Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει εδώ κι έναν αιώνα Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο που έκανε τον Π. Γιαννόπουλο να αυτοκτονήσει μπαίνοντας με το άλογό του στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, ώθησε τον Χρηστομάνοστα δικαστήρια για λογοκλοπή, συνεπήρε ερωτικά τον Λαπαθιώτη, παρότι αφιερώθηκε στον Ψυχάρη; Το μυστικό αυτό που έκανε ένα μάστορα της εφημερίδας «Ακρόπολις» -όπου άρχισε να δημοσιεύεται- να κατέβει στο πιεστήριο με το σφυρί στο χέρι και να καταστρέψει όσα κομμάτια του φάνηκαν ανευλαβή...;

Όσοι έχουν παρακολουθήσει την πορεία της ομάδας «Όχι Παίζουμε» -ειδικά την παράσταση Καρδιά με Κόκκαλα. Βίος και Πολιτεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτηστο ερειπωμένο σπίτι του στα Εξάρχεια πριν από δυο καλοκαίρια- ξέρουν τι τους περιμένει. Με εκείνο το έργο ξεκίνησε η τριλογία για τους λησμονημένους εστέτ λογοτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα και συνεχίστηκε με το Αίμα που Μαράθηκε τουΆκη Δήμου, βασισμένο στην Κερένια Κούκλατου Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Φέτος ολοκληρώνεται με Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο, ένα έργο με υπέρτιτλο Rodokanakis Rediscovered 1908-2008, που χρησιμοποιεί αυτούσιο το κείμενο του άγνωστου -για τους περισσότερους- λογοτέχνη από το ομώνυμο διήγημά του. Του Πλάτωνα Ροδοκανάκη.

«Γιατί επιλέξατε τον Ροδοκανάκη;» ρωτάω την ομάδα λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η παράστασή τους στην αυλή του Βυζαντινού Μουσείου. Τον πιο άγνωστο από τους τρεις και «μια προσωπικότητα δραματικά διχασμένη ανάμεσα στον ασκητισμό και στον άκρατο αισθησιασμό. Τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του αισθησιασμού στην πεζογραφία μας».

«Είναι πιο αντιπροσωπευτικός από όλους τους προηγούμενους όσον αφορά τον εστετισμό και ο πιο φανατικός στο να φέρει τις ευρωπαϊκές τάσεις του στην Ελλάδα» μου λέει ο Γιώργος Σαχίνης, ο σκηνοθέτης της παράστασης. «Και ίσως ο πιο θρασύς γιατί τόλμησε τόσο νέος να εισαγάγει μια τέτοια γλώσσα. Και ο πιο άγνωστος. Και οι τρεις μέσα στο πνεύμα του εστετισμούμιλάνε για το θάνατο και τον έρωτα, αλλά η περίπτωσή του είναι ίσως η πιο συγκινητική: Ήθελε να γίνει πραγματικά γνωστός και έμεινε παντελώς άγνωστος. Αυτή η ματαιότητα της θνησιμότητας στην περίπτωσή του είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική. Γι' αυτό και οργανώνουμε ολόκληρο επετειακό φεστιβάλ στη μνήμη του και όχι απλώς μια παράσταση». Κοιτάζοντας γύρω σου βλέπεις το πρόσωπο του λογοτέχνη παντού, από σημαιάκια σε κάθε θέση, μέχρι μπλούζες και μπρελόκ, «ένα κλείσιμο του ματιού γενικά σε σχέση με τη ματαιότητα της θνησιμότητας και την επιθυμία της αθανασίας» εξηγεί ο σκηνοθέτης. Πρόκειται για μια επέτειο για τον ωραίο νεκρό που μετατρέπεται σε τρυφερή ιστορία έρωτα μεταξύ ενός ανθρώπου και μιας νεράιδας. Στη σκηνή βρίσκονται μια νεκροφόρα, μια εξέδρα με γραμμόφωνα, ένας άντρας και μια γυναίκα. «Ω, βραδιά αλησμόνητη! Κάθε αστέρι σου και μια καινούργια νότα των ερωτικών μου τραγουδιών, κάθε αχτίδα του φεγγαριού σου και ένα μαγεμένο δάχτυλο επάνω στης ψυχής μου τις χορδές» ακούγεται απ' το μικρόφωνο. Ο άντρας (Γιάννης Κλίνης) είναι ο Γιώργος και η Βερονίκη μαζί, ενώ η χορεύτρια Ειρήνη Αλεξίου υποδύεται τη νεράιδα.

«Γιατί χαρακτηρίζετε την παράσταση δύσκολη;».

«Είναι μια υπέρβαση κατά κάποιον τρόπο» λέει η Ειρήνη. «Στέκομαι σε όλη τη διάρκειά της στις μύτες των ποδιών μου. Για το Γιάννη είναι ίσως ακόμα πιο δύσκολο το δεύτερο μέρος όπου μιλάει και χορεύει ταυτόχρονα. Έντονα. Το όλο πράγμα φεύγει από τη φόρμα ενός συγκεκριμένου χορού και μετατρέπεται σε μνημείο εκείνου που γίνεται τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό με βοηθάει να βαθαίνω μέσα σε αυτό που συμβαίνει, ιδίως όταν δεν έχω καθόλου ψυχή και αντοχή να συνεχίσω. Στην προχθεσινή παράσταση λόγου χάρη ήμουν κουρασμένη εξαρχής και για πρώτη φορά νόμισα ότι δεν θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος. Εκεί ένιωσα τη στέρηση της νεράιδας, όταν δεν έχει τριαντάφυλλα. Οι αντιδράσεις των θεατών όμως είναι πολύ θετικές. Το καλύτερο που έχω ακούσει από θεατές είναι η φράση ότι όλο αυτό που συμβαίνει επί σκηνής λειτουργεί κραδασμικά και ότι τους κερδίζει με έναν τρόπο εντελώς μεταφυσικό. Δεν μπορούν να τον εξηγήσουν, αλλά είναι μέρος του».

«Θέλουμε να πιστεύουμε ότι φέρνει σε πρώτο βαθμό τα ζητήματα της σάρκας, του έρωτα, του πάθους και της επικοινωνίας μεταξύ δύο ανθρώπων, ασχέτως αν η μία είναι μπαλαρίνα και ο άλλος ποιητής με κάποιον τρόπο» συνεχίζει ο Γιώργος. «Η μία έχει ως γλώσσα την κίνηση και ο άλλος το λόγο, και οι δυο συναντιούνται στη μέση, μέσω ενός άθλου-ντουέτου, εξαιρετικά χορογραφημένου, αλλά με πολύ έντονο λόγο και πολύ έντονη υποκριτική. Είναι ένας άθλος γενικότερα, γιατί μιλάμε για μια παράσταση μιας ώρας κι ενός τετάρτου, πλήρως χορογραφημένη, με πολύ λόγο και μονόλογο».

Τη συγκίνηση της παράστασης εντείνουν τα κομμάτια που ακούγονται (συνθέσεις από μπάντα του Κώστα Δελακούρα και παλιά τραγούδια από δίσκους βινυλίου σε μια πολύ ενδιαφέρουσα μείξη), με αποκορύφωμα τη σκηνή του θανάτου που ακούγεται το «Λάθος»: «Αυτό το πάθος μας δεν θα μπορέσουμε να το σκοτώσουμε/κι αυτό το λάθος μας πολύ παράφορα να το πληρώσουμε/μα κι αν θα πρέπει και να πεθάνω και να πεθάνεις/το ίδιο λάθος θα ξανακάνω, θα ξανακάνεις...».

Στην αρχή της παράστασης υπάρχει μια 15λεπτη εισαγωγή για τη ζωή και το έργο του Ροδοκανάκη από διαφορετικό ομιλητή και διαφορετική κάθε φορά θεματολογία.