Έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από τότε που το «Shopping and Fucking» ανέβηκε στο Θέατρο Αμόρε τη θεατρική περίοδο 1996-97 και επαναλήφθηκε την επόμενη. Η παράσταση αυτή έκανε το θέατρο γνωστό σε ένα κοινό που μέχρι τότε δεν είχε ιδέα που βρίσκεται η οδός Πριγκιποννήσων στο Πολύγωνο και εν μέρει το χαρακτήρισε – μετρούσε λίγα χρόνια ζωής μέχρι τότε και έφερνε κάτι νέο και πρωτοποριακό για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το «Shopping and Fucking» είναι ένα έργο του Μαρκ Ρέιβενχιλ, που θεωρείται από τους πιο προκλητικούς συγγραφείς της γενιάς του, το οποίο ανέβηκε το 1996 στο Royal Court Upstairs. Μαζί με το «Blasted» της Σάρα Κέιν θεωρήθηκαν εξαιρετικά παραδείγματα του In-yer-face theatre της δεκαετίας του ’90.
Όταν παρουσιάστηκε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που σοκαρίστηκαν από το σεξουαλικά βίαιο περιεχόμενό του, που διερευνά τι συμβαίνει όταν ο καταναλωτισμός υπερισχύει κάθε άλλου κώδικα ηθικής. «Αυτό το έργο πρέπει να το δουν μόνο πολύ ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι και να είστε προετοιμασμένοι να σοκαριστείτε», έγραφαν οι κριτικοί. Ωστόσο, πέρα από τις τολμηρές σκηνές, δείχνει με μια κοινωνία που βασίζεται στο χρήμα και το σεξ. Αφηγείται και σκιαγραφεί μια σκοτεινή ιστορία με χαρακτήρες που επιβιώνουν με φτηνά έτοιμα γεύματα που ετοιμάζουν σε φούρνους μικροκυμάτων, ασχολούνται με το τηλεφωνικό σεξ, την πορνεία και περιπέτειες με «παιδιά που πληρώνουν», καθώς και με άθλιους εμπόρους ναρκωτικών που με κάποιο τρόπο καθορίζουν τη ζωή τους.
Ήταν ένα έργο που ανέβηκε στην εποχή του, στη σωστή στιγμή. Ήταν πολύ ισχυρό για εκείνη τη στιγμή, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν είναι αξιόλογο ως διαχρονικό έργο. Αποτυπώνει μια συγκεκριμένη στιγμή, μια συγκεκριμένη εποχή.
Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη της παράστασης Θωμά Μοσχόπουλο για να τη θυμηθούμε, όπως και το θέατρο της εποχής και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανέβηκε.
— Tι θα μπορούσε να είναι σήμερα το «Shopping and Fucking»;
Μου φαίνεται σαν ένα έργο που έχει γεράσει. Ωστόσο ήταν ένα έργο που ανέβηκε στην εποχή του, στη σωστή στιγμή. Ήταν πολύ ισχυρό για εκείνη τη στιγμή, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν είναι αξιόλογο ως διαχρονικό έργο. Αποτυπώνει μια συγκεκριμένη στιγμή, μια συγκεκριμένη εποχή.
— Ας μιλήσουμε για την εποχή λοιπόν. Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Είναι ένα ξεκίνημα μιας κατάστασης που είναι καινούργια σε όλες τις παραμέτρους της, δηλαδή σκάνε προοπτικές πολύ διαφορετικές από αυτές που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή, θυμάμαι ανθρώπους με μεγάλη όρεξη. Θυμάμαι και τον εαυτό μου με μεγάλη όρεξη να βρω διόδους για προβλήματα που είχαν να κάνουν με τη ζωή μου και την καθημερινότητά μου και να τις διοχετεύσω σε αυτό που λέγεται δουλειά. Δεν ήταν τόσο η φιλοδοξία να κάνω πράγματα όσο το να βρω γλώσσα. Μιλάω για μένα, αλλά νομίζω ότι το ίδιο ίσχυε για όλους.
— Πόσων χρονών ήσουν;
Το 1996 ήμουνα 31 χρονών. Ήταν η δεύτερη δουλειά στο Αμόρε, μέχρι τότε είχα κάνει λίγο σινεμά, λίγη τηλεόραση, κάποια πράγματα στον Κακλέα. Η Λυδία Φωτοπούλου είχε δείξει στον Γιάννη Χουβαρδά ένα ντοκιμαντέρ, από εκεί με εντόπισε και ενδιαφέρθηκε να γνωριστούμε και είδε τη «Βενετσιάνα» και την «Πεντάμορφη και το Τέρας» στο Πόρτα λίγο προτού κάνω τον «Έρωτα» της Πετρουσέφσκαγια στον Εξώστη του Αμόρε. Μου πρότεινε ένα έργο, το «Weldon Rising» της Φίλις Νάγκι, που ήταν πολύ στα πάνω της εκείνη την εποχή – ήταν η ιστορία μιας τρανς, νομίζω με τέσταρε κάπως ο Γιάννης. Μετά μου έδωσε το «Shopping and Fucking». Ξεκινάω να το διαβάζω, τρελαίνομαι στην αρχή, μου αρέσει. Διαβάζω τις περιβόητες σκηνές και νομίζω ότι έχω διαβάσει κάτι λάθος και το ξαναδιαβάζω. Σε εκείνη τη φάση φάνηκα πολύ πιο τολμηρός από όσο φανταζόμουν ότι θα ήμουν ποτέ και είπα «ναι, πάμε». Αυτό που ήξερα με βεβαιότητα ήταν ότι δεν ήθελα να προκαλέσω. Με συγκίνησε το έργο ως μια προσωπική ιστορία αδυναμιών ανθρώπων που ψάχνουν κάτι, δεν μου κίνησε το ενδιαφέρον το ότι ήταν προκλητικό, αυτό δεν μου έλεγε τίποτα. Αυτό που θυμάμαι επίσης πολύ καλά είναι πως όταν μίλησα με τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση, μου είπε «πώς θα τα κάνουμε όλα αυτά;» και του είπα «δεν έχω την παραμικρή ιδέα». Αργότερα μου είπε «δέχτηκα επειδή είπες ότι δεν ξέρεις και είχες το θάρρος να πεις “θα τα βρούμε”».
— Ήταν πολύ απρόβλεπτο το ότι ήρθε ο Γεράσιμος.
Ξέρεις σε πόσους προτείναμε και είπαν «όχι» γιατί σοκαρίστηκαν και ήταν νέοι και κάπως της μόδας εκείνη την εποχή; Καλύτερα, τώρα που το σκέφτομαι. Και μετά ήρθε ένα πράγμα που είχε να κάνει με μια περίεργη γιορτή μεταξύ μας.
— Αυτή είναι η εποχή που έχει σκάσει και στο Royal Court το κύμα τού In-yer-face theatre.
Παιζόταν το έργο στο Royal Court όταν το έκλεισε ο Γιάννης. Είχε γίνει θόρυβος πολύ γρήγορα και ήταν μια ανοιχτή δίοδος με ένα ιδίωμα που είχε να κάνει κατά κάποιο τρόπο με τη φωνή της εποχής, με το brit pop, με ένα lifestyle άλλο που έσκαγε τότε. Αυτόν τον κόσμο κατέγραφε αυτό το έργο.
— Υπήρχε κάποιος ενδοιασμός μέσα σου;
Καθόλου, το αντίθετο. Με σόκαρε όταν συναντούσα ανθρώπους που είχαν σοκαριστεί, μου ενδυνάμωνε μια διάθεση, σαν να ξυπνούσε το κακό παιδί μέσα μου έτοιμο να κάνει μια σκανταλιά. Λέγαμε «να δεις, ούτε μια βδομάδα δεν θα παίξουμε, θα έρθει η εισαγγελία και θα μας κλείσει». Θυμάμαι να προσπαθώ να σκηνοθετήσω τον Αργύρη να πηδάει τον Βαγγέλη και αυτό να φαίνεται ρεαλιστικό στον Εξώστη, στα τριάντα τετραγωνικά. Σταματούσαμε γιατί μας έπιαναν τα γέλια, λέγαμε «τι κάνουμε τώρα;». Αλλά ήταν τόσο αναζωογονητικό και τόσο ακομπλεξάριστο, που ήταν η μπαταρία μας για πολλά χρόνια.
— Πάμε στη διανομή;
Είπαμε για τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση. Τον Αργύρη Ξάφη τον πήραμε από ακρόαση και μάλιστα συνέβη το εξής: θα έφευγα σε ένα ταξίδι στην Ιορδανία και πήρα στο σπίτι του τηλέφωνο, είπα στον πατέρα του «πείτε του να με πάρει» για να μιλήσουμε. Περνάνε οι μέρες, εβδομάδες, παίρνω τον Γιάννη και του λέω «μπα, δεν θα θέλει, δεν μας έχει απαντήσει». Τον πήρε ο Γιάννης μια τελευταία φορά τηλέφωνο και απάντησε. Η Άννα Μάσχα δούλευε ήδη στο Αμόρε, είχε αυτά τα μακριά, πολύ πυκνά μαλλιά, το πρώτο που της είπα ήταν «κόψε το μαλλί σου». Και τα έκοψε πολύ κοντά. Με τον Βαγγέλη Χατζηνικολάου είχαμε δουλέψει στο Πόρτα και ο Θέμης Πάνου ήταν επίσης στο Αμόρε. Ο Θέμης, επίσης, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε μεγάλο boost στα πράγματα, είχε εμπειρία και τη μοιραζόταν και υπήρχε μια ωραία μείξη. Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου έκανε σκηνικά και κοστούμια και θυμάμαι που έπαιρνε κι έβαζε ένα ένα τα χαπάκια-καραμέλες στα σακουλάκια, που υποτίθεται ήταν έκσταση. Αυτό το δόσιμο και αυτόν τον ενθουσιασμό δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, πουθενά. Αλλά μας τροφοδότησε για πολλά χρόνια· θυμάμαι να βάζουμε μεγάλες σφραγίδες που έγραφαν «Shopping and Fucking» στις χάρτινες σακούλες που βάζαμε τα προγράμματα – είχαμε φτιάξει σφραγίδες, ο παππούς του Αργύρη, που ήταν σφραγιδοποιός, τις είχε φτιάξει. Υπήρχε ένα «μαζί» που δεν υπάρχει, μια βαθιά χαρά, και κάναμε πράγματα παράτολμα.
— Και αρχίζει η παράσταση κι έγινε χαμός από την πρώτη μέρα.
Νομίζω αυτό έχει σχέση με τον τίτλο που ήταν τόσο catchy, το πιο έξυπνο μάρκετινγκ το είχε κάνει ο Μαρκ Ρέιβενχιλ με τον τίτλο. Ναι, έγινε χαμός από την πρώτη μέρα και βλέπαμε και ανθρώπους μεγάλης ηλικίας να συγκινούνται στο τέλος, να δακρύζουν. Αυτό δεν το περιμέναμε.
— Νομίζω είχαμε και πολλούς ταραγμένους θεατές που έφευγαν και ξεχνούσαν τα παλτό τους. Θυμάμαι, είχαν γράψει ότι το θέατρο μετά την παράσταση αδειάζει σε κλάσματα δευτερολέπτου γιατί κανένας δεν θέλει να ταυτιστεί με αυτό που είδε.
Υπήρχαν φυσικά και κάποιοι που έφευγαν περνώντας πάνω από τη σκηνή –δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βγεις από τον Εξώστη– και κοιτάζοντας το κοινό να λένε «σας εύχομαι καλή διασκέδαση». Αλλά θυμάμαι και μια κυρία που χάιδευε το κεφάλι του Βαγγέλη Χατζηνικολάου γιατί λυπόταν τον ήρωα. Αυτά δεν μπορείς να τα έχεις σε άλλου είδους παραστάσεις. Το έργο έπρεπε να είναι σοκαριστικά, σχεδόν κινηματογραφικά ρεαλιστικό. Όταν είδα εκ των υστέρων την παράσταση του Λονδίνου και είδα πόσο αποστειρωμένα το αντιμετωπίζανε, απόρησα. Σε εμάς ήταν πολύ παράξενο το ότι δεν ακούσαμε αντιδράσεις, δεν φάγαμε κράξιμο.
— Καλά, έγραψε όμως ο Τύπος τότε ότι «μείναμε άφωνοι», ότι δεν πέρασες ούτε απ’ έξω από την παράσταση, αλλά ο Σπύρος Παγιατάκης στην «Καθημερινή» έγραψε πως ήταν από τις αξιοσημείωτες δουλειές της χρονιάς, ενώ στην «Ελευθεροτυπία» γράφτηκε για την κατρακύλα του βρετανικού θεάτρου, ότι αυτό δεν ήταν έργο και ότι ήταν θλιβερό να βλέπουν τον Σκιαδαρέση να κάνει αυτές τις αηδίες.
Επίσης, αν θυμάσαι, δεν κόβονταν εισιτήρια, απλώς σφράγιζαν τα χέρια των θεατών σαν να μπαίνουν σε κλαμπ. Ήταν παράξενο, κάποιοι αντιδρούσαν. Θυμάμαι ανθρώπους να θέλουν να μπουν και τους λέγαμε «δεν γίνεται να σταθείτε όρθιοι» – δεν χωρούσαν καν. Θυμάμαι μια κοπέλα στην τελευταία παράσταση, που δεν μπορέσαμε να τη βάλουμε μέσα –δηλαδή όχι απλώς δεν χωρούσε, αν συνέβαινε κάτι θα πηγαίναμε όλοι φυλακή, δεν υπήρχε εκατοστό άδειου χώρου– και καθόταν στη σκάλα κι έκλαιγε. Ο συνωστισμός και μέσα στον Εξώστη, τώρα που το συζητάμε, δημιουργούσε μια εγγύτητα, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς, ήταν ο ένας αγκαλιά σχεδόν με τον άλλο. Επίσης, θυμάμαι τον ίδιο τον Ρέιβενχιλ να βγαίνει και να σκουπίζει τα χιόνια που έριχναν στο φινάλε, ήταν ένα πράγμα που λες «το ’ζησα», «να το γραπώσω», γιατί νόμιζες ότι έτσι διασκεδαστικά θα ήταν όλα – δεν ήταν πάντα, αυτό όμως ήταν ένα πάρτι που άφηνε κάτι στο τέλος. Όταν ήρθε ο Ρέιβενχιλ να δει την παράσταση, μας είπε το εξής επικό: «Εσείς στην Ευρώπη θεωρείτε το θέατρο μιας μορφής τέχνη, για εμάς είναι ένα είδος διασκέδασης και ένα βήμα για να πούμε πέντε πράγματα. Δεν το ’λεγε ως καλό ή κακό, αλλά ως μια διαφορετική οπτική.
— Το «Shopping and Fucking» είναι το πρώτο έργο του Αμόρε που επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά. Το έργο αυτό ξανανέβηκε αργότερα; Δεν θυμάμαι.
Το είχε ανεβάσει ο Μπισμπίκης κάποια στιγμή, μου είχε ζητήσει τη μετάφραση. Αλλά όχι, δεν ξανανέβηκε περισσότερες φορές και δεν είμαι σίγουρος αν θα είχε την ίδια ένταση, είναι πολύ διαφορετικό το κλάμπινγκ, τα ναρκωτικά, είναι μια άλλη φάση. Το έργο αυτό ήταν το πρώτο του In-yer-face theatre στην Ελλάδα και το πρώτο μιας ολόκληρης γενιάς έργων τέτοιου ύφους στην Ελλάδα. Πιστεύω η επιτυχία του συντέλεσε στο για να έρθουν μετά τα έργα της Σάρα Κέιν. Νομίζω ότι όλο το In-yer-face theatre και όλες οι παραλλαγές βρήκαν μια δίοδο από κει και πέρα.
Παιζόταν το «Shopping and Fucking» στον Εξώστη και το «Closer» του Πάτρικ Μάρμπερ στην Κεντρική Σκηνή, ήταν σαν να έχουμε stargate με το βρετανικό θέατρο, εξού και είχαν έρθει όλοι αυτοί οι συγγραφείς και δημιουργήθηκε μια μόδα που εμένα άρχισε να μη με ενδιαφέρει. Αυτοί οι συγγραφείς, με εξαίρεση τον Μάρτιν ΜακΝτόνα που δεν ξέφυγε από αυτό το στυλ γραφής και τα έργα του έχουν ακραίο ενδιαφέρον και σήμερα, όταν πήγαν στο Χόλιγουντ και άρχισαν να γράφουν σενάρια αλλοιώθηκε, μάλλον άλλαξε η γραφή τους.
— Η παράσταση αυτή, αυτού του είδους το θέατρο, επηρέασε μια γενιά στο πώς βλέπει θέατρο, δημιούργησε μια νέα γενιά θεατρόφιλων;
Ναι, σίγουρα, έφτιαξε κάποιους επόμενους θεατρόφιλους, δημιούργησε όμως και κάτι που δεν ήταν μόνο θετικό, μια μόδα. Και όταν ακολουθείς μια μόδα ζητάς να αναπαραχθεί, οπότε, ναι, δημιούργησε και θεατρόφιλους και κοσμικούς του θεάτρου. Δεν ξέρω αν ήταν η παράσταση ή η εποχή. Νομίζω γίνεται κακή χρήση της μόδας από εμάς που κάνουμε θέατρο, όχι από τους θεατές, τραβάμε τα μαλλιά μας και σκεφτόμαστε «τι πρωτοτυπία να κάνουμε».
— Τα θέματα του έργου ωστόσο εξακολουθούν να μας απασχολούν και σήμερα.
Είναι τα ζητήματα του φύλου, της ρευστότητας αλλά και της ανάγκης να υπάρξεις σε κοινότητες οι οποίες αλλάζουν συνεχώς. Είναι τα ζητήματα και των εξαρτήσεων, κυρίως των ψυχολογικών, της βίας, όχι με την εμφανή της εικόνα αλλά με την κρυφή, η βία ενός μικροσυστήματος. Κάποιος είχε γράψει ότι ήταν σαν ο Μαρκήσιος ντε Σαντ να συναντά τον Καρλ Μαρξ σε αυτό το έργο. Γιατί έχει μια οπτική σοσιαλιστική ο Ρέιβενχιλ, αλλά με κάποιον τρόπο μένει μετέωρο όλο αυτό, όπως μένει μετέωρος και ο σοσιαλισμός τη στιγμή που το γράφει. Απλώς, κάτι νιώθω να λείπει στη διορατικότητα για το «μετά» σε αυτό το έργο. Ήταν στη στιγμή, εφήμερο. Ο ίδιος έλεγε ότι το έγραψε σε μια εβδομάδα, πολύ πηγαία, πολύ δυναμικά. Είχε χάσει τον σύντροφό του από επιπλοκές του HIV+ και εκείνος ήταν ήδη άρρωστος, είχε νοσήσει από HIV+ και νομίζαμε ότι θα πεθάνει.
Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο Μαρκ, που τον υποδυόταν ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, περιέγραφε πώς πήδαγε την Νταϊάνα μέσα σε μια τουαλέτα. Κάναμε πρόβες και σκοτώνεται η Νταϊάνα και λέμε «δεν μπορούμε να το συνεχίσουμε αυτό έτσι, είναι βέβηλο». Και τον πήραμε τηλέφωνο τον Ρέιβενχιλ και μας είπε «καλά, αλλάξτε το, βάλτε ότι είναι η Φέργκι». Το timing, το momentum ήταν παντού παρόν. Νιώθω ότι αυτό το εφήμερο έκανε στο έργο και τη διαφορά, κι ας κράτησε λίγο.
— Έπειτα από εκείνη την περίοδο που άνθησαν τέτοια έργα, άνθησε ένα κίνημα, υπήρξε άλλη τόσο δυναμική εποχή με νέους συγγραφείς;
Νομίζω πως όχι. Ήδη εγώ θυμάμαι να εντοπίζουμε, λίγα χρόνια αργότερα, τη συντηρητικοποίηση του κοινού. Ένιωθες ότι αρχίζουν να εμφανίζονται μικροταμπού και στις θεματολογίες, η πολιτική ορθότητα είχε αρχίσει από τότε, τα πράγματα έφτασαν σε μια κορύφωση και έκτοτε άρχισε μια κατηφόρα που δεν έχει σταματήσει. Εγώ θεωρώ συντηρητικό ακόμα και να θεωρείται προκλητικό το γυμνό. Σε κόβει το Facebook, η google, το ξέρετε κι εσείς αυτό καλά, στα μέσα. Επίσης, ένας άλλος λόγος που δεν θα μπορούσε να ανέβει αυτό το έργο τα επόμενα χρόνια είναι επειδή θα μπορούσες να κάνεις μια λίστα με πράγματα που θεωρούνται σεξιστικά, προσβλητικά, καθώς είχε ένα υποδόριο σαρδόνιο χιούμορ που κάποιες φορές δεν γίνεται αντιληπτό. Η δική μας γενιά, νομίζω, ήταν η τελευταία που έζησε μια ελευθερία τέτοιου τύπου.
Στο Αμόρε ήμασταν ένα μικροσύστημα, σημαντικό θα έλεγα, με συμπυκνωμένη ένταση. Σκέφτομαι ποιοι άνθρωποι ήμασταν μαζεμένοι εκεί, δουλεύαμε σε πολύ λίγα τετραγωνικά τόσα χρόνια· τόσο διαφορετικοί άνθρωποι και μπορέσαμε να συνυπάρξουμε και συνυπάρχουμε ακόμα με διαφορετικό τρόπο. Και σε αυτό το περιβάλλον, με αυτόν τον συντονισμό όλων, μπόρεσε να ανεβεί και αυτό το έργο και πολλά άλλα. Έχω ακόμα τη λαχτάρα του κεφιού αυτών των νέων ανθρώπων που ήθελαν να εξερευνήσουν κάτι, είχαμε και άγνοια κινδύνου, δεν φοβόμασταν, υπήρχε ένα πλαίσιο, το Αμόρε, που μας στήριζε και εμψύχωνε αυτήν την κατάσταση και την προστάτευε απολύτως. Η ελευθερία που ένιωθα εκεί, στο θέατρο του Γιάννη Χουβαρδά, επειδή πολλοί άνθρωποι με βοήθησαν μέσα στα χρόνια, ειδικά όταν ήμουν μικρότερος, δεν συγκρίνεται με τίποτα.
Θα ήταν ανεπίτρεπτα μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθώ σε δύο σημαντικά πρόσωπα αυτής της παράστασης, που δεν είναι πια κοντά μας. Τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Έλλη Παπαγεωργακοπούλου και τον ηθοποιό Βαγγέλη Χατζηνικολάου, που έφυγαν από τη ζωή πολύ νωρίς, άδικα. Αν έχει κάποια σημασία, αυτό το κομμάτι είναι αφιερωμένο στη μνήμη τους. Εκείνοι υπάρχουν στη ζωή μας, φλογίτσες που δεν σβήνουν μέσα στον χρόνο.