ΕΝ ΕΤΕΙ 2026, δεν περίμενα ότι θα ξανάβλεπα τα σφριγηλά οπίσθια των Take That. Κι όμως συνέβη κι αυτό στο νέο και απόλυτα feel-good ντοκιμαντέρ του Netflix, που ανέβηκε αυτές τις ημέρες και αφηγείται –με τα δικά τους λόγια– την πορεία τους προς την κορυφή, την κατάρρευση και τελικά την απροσδόκητη νεκρανάσταση ενός από τα μεγαλύτερα boy bands της Βρετανίας.
Καταγράφει με άφθονο αρχειακό υλικό –35 ώρες ανέκδοτων πλάνων–, μια εποχή μέσα στην απόλυτη υπερβολή του rave, του eurodance και της indie. Βρισκόμαστε, φυσικά, στις αρχές των ’90s, σε μια Βρετανία τυλιγμένη σε εκείνη τη μόνιμη γκριζωπή θαμπάδα των προ-ψηφιακών χρόνων, όπου οι Take That έχουν κατακτήσει τη χώρα και την καρδιά εκατομμυρίων κοριτσιών με τους λαδωμένους μηρούς τους, τις ακροβατικές χορευτικές κινήσεις, τις μπαλάντες και το «A million of love songs» («Here I am, just for you, girl!»), όπως γράφει πετυχημένα η Σάρα Ντέμπστερ, που υποθέτω πως είναι κρυφή φαν από τότε.
Σήμερα, οι Take That θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της Βρετανίας και δεν έχουν πια τίποτα να αποδείξουν. Όπως παραδέχεται ο Μπάρλοου, ακόμη κι αν ένας νέος τους δίσκος πατώσει, θα συνεχίσουν να κάνουν περιοδεία και να παίζουν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες θεατές.
Τα οπίσθιά τους φαίνονται για λίγα δευτερόλεπτα στο διαβόητο πρώτο τους βιντεοκλίπ, «Do what u like», που τους δείχνει ολόγυμνους να κυλιούνται μέσα σε ζελέ, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τραβήξουν την προσοχή κοινού και δισκογραφικών εταιρειών στις αρχές των ’90s. Το πιο σοκαριστικό δεν είναι η camp αισθητική του κλιπ ή το ότι το πρώτο τους κομμάτι είναι ένα Hi-NRG διαμαντάκι αλλά το ότι ο Ρόμπι Γουίλιαμς ήταν μόλις 17 ετών, κάτι που δεν θα περνούσε εύκολα σήμερα. Το BBC, πάντως, το απαγόρευσε από το πρωινό του πρόγραμμα. Αν το αναζητήσει κανείς τώρα στο YouTube, αυτή η συγκεκριμένη σκηνή έχει κοπεί.
Take That - «Relight my fire» (Official Video) ft. Lulu
Προσωπικά, επειδή έζησα εκείνη την εποχή της παντοδυναμίας τους, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσαν και ποτέ. Τους έπαιζε κατά κόρον το ραδιόφωνο και πρέπει να ομολογήσω ότι μου άρεσε η εξαιρετική διασκευή τους στο ντίσκο anthem «Relight my fire» του Ντον Χάρτμαν από τα ‘70s, αλλά μέχρι εκεί – άντε και το «Everything Changes», αλλά όχι άλλο «Back for good». Οι Take That, όμως, επέστρεψαν και ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.
Το γκρουπ σχηματίστηκε το 1990 στο Μάντσεστερ, αρχικά με το όνομα Kick-it, ως μια βρετανική απάντηση στους New Kids on the Block. Τότε έλεγαν ψέματα ότι γνωρίζονταν από το σχολείο.
Στην πραγματικότητα, ήταν ένα κατασκευασμένο προϊόν για να προωθηθεί η καριέρα του Γκάρι Μπάρλοου, ενός παιδιού-θαύματος που έγραφε τραγούδια από τα 11 και, σύμφωνα με τον μάνατζερ –του ίδιου αρχικά και αργότερα ολόκληρης της μπάντας– Nάιτζελ Μάρτιν-Σμιθ, δύσκολα θα έβρισκε μεγαλύτερη ανταπόκριση διαφορετικά.
Ο Ρόμπι Γουίλιαμς, o λιλιπούτειος Mαρκ Όουεν, ο Χάουαρντ Ντόναλντ και ο Τζέισον Όραντζ λειτουργούσαν «ως εφεδρικοί χορευτές και μαριονέτες» γύρω από το ταλέντο του Μπάρλοου στη σύνθεση, όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα σημείο ο Ντόναλντ, εκφράζοντας την απόγνωσή του κατά την πρώτη φάση της μπάντας.
To ντοκιμαντέρ καταγράφει τις πρώτες τους εμφανίσεις σε γκέι κλαμπ όπου αποκτούν το πρώτο φανατικό κοινό τους και τη στροφή τους σε σχολικούς χορούς, όπου ο μάνατζερ διαπιστώνει τη μεγάλη επιρροή τους στις έφηβες της εποχής. Σταδιακά εξελίσσονται σε ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά φαινόμενα των ’90s. Προκαλούν υστερία ανάλογη με αυτή των Beatles. Και εκεί ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα.
Ο Μπάρλοου κρατούσε αποκλειστικά τον έλεγχο της μουσικής και η συμπεριφορά του μείωνε τα υπόλοιπα μέλη, τα οποία πάσχιζαν να βρουν δημιουργική διέξοδο.
Οι εντάσεις οξύνονταν και τελικά κορυφώθηκαν όταν ο Ρόμπι Γουίλιαμς, εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο που δεν τον χώραγε πια, άρχισε να κάνει κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών, φτάνοντας κοντά στην υπερβολική δόση το 1995. Όταν του δόθηκε τελεσίγραφο, αποχώρησε. Χωρίς, όμως, τη χαοτική του ενέργεια και το έμφυτο χάρισμά του, οι Take That δεν άντεξαν ούτε έναν χρόνο.
Η διάλυση υπήρξε καταστροφική για όλους – εκτός από τον Ρόμπι, του οποίου η σόλο καριέρα εκτοξεύτηκε απρόσμενα με το κομμάτι «Angels». Στο άλλο άκρο, ο Μπάρλοου είδε τη δική του να γίνεται αντικείμενο χλευασμού, σε σημείο που κλείστηκε στο σπίτι του για μήνες, ξεσπώντας στο φαγητό. Σε κάποια φάση ζύγιζε γύρω στα 110 κιλά. Ο Χάουαρντ Ντόναλντ παραδέχεται ότι σκεφτόταν σοβαρά να αυτοκτονήσει πέφτοντας στον Τάμεση, μέχρι που τον έσωσε η γέννηση της κόρης του· ο Όραντζ ψαχνόταν με την ηθοποιία ανεπιτυχώς, ενώ ο Όουεν ήταν ο μόνος που παρέμενε αισιόδοξος.
Η αλλαγή ήρθε μία δεκαετία αργότερα, τότε που οι καριέρες και των τεσσάρων τους ήταν στα αζήτητα, όταν το ITV τους αναζήτησε το 2005 για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ. Χωρίς να έχουν τίποτα να χάσουν, εφόσον ήταν ανενεργοί, χωρίς συμβόλαια, χωρίς καριέρες και χωρίς καμία προοπτική, δέχθηκαν. Ο Ρόμπι, σούπερ σταρ πια, δεν έλαβε μέρος, αν και τους έστειλε προσωπικά μηνύματα για να ρίξει κάπως τους τόνους.
«Take That» - Kidz
Το ντοκιμαντέρ έγινε επιτυχία εν μια νυκτί. Το είδαν πάνω από έξι εκατομμύρια άνθρωποι, το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε γι’ αυτή την ξεχασμένη μπάντα από τα ’90s και για να μην τα πολυλογούμε μέσα σε λίγες μέρες ήρθε η πρόταση: επανένωση και 30 sold-out αρένες.
Ακολούθησε μια δεύτερη καριέρα που αποδείχθηκε ακόμη πιο εντυπωσιακή από την πρώτη: Νο1 επιτυχίες, Brit Awards, περιοδείες μπροστά σε εκατομμύρια θεατές και καλή μουσική. Το 2010 ήρθε και η συμφιλίωση με τον Γουίλιαμς, με το άλμπουμ «Progress» και μια περιοδεία. Για πρώτη φορά, τα έσοδα μοιράστηκαν ισότιμα –πρόταση του Όραντζ– και οι Take That αισθάνθηκαν ότι έγιναν πραγματικό συγκρότημα. Πλέον είναι τρεις, μετά και την αποχώρηση του Τζέισον Όραντζ από το συγκρότημα το 2014.
Στο ντοκιμαντέρ του Netflix που ολοκληρώνεται σε τρία επεισόδια ακούγονται οι φωνές των Μπάρλοου, Όουεν και Ντόναλντ, ενώ για τους άλλους δύο χρησιμοποιούνται αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις τους.
Δεν αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για την ιστορία τους. Περισσότερο λειτουργεί ως νοσταλγική υπενθύμιση των λόγων για τους οποίους υπήρξαν τόσο μοναδικοί – και καταφέρνει να πείσει ακόμη και τους πιο δύσπιστους, όπως εμένα, για την αξία τους. Μεταξύ μας, χρειάστηκε χρόνια για να την καταλάβουν και οι ίδιοι.
Υπάρχει ένα αξιοσημείωτο στιγμιότυπο που δείχνει πώς τους αντιμετώπιζε ο υπόλοιπος μουσικός κόσμος εκείνη την εποχή, όταν ο Γουίλιαμς, ακόμη μέλος της μπάντας, πηγαίνει στο Glastonbury και όλοι αναρωτιούνται τι στο καλό κάνει εκεί – σαν να είναι εξωγήινος ή κάποιο αξιοπερίεργο έκθεμα.
Σήμερα οι Take That θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της Βρετανίας και δεν έχουν πια τίποτα να αποδείξουν. Όπως παραδέχεται ο Μπάρλοου, ακόμη κι αν ένας νέος τους δίσκος πατώσει, θα συνεχίσουν να κάνουν περιοδεία και να παίζουν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες θεατές. Το ντοκιμαντέρ κλείνει με ένα νέο κομμάτι τους, που –κοίτα να δεις!– ακούγεται πολύ καλύτερο απ' ό,τι έχουν γράψει οι Coldplay τελευταία. Το περίμενε κανείς αυτό; Στο μεταξύ, μέχρι να τελειώσει, ακόμη και το «Back for good» ακούγεται πιο ευχάριστα. Μία από τις πιο παρεξηγημένες μπάντες όλων των εποχών.
Οι μεγαλύτερές τους επιτυχίες:
1. Back for Good (1995)
2. Patience (2006)
3. Never Forget (1995)
4. Rule the World (2007)
5. Shine (2006)
6. Pray (1993)
7. Babe (1993)
8. Greatest Day (2008)
9. Everything Changes (1993)
10. Kidz (2010)
«Take That» | Official Trailer | Netflix