμφωνούσαν και οι καθηγητές μου, που με προέτρεψαν να δώσω και στο πανεπιστήμιο. Έδωσα εξετάσεις, μπήκα στη Νομική Θεσσαλονίκης και στην Αθήνα στην Πάντειο – είδα για πρώτη φορά το όνομά μου γραμμένο στην εφημερίδα, στους εισακτέους. Επέλεξα την Πάντειο για να μη φύγω από την Αθήνα, γιατί συγχρόνως είχα γραφτεί και στη Σχολή Κατσέλη. Την τέλειωσα τη σχολή, αλλά είχα ήδη αρχίσει να δουλεύω – έπαιζα στα «Μαθήματα Γάμου» με τον Άγγελο Αντωνόπουλο και τη Λίλυ Παπαγιάννη, είχα κάνει εξώφυλλα σε περιοδικά, και όταν έμπαινα στο λεωφορείο –δεν είχα αυτοκίνητο– γινόταν ένα σούσουρο και ντρεπόμουνα. Ένας λόγος που τέλειωσα την Πάντειο είναι γιατί μου άρεσε να υπαγορεύω στον εαυτό μου ένα «πρέπει», να βάζω εμπόδια που έπρεπε να προσπαθήσω πολύ για να τα ξεπεράσω, να κοπιάσω, κάτι σαν αντίσταση, σαν άσκηση.

Η Καρέζη μού έλεγε «τι τη θες την Πάντειο, εσύ θα μείνεις στο θέατρο». Ήταν μια σημαντική περίοδος στη ζωή μου, από την αίθουσα της σχολής θεάτρου και τους δασκάλους μου Πέλο και Αλέκα Κατσέλη, Άγγελο Φουριώτη, Λέοντα Κούκουλα, έτρεχα να ακούσω καθηλωμένη τη μοναδική διδασκαλία του Σάκη Καράγιωργα στην Πάντειο. Όχι μόνο τέλειωσα αλλά γράφτηκα και στη Νομική, έφτασα μέχρι το τρίτο έτος, αλλά μετά τα άφησα, δούλευα πολύ και ήταν αδύνατο να τα συνδυάσω. Ο άλλος λόγος για τον οποίο σπούδασα ήταν πως δεν ήθελα να είμαι μόνο θεατρίνα, γιατί εκείνη την εποχή δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Και πολλές φορές, όσα χρόνια έπαιζα, αισθάνθηκα ότι αυτό είναι σκληρό επάγγελμα για μένα. Σκεφτόμουν «έτσι είναι το θέατρο; Αυτοί είναι οι άνθρωποι του θεάτρου;». Γι’ αυτό και επέλεξα να ακολουθώ έναν τρόπο ζωής αρκετά διαφορετικό. Δεν μπορώ να ξυπνάω κάθε πρωί και να αναρωτιέμαι τι θα παίξω ή που θα παίξω.
• Τελείωσα αριστούχος τη Σχολή Κατσέλη και από τον πρώτο χρόνο των σπουδών έκανα οντισιόν και με πήρε η Άννα Συνοδινού, που είχε ανοίξει το θέατρο στον Λυκαβηττό, το καλλιτεχνικό της όραμα. Έπαιξα στις «Εκκλησιάζουσες» σε σκηνοθεσία Βολανάκη, ο οποίος ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, και στην «Αντιγόνη». Εκείνη την εποχή έμενα ακόμα στο Μοσχάτο, έπαιρνα το τρένο, πήγαινα στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα, γιατί δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι, κι έπειτα ανέβαινα με τα πόδια στον Λυκαβηττό και έφευγα περπατώντας, γιατί τότε ήμασταν πολύ νέα κορίτσια, οι ηθοποιοί μάς κοίταζαν σαν ξερολούκουμα και δεν ήθελα να μπω στο αυτοκίνητο κανενός και να αναγκαστώ να ζήσω μια άβολη σκηνή. Γι’ αυτό κατέβαινα τον λόφο λέγοντας μονολόγους δυνατά, για να μη φοβάμαι.
• Τότε, όταν βγαίναμε από τη σχολή, αν δεν παίζαμε μέσα σε δύο χρόνια, μας έπαιρναν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Είχα ήδη δώσει εξετάσεις και στην κρατική ραδιοφωνία, στο ΕΙΡ – για να σταθείς μπροστά στο μικρόφωνο έπρεπε να δώσεις εξετάσεις ενώπιον επιτροπής στην οποία συμμετείχαν η κυρία Κατερίνα και ο Τάκης Μουζενίδης. Έτρεμα ολόκληρη από το τρακ, αλλά θυμάμαι τη ευτυχία μου όταν βγήκα παμψηφεί πρώτη. Αργότερα με κάλεσε ο Κωστής Μιχαηλίδης να παίξω έναν ρόλο στο ραδιόφωνο, στο «Γαμήλιο Εμβατήριο», και εκεί γνώρισα την Ελένη Ζαφειρίου η οποία με πήγε στη ΚΛΑΚ Φιλμς, ανοίγοντάς μου τον δρόμο για τον κινηματογράφο.
• Πήγα λοιπόν να με δει ο Αλέξης Σολομός, στο Προσκήνιο, τον σημερινό Ακάδημο, αλλά δεν τολμούσα να μπω μέσα, ξεροστάλιαζα κάθε μέρα απέξω μέχρι να πάρω θάρρος να μπω και να δώσω οντισιόν. Με πήρε και έπαιξα τη Σόλβεϊγ στο «Πέερ Γκυντ» του Ίψεν, στις παραστάσεις που έκανε στη Θεσσαλονίκη. Αυτός ήταν ο πρώτος μεγάλος μου ρόλος. Είχα χτυπήσει την πόρτα σε έναν-δυο εμπορικούς θιάσους αλλά δεν έγινε κάτι, δεν τους γέμιζα το μάτι και έτσι έφτασα στο θέατρο της Καρέζη, που θα ανέβαζε την «Κυρία δεν με μέλει». Θυμάμαι ήταν ένας αγροίκος στην πόρτα, μου είπε «έκλεισε η διανομή» αλλά μόλις γύρισε την πλάτη του εγώ τρύπωσα στο θέατρο και έπεσα πάνω στον Καζάκο, που τον ήξερα από τη Συνοδινού. Μου είπε ότι είχε κλείσει η διανομή, αλλά την επομένη μού τηλεφώνησαν και μου είπαν ότι προέκυψε τελικά ένας ρόλος: ήθελαν μια γυναίκα που θα υποδυόταν μια βαρόνη με πλούσιο μπούστο. Θυμάμαι πως ο ίδιος αγροίκος στην είσοδο με ρώτησε «έχεις μεγάλο στήθος;». Και σκέφτηκα «Θεέ μου, τι άλλο θα με ρωτήσουν». Τέλος πάντων, έβαλα παραγεμίσματα στο σουτιέν, πήρα τον ρόλο και μαζί και την πρώτη μου καλή κριτική. Ως νέα είχα πάρει εκπληκτικές κριτικές, αλλά μεγαλώνοντας κάναμε και πράγματα που δεν μας άρεσαν – όχι ότι έχω παράπονο βέβαια. Έτσι συμβαίνει όταν είσαι στο επάγγελμα, όμως θα ήθελα να μην έχω κάνει κάποιες βιντεοκασέτες, που ήταν η μόδα της εποχής, ή κάποια πράγματα ασήμαντα. Ας πούμε, στην ΕΡΤ τότε είχα κάνει την «Τερέζα Βάρμα-Δακόστα» και άλλες καλές δουλειές που τις έσβησαν. Αν υπήρχαν αυτά θα ήμουν αλλιώς και στη συνείδηση του κόσμου. Έτσι λοιπόν μπήκα στο εμπορικό θέατρο και παράλληλα έκανα και κάποιες ταινίες από τις οποίες θυμάμαι ωραίες στιγμές, αλλά δεν ήταν ό,τι καλύτερο.



• Το πρώτο για το οποίο έπρεπε να παλέψω όταν βγήκα ήταν το όνομά μου. Το Ερήμου δεν άρεσε καθόλου, δεν ήθελαν να το βλέπουν στη μαρκίζα, θεωρούσαν ότι έχει αρνητική έννοια, είναι λες και με σημάδεψε αυτή η έρημος, και αυτό που με δυσκόλεψε φρόντισα και το έκανα δύναμη και λογοπαίγνιο, ακόμη και στο ραδιόφωνο όπου δούλεψα πολλά χρόνια με το όνομά μου, σαν από πείσμα, για να το ξορκίσω.
• Θυμάμαι, όταν έφτασα στον Φίνο, είχα κάνει ήδη τρεις-τέσσερις ταινίες. Μου είπε «θα υιοθετηθείτε εδώ, αν έχετε άλλο συμβόλαιο θα πρέπει να το σπάσετε και πρέπει να αλλάξετε και το όνομά σας». Εγώ απάντησα «συγγνώμη, έχω κάνει κάποιες ταινίες με το όνομά μου, θα λένε άλλες Ερήμου κι άλλες Παπαδοπούλου, ας πούμε; Εμείς φτιάχνουμε το όνομα, όχι αυτό εμάς. Αν είναι λόγος να μην κάνω την ταινία, ας μη γίνει». Έτσι είπα, και έφυγα. Ωστόσο με κάλεσε και τελικά την έκανα, ήταν το «Φόβος και Πάθος», με τον Νίκο Κούρκουλο και τον Μάνο Κατράκη. Μετά σταμάτησαν οι ταινίες, άρχισε η τηλεόραση. Ήμουν περιζήτητη αλλά κάποια στιγμή ορκίστηκα να μην ξανακάνω σίριαλ, δεν ήταν ζωή αυτή, να πρέπει να γεμίζω ένα αυτοκίνητο πράγματα, να φοράω ρούχα που δεν μου πήγαιναν, μια προχειρότητα, πολύ ξόδεμα. Και λέω όχι. Περίμενα να κάνω κάτι καλύτερο, μα δεν ερχόταν. Επειδή απείχα για μεγάλα διαστήματα, μου είχε πει η Καρέζη «πρέπει να είσαι στον χώρο όπως και να ’χει». Μέχρις ενός σημείου προσπάθησα να κρατηθώ, έκανα δουλειές για να βιοποριστώ και, λαμβάνοντας υπόψη και τα δεδομένα της εποχής, θα έλεγα ότι σε αυτήν τη δουλειά εξαρτιόσουν πολύ από τους άντρες. Με εξαίρεση τη Βουγιουκλάκη, οι άντρες ήταν οι πρωταγωνιστές και αυτοί που έκαναν κουμάντο.
• Στο ραδιόφωνο ξεκίνησα με μια ιδέα που είχα προτείνει τότε στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, μια ιδέα με ένθετα πεντάλεπτα στα οποία θα διάβαζα κείμενα που έγραφαν συγγραφείς. Συνέχισα με μια νυχτερινή εκπομπή, το «Φωνή βοώντος απ’ την Ερήμου» και νομίζω πως είμαι η πρώτη ηθοποιός που έκανα μαγκαζίνο κάθε Σάββατο πρωί με τον Γιάννη Καλαμίτση. Τότε όμως, αν δεν ήσουν δημοσιογράφος, απαγορευόταν να κάνεις ερώτηση σε καλεσμένο. Το ραδιόφωνο ήταν αυτό που με βοήθησε να φύγω από το θέατρο. Είχα παίξει στον «Βολπόνε» σε σκηνοθεσία Βολανάκη, οι προτάσεις να παίξω καλοκαίρι στο εμπορικό δεν με ενδιέφεραν, οπότε το ραδιόφωνο ήταν μια ευκαιρία να απομακρυνθώ από την καμαρινίλα. Άκουγα συναδέλφους να λένε «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το θέατρο, χωρίς το καμαρίνι» και είπα «όχι, εγώ μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά και θέλω να ζήσω χωρίς το καμαρίνι». Κι ενώ είχα κάνει το «Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες» και τα «Μαθήματα γάμου» και είχα γίνει πρωταγωνίστρια, αποφάσισα πως το θέατρο αυτό δεν μου κάνει. Το αγάπησα πολύ το ραδιόφωνο, στη νυχτερινή εκπομπή καλούσαν άνθρωποι μοναχικοί, ήταν μεγάλη εμπειρία αυτή η επαφή, ένα κομμάτι του εαυτού μου, και μάλιστα έγραψα και ένα βιβλίο με όσα συνέβαιναν τις νύχτες στο ραδιόφωνο. Αυτό ήταν το ξεκίνημα ενός ταξιδιού: άρχισα να παίρνω αποστάσεις από το θέατρο, να παίζω όποτε το είχα ανάγκη, όποτε ερωτευόμουν κάτι, έναν ρόλο, ένα έργο, για να εξελιχθώ με αυτό που θα έκανα. Είχα αποσυρθεί στον Σχινιά, στο ησυχαστήριό μου, διάβαζα, ήμουν σε επαφή με τη φύση και, όποτε ένιωθα έτοιμη, έκανα ξανά θέατρο, αλλά δουλειές που ήθελα, «Τα γράμματα μιας Πορτογαλίδας μοναχής», δύο έργα για τον Βαν Γκογκ, το «Ερωτευμένη με τον Βαν Γκογκ» του Nicholas Wright και το «Βαν Γκογκ – Το βαλς των δέντρων και του ουρανού», που βασίζεται στο βιβλίο του Jean-Michel Guenassia. Έχω εμμονή με τον Βαν Γκογκ και ξεκόλλησα με μεγάλη δυσκολία.

• Όσα χρόνια έκανα παραστάσεις, νοίκιαζα θέατρα. Δεν ήταν στα ενδιαφέροντά μου να έχω δικό μου θέατρο, αλλά παλιά είχα περάσει έξω από το θέατρο αυτό στη Φρυνίχου και, επειδή έχει αυτήν τη θέση κάτω από την Ακρόπολη, είναι σε αυτό το περιβάλλον, με αυτή την ενέργεια, είπα «αν κάνω ένα θέατρο, θα είναι αυτό». Πέρασε πολύς καιρός, και κάποια στιγμή έμαθα ότι το δίνουν. Μου πήρε τέσσερα χρόνια να φτιαχτεί, ήταν ένα ερείπιο. Μπήκα λοιπόν στον χορό και χορεύω. Το ονόμασα ΕΛΕΡ, από τη φράση του Θουκυδίδη «η τε ελπίς και ο έρως επί παντί». Εδώ έχω βιώσει μια άλλη εμπειρία. Νόμιζα ότι κάθε ηθοποιός, καλλιτέχνης, ειδικά όταν έχει έναν χώρο, ονειρεύεται να παίξει, και τελικά είδα ότι εδώ μπορώ να κάνω οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν ένα μάθημα, δεν περίμενα πως, αντί να θέλω να πάρω το χειροκρότημα, θα χαίρομαι με το χειροκρότημα που παίρνουν οι άλλοι, και αυτό με γεμίζει. Το θέατρο έχει αλλάξει πολύ και αυτό είναι κάτι που κι εγώ τώρα το μαθαίνω, και είπα στον εαυτό μου «δεν θα παίξεις μέχρι να βρεις κάτι να σου αρέσει πολύ».
• Με τις φωτογραφίες δεν είχα άνεση από μικρή, δεν μου άρεσε να χαμογελάω, ήθελα να είμαι σοβαρή, ντρεπόμουν. Φάνηκε λοιπόν σε πολλούς περίεργο όταν έκανα γυμνή φωτογράφιση στο «Playboy». Έγινε πάταγος. Με έπεισε ο Ανταίος Χρυσοστομίδης να το κάνω και όταν είπα το «ναι» ταξιδέψαμε στην Πορτογαλία με ένα εξαιρετικό τιμ επαγγελματιών, και η χώρα αυτή ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Είχα υπογράψει ένα συμβόλαιο που έλεγε «όχι εντελώς γυμνό, όχι το ένα, όχι το άλλο», αλλά όταν φτάσαμε εκεί στην έρημο, στην άκρη του ωκεανού, είπα «δεν υπάρχει περίπτωση να μη μείνω γυμνή σε αυτό το πρωτόγνωρο τοπίο με τον άγριο ερωτισμό».
• Δεν παντρεύτηκα ποτέ, αλλά ερωτεύτηκα και αγάπησα πολύ, και ίσως αυτός να είναι ο λόγος: μετά την πρώτη φορά, είδα ότι ξαναερωτεύτηκα, δεν συμβαίνει να ερωτεύεσαι άπαξ, κι έτσι αποφάσισα να αφήσω τη ζωή όπως έρθει και να δεχτώ όλα τα δώρα που μου στέλνει πληρώνοντας και το τίμημα, που δεν είναι πάντα απαραίτητα αρνητικό. Η ζωή μου είναι γεμάτη έρωτα πότε με έναν ρόλο, πότε με ένα έργο, μονίμως όμως με τη φύση. Κάνω καλή παρέα με τον εαυτό μου, αγαπώ τη μοναξιά από μικρό παιδί, την αντέχω και θεωρώ τη μοναχικότητα πολύ δημιουργική· ο καλλιτέχνης δημιουργεί στη μοναξιά. Εμένα είναι η καλύτερή μου φίλη. Δεν μπορώ να ζήσω μακριά από τη φύση, κάθομαι ώρες και παρατηρώ τις ελιές, που τις λατρεύω –για μένα είναι σαν το σύμβολο μιας γυναίκας που δεν πεθαίνει ποτέ– και τη θάλασσα, είναι η καθημερινότητά μου μαζί με το διάβασμα: άσκηση του μυαλού, της ψυχής και του σώματός μου. Επιδιώκω κάθε μέρα να διαβάσω έστω μισή ώρα πίνοντας τον καφέ μου, είναι η ρουτίνα μου για να πετάω τη σαβούρα από το κεφάλι μου.
• Είμαι συμφιλιωμένη με τον χρόνο, δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς. Ξέρω ότι γεννήθηκα για να πεθάνω, είναι ένα εισιτήριο που έχεις βγάλει χωρίς επιστροφή. Αυτή είναι η ζωή. Έφτασα μέχρι εδώ, δεν έχω απωθημένα, έκανα αυτό που ήθελα να κάνω και έζησα με τον τρόπο που ήθελα. Είμαι ευγνώμων για όλα.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες εδώ: