Η Μαριάννα Παπαμακαρίου είναι μια σύγχρονη γυναίκα με στόφα παλιάς λαϊκής τραγουδίστριας. Η φωνή της ακούγεται ίδια, είτε μιλάει είτε τραγουδάει. Γι’ αυτό ίσως και το τραγούδι της σου μιλάει τόσο καθαρά και άμεσα. Κοιτάζοντας τώρα καταγραμμένα όσα είπαμε σε έναν κυριακάτικο καφέ, το κείμενο μού μοιάζει παρτιτούρα και οι λέξεις της μου χαϊδεύουν πάλι τ’ αυτιά, με τη βελούδινη, βραχνή φωνή της. Να το ντουέτο μας.

 

— Ένας αβανγκάρντ μουσικός με ρώτησε πρόσφατα: «Την Παπαμακαρίου την έχεις ακούσει;». Τι σου βρίσκουν, αλήθεια, τόσοι άνθρωποι με διαφορετικές μουσικές καταβολές;

Τι μου βρίσκουν; Έλα ντε. Στην τηλεόραση, όπου πήγα πρόσφατα, μου είπαν «θα πεις και κάνα ξένο;». Και είπα ένα της Νίνα Σιμόν. Είναι ίσως αυτό το μιξ που έχω. Σπούδασα ποπ και τζαζ και έπειτα ήρθε και το λαϊκό και τα ενώνω όλα. Γι’ αυτό μάλλον αρέσω και σε ανθρώπους ψιλοάσχετους με αυτό που παρουσιάζω στα μπουζούκια.

 

 — Θεωρείς ότι είναι μόνο θέμα σπουδών;

Εντάξει, από πάντα ήμουν σφουγγάρι. Μου άρεσε μια ερμηνεία της Τζένης Βάνου και τη μελετούσα ώρες για να την πετύχω. Πώς ανοίγει το στόμα της, πώς κάνει τα χέρια της, πώς κινείται. Η ταυτότητα είναι δική σου, μιμείσαι όλα τ’ άλλα όμως, για να έρθεις όσο πιο κοντά γίνεται στην ορίτζιναλ εκτέλεση.

 

— Δεν είναι λίγο παγίδα αυτό;

Δεν γίνεσαι μίμος. Αυτό γίνεται στα πρώτα στάδια. Αυτό λέω και στους μαθητές μου: «Στα τέσσερα-πέντε πρώτα μαθήματα να με κοιτάτε. Πώς τραγουδάω, πώς κατεβαίνει η γλώσσα, από πού αναπνέω, πώς προφέρω τα σύμφωνα, τα φωνήεντα». Μετά, βάζεις τη δική σου ταυτότητα. Από την άλλη, όμως, είναι και η μουσική αντίληψη. Πρέπει να το ’χεις.

 

Έχω αυτήν τη στιγμή ρεύμα ‒ έτσι λέγεται; Έχω κόσμο που μ’ αγαπάει και με στηρίζει. Αυτό μετράει για μένα. Καριέρα δεν υπάρχει πλέον, τα τελευταία πέντε χρόνια όλοι προσπαθούν, μα δεν γίνεται τίποτα.

 

— Για το μέγεθος της φωνής σου έχεις πολύ περιορισμένη προσωπική δισκογραφία. Σου αρκεί αυτό, να αντλείς από το λαϊκό ρεπερτόριο, όσο ανεξάντλητο κι αν είναι;

Κοίταξε, δεν ήμουν τυχερή σε αυτό το κομμάτι. Για να λέμε αλήθειες, υπάρχει τίμημα για όλα. Τώρα έχω μεγαλώσει, δεν είμαι το πιτσιρίκι που θα κρύψει λόγια. Τώρα τα λέω όπως έχουν τα πράγματα, δεν ντρέπομαι. Άκου να δεις. Ήταν όλα πάρα πολύ ωραία από την αρχή μέχρι και τώρα. Ωστόσο οι άνθρωποι σου τάζουν ουρανούς μ’ αστέρια.

 

Είχα πάρα πολλές ευκαιρίες στην πάρλα, που λέμε, «θα κάνουμε, θα ράνουμε», μα ήταν μόνο στα λόγια, για φιγούρα. Ποτέ κανείς δεν με βοήθησε. Μόνο ο Λάζαρος Χατζημελετίου. Με τα τραγούδια του έγινε μια αρχή, ούτως ώστε στην ηλικία που είμαι τώρα να γεμίζω μαγαζιά, πεντακόσια-εξακόσια άτομα. Για μένα αυτό είναι επιτυχία, προσωπική επιτυχία. Έχω αυτήν τη στιγμή ρεύμα ‒ έτσι λέγεται; Έχω κόσμο που μ’ αγαπάει και με στηρίζει. Αυτό μετράει για μένα.

 

Καριέρα δεν υπάρχει πλέον, τα τελευταία πέντε χρόνια όλοι προσπαθούν, μα δεν γίνεται τίποτα. Η δισκογραφία είναι ένα κομμάτι που πονάει πολλούς καλλιτέχνες. Είναι πολλοί οι αδικημένοι. Μέσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ. Από την άλλη όμως, απ’ τη στιγμή που είμαι ενεργή ‒δουλεύω από είκοσι τριών χρονών που ήρθα απ’ την Κύπρο‒ μέχρι τώρα, χωρίς σταματημό, με ζητάει ο κόσμος και είμαι γεμάτη, με τις προτάσεις μου, με τα εξτρά μου ‒ τι σημαίνει αδικία;

 

Απλώς η δισκογραφία είναι ένα άλλο κομμάτι, πραγματικά ένας άλλος κόσμος. Δεν σηκώνει «όχι», πρέπει να πας με τα νερά τους. Ξέρω πράγματα που δεν κάνει να τα μάθει ο κόσμος, δεν χρειάζεται. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιοι που ήταν πάρα πολύ τυχεροί. Δεν ξέρω, βέβαια, πόσο διαρκεί αυτό το πράμα. Εγώ θέλω να συνεχίσω να τραγουδάω, δεν θέλω να σταματήσω. Ας πούμε ότι έχω άλλη πορεία εγώ. Τα χιλιόμετρά μου είναι άλλα.

 

— Λες ότι δεν σε βοήθησαν, μα ίσως αυτό να συνέβη επειδή βγάζεις έναν χαρακτήρα δυναμικό και πιστεύουν ότι εσύ τραβάς μόνη σου μπροστά, δεν χρειάζεσαι κανέναν.

Σίγουρα. Μου το ’χουν πει κι άλλοι αυτό. Ένας μεγάλος επιχειρηματίας μού είπε: «Πες μου έναν λόγο που αυτήν τη στιγμή δεν είσαι εκεί που έπρεπε να είσαι δισκογραφικά». Και του απάντησα: «Τι να σας πω, κύριε τάδε, ειλικρινά δεν ξέρω πού έχω φταίξει». Απλώς είναι δύσκολο το σύστημα. 

 

— Το ότι δεν έλαμψες ακόμα όσο θα ’πρεπε είναι και καλό. Δεν κάηκες. Όποιος βιάζεται να λάμψει, καίγεται και νωρίς.

Σωστό. Και πολλοί με γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια από τη συνεργασία μου με το Σταύρο Παζαρέντζη και από τις τηλεοράσεις, που βγήκα την περασμένη χρονιά.

 

— Σου ’κανε καλό, τελικά, η καραντίνα.

Πάρα πολύ καλό. Δεν το πιστεύω πόσο καλά μού πήγε. Είμαι από τις λίγες. 

 

Μαριάννα Παπαμακαρίου: «Έχω μια ψυχή παλιά μέσα μου»
Σπούδασα ποπ και τζαζ και έπειτα ήρθε και το λαϊκό και τα ενώνω όλα. Γι’ αυτό μάλλον αρέσω και σε ανθρώπους ψιλοάσχετους με αυτό που παρουσιάζω στα μπουζούκια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

— Είδες; Παρότι είσαι ιντερνετικά ενεργή, ήρθε ένα παραδοσιακό μέσο για να σε απογειώσει.

Ακριβώς. Η τηλεόραση είναι δύναμη. Έκανα ένα αφιέρωμα στον Μητσάκη, ένα στον Καζαντζίδη ‒ είναι από τα πιο σωστά αφιερώματα που έχω κάνει. Με τον σύζυγό μου, τον Πέτρο Δράμαλη, κάναμε ένα τραγούδι της Μαυράκη, τον «Επισκέπτη», απ’ όταν έπαιζε στον «Στάβλο» κι εγώ πήγα απλώς ως πελάτισσα. Κι όμως, το βίντεο αυτό έφτασε μισό εκατομμύριο views, εκεί με είδε ο κ. Φιλιούσης από την ΕΡΤ και από κει με πήραν όλα τα κανάλια. Έτσι, σε όλη την καραντίνα εμφανιζόμουν στις τηλεοράσεις. Από χειμώνα πάλι.

 

— Μαγαζί;

Είχα τέσσερις προτάσεις και είπα σε όλες όχι. Έχω άπειρα εξτρά. Φαντάσου ότι τώρα έχω Κωνσταντινούπολη, Παρίσι και Γερμανία με τον Σταύρο Παζαρέντζη. Επομένως, δεν με συμφέρει αυτήν τη στιγμή να κλείσω μαγαζί. Από Χριστούγεννα, βλέπουμε. Πρέπει να δουλέψουμε, γιατί ενάμιση χρόνο περάσαμε δύσκολα όλοι οι καλλιτέχνες. Τα οικονομικά μας πήγαν χάλια.

 

— Μια και πιάσαμε τα οικονομικά, έχω μια απορία, να τη συζητήσουμε μαζί. Πολλοί του λαϊκού τραγουδιού μαζευτήκατε εδώ στα νότια, μακριά απ’ τη Νέα Ιωνία του Καζαντζίδη και του Παντελίδη ‒ ταξικά εννοώ, όχι γεωγραφικά. Ζείτε μες στους πλούσιους.

Καθόλου πλούσιοι δεν είμαστε, σε διαβεβαιώνω. Απλώς είναι πιο ήσυχα εδώ. Εγώ έμενα Παλιό Φάληρο πολλά χρόνια. Τώρα, εδώ, στη Γλυφάδα, είναι όλα κοντά: η θάλασσα, τα μαγαζιά όπου δουλεύουμε ‒ εμένα είναι κοντά και η πεθερά μου και βολεύει τώρα που έχω τον μπέμπη. Πρέπει να είμαστε κοντά, να υπάρχει κάποια βοήθεια. 

 

— Παλιά το λαϊκό τραγούδι φτιαχνόταν σε πιο λαϊκές γειτονιές, Καισαριανή, Κοκκινιά, Τζιτζιφιές. Λαϊκό τραγούδι και νότια προάστια γίνεται;

Είναι λίγο περίεργο, το ξέρω, μα να ’σαι σίγουρος ότι γίνονται ωραία πράγματα στα στουντιάκια μας. Ο καθένας έχει το στούντιό του και γίνονται ωραίες βραδιές. Έρχονται και στο σπίτι μουσικοί, τραγουδιστές...

 

Μαριάννα Παπαμακαρίου: «Έχω μια ψυχή παλιά μέσα μου»
Είχα πάρα πολλές ευκαιρίες στην πάρλα, που λέμε, «θα κάνουμε, θα ράνουμε», μα ήταν μόνο στα λόγια, για φιγούρα. Ποτέ κανείς δεν με βοήθησε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

— Τι είναι λαϊκό τραγούδι;

Είμαστε κάποιοι που το υπηρετούμε, βάζω και τον εαυτό μου μέσα. Δεν γράφονται όμως πλέον τραγούδια λαϊκά όπως παλιά. Άλλαξαν όλα.

 

— Λένε πως η ραπ είναι η σύγχρονη λαϊκή μουσική.

Όχι καλέ, δεν υπάρχει περίπτωση. 

 

— Θα μπορούσες να ραπάρεις;

Με τίποτα. Δεν το ’χω. Προσπάθησα μια φορά για πλάκα, μα ήταν γελοίο. Υπάρχουν όμως κοπέλες γεννημένες ράπερ. Σκέφτονται με ομοιοκαταληξία. Πρέπει να το ’χεις. 

 

 — Πόσο πιστεύεις ότι θα αντέξει το λαϊκό τραγούδι από τη στιγμή που δεν ανανεώνεται ή δεν ανανεώνεται με ταχείς ρυθμούς;

Δεν θα σβήσει ποτέ. Κοίτα, πιστεύω ότι θα ξανάρθουν αυτές οι μέρες που θα ζητά ο κόσμος τα ζεϊμπέκικά του, τα τσιφτετέλια του, τα λαϊκά του άσματα. Το πιστεύω αυτό. Το μπουζούκι δεν χάνεται ποτέ.

 

— Δεν χάλασαν όμως τα μαγαζιά, δεν έγιναν πολύ κυριλέ; 

Χάλασαν. 

 

— Τα προτιμάς έτσι;

Είμαι και για το σαλόνι και για το λιμάνι. Παντού μπορώ να πάω. Είμαι ένας άνθρωπος που μπορώ και στα πολλά και στα λίγα, σε όλα τα πράγματα. Μπορώ να εμφανιστώ και σε ένα κουτούκι αλλά και σε ένα γκράντε μαγαζί.

 

Άλλο σκυλάδικο κι άλλο κωλάδικο. Στα σκυλάδικα ακούμε τις καλύτερες φωνές και τους καλύτερους μουσικούς. Έρχομαι σε ρήξη με πολλούς συναδέλφους όταν λένε «πω πω, σκυλάδικο αυτό το μαγαζί». Κάτσε, ρε φίλε. Όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές, ακόμα και η σειρά του Ρέμου και της Βανδή, πού έχουν δουλέψει;

 

— Η λέξη «σκυλάδικο» σε ενοχλεί;

Όχι, μου αρέσει. Άλλο σκυλάδικο όμως κι άλλο κωλάδικο. Στα σκυλάδικα ακούμε τις καλύτερες φωνές και τους καλύτερους μουσικούς. Έρχομαι σε ρήξη με πολλούς συναδέλφους όταν λένε «πω πω, σκυλάδικο αυτό το μαγαζί». Κάτσε, ρε φίλε. Όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές, ακόμα και η σειρά του Ρέμου και της Βανδή, πού έχουν δουλέψει; Ο Τερζής, όταν δούλευα μαζί του, μου ’λεγε: «Πέρασα απ’ όλα τα σκυλάδικα για να μάθω». Είναι σχολείο τα σκυλάδικα. Δεν μπορούμε να τα προσβάλουμε αυτά τα μαγαζιά.

 

Έχω δουλέψει κι εγώ σε σκυλάδικο και εκεί έμαθα τα περισσότερα λαϊκά τραγούδια. «Γλυκοχαράζει ο αυγερινός», «Όταν ζυγώνει η βραδυά» κ.λπ. Δεν θα είχα ιδέα απ’ αυτά τα τραγούδια αν δούλευα σε μαγαζιά πρώτης γραμμής στην Αθήνα.

 

— Τα οποία δεν λέγονται σκυλάδικα, αλλά μεγάλες πίστες. 

Μεγάλες πίστες, όπου τραγουδάς μόνο εμπορικά τραγούδια.

 

— Μπορείς να πεις εκεί κάνα σκυλάδικο;

Δεν μπορείς, όχι. Άντε να πεις ένα, ίσως αυτό που ακούγεται πιο πολύ στα μαγαζιά. Τα τελευταία χρόνια ακούγεται πολύ το «Θα πάρω φόρα» απ’ την ταινία με το «Βιετνάμ», το «Ηλία ρίχ’ το». Αυτό μπορεί να το πει κάποιος πέντε η ώρα το πρωί σε ένα μεγάλο μαγαζί για να γίνει ζημιά. Άκου όμως τι σου λέω: για να γίνει ζημιά. Μ’ αυτά τα τραγούδια γίνονται ζημιές, λουλουδοπόλεμος. Ή άμα πεις το «Θα τα βροντήξω» της Πίτσας Παπαδοπούλου, ή το «Έρωτά μου, αγιάτρευτε» του Κόλλια, ή το «Μακριά μου να φύγεις», που αρέσει σ’ εσένα. Με αυτά τα τραγούδια γίνονται καταστάσεις και ζημιές.

 

— Δεν έχει λείψει το σκυλάδικο απ’ τη νύχτα;

Μου λείπει πάρα πολύ. Θα ’θελα να υπάρχει ένα στην Αθήνα, να πάμε να γουστάρουμε.

 

— Μελαγχόλησες.

Μελαγχόλησα, γιατί μου λείπει. Να πάω μια Πέμπτη...

 

Μαριάννα Παπαμακαρίου: «Έχω μια ψυχή παλιά μέσα μου»
Η ταυτότητα είναι δική σου, μιμείσαι όλα τ’ άλλα όμως, για να έρθεις όσο πιο κοντά γίνεται στην ορίτζιναλ εκτέλεση. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

— Ως πελάτισσα ή ως τραγουδίστρια;

Και ως πελάτισσα. Σε τέτοια μαγαζιά νομίζεις ότι ζεις στην παλιά Ελλάδα. Για τα ρεμπέτικα, όμως, υπάρχουν μαγαζάκια. Είναι και μια νέα φωνή που μου αρέσει πάρα πολύ, η Σεμέλη Παπαβασιλείου. Αυτή είναι ταλέντο, τραγουδάει όλα τα είδη. Αν την ακούσεις να λέει ξένο, νομίζεις ότι είναι μια ξένη, μαύρη τραγουδίστρια. Αν την ακούσεις να λέει Μάλαμα, θα είναι τέλεια, Τσιτσάνη, το ίδιο. Η Σεμέλη πιστεύω πως θα έχει πολύ μέλλον. Έχει ψυχή. Σαν να έχει μια ψυχή παλιά μέσα της, αυτό που νιώθω ότι έχω κι εγώ.

 

— Έχεις παλιά ψυχή;

Σίγουρα. 

 

— Από πού κρατάει;

Κάτι παλιό μπήκε μέσα μου την ώρα που γεννήθηκα. Τέτοια κλίση που έχω στα τόσο σοβαρά λαϊκά τραγούδια, στο να τα υποστηρίζω... Βέβαια τα μελετάω πάρα πολύ για να τα υποστηρίξω. Δίνω την ψυχή μου για να ειπωθούν όπως πρέπει και τα νιώθω ως ρόλο μέσα μου. Δεν σταματάει ποτέ το τραγούδι. Και να καταστραφεί η δισκογραφία και να καταστραφούν όλα, εγώ θα βγω εδώ στο πεζοδρόμιο, με μια κιθάρα, με ένα μπουζούκι, και θα τραγουδάω. Εκτός κι αν χαλάσει η φωνή μου ‒ Παναγία μου!

 

— Την προσέχεις;

Ναι, προσέχω. Είμαι και δασκάλα, οπότε κάνω την εξάσκησή μου σπίτι, και με τα παιδιά και μόνη μου. Δεν έχει κλείσει ποτέ. Έτσι μιλάω, έτσι τραγουδάω. Όταν με ρωτάνε «πω πω, τι βραχνάδα είν’ αυτή; είσαι άρρωστη;», λέω «έτσι μιλάμε, έτσι τραγουδάμε και εγώ και η μάνα μου». Έχουμε μπάσες φωνές.

 

Δεν έχει συνηθίσει ο κόσμος ν’ ακούει μπάσα φωνή. Γι’ αυτό και μικρότερη μεγαλόδειχνα στο άκουσμα, δεν με πίστευε κανένας ότι μπορεί να ήμουν είκοσι πέντε, είκοσι οκτώ. Έλεγα: «Παιδιά, σιγά μη σας έχω γεννήσει κιόλας»! Δεν σ’ το κρύβω ότι θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω και ραδιόφωνο. Μετά από χρόνια μπορεί να το κυνηγήσω.

 

— Του γιου σου του τραγουδάς;

Ναι, αλλά δεν μου δίνει ιδιαίτερη σημασία. Δίνει πιο πολλή έμφαση στο μπουζούκι του μπαμπά. Μόλις ακούσει μπουζούκι, τρελαίνεται. 

 

— Ποιο τραγούδι σού αρέσει να του λες;

Την «Ανεμώνα» του Καζαντζίδη. Πολύ ωραίο. 

 

— Κουβαλάει πολλή λύπη, αλλά ξεγελάει. Είναι γραμμένο στα 5/8, που είναι παιχνιδιάρικος ρυθμός, ίσως γι’ αυτό το προτιμάς.

Μα το τραγουδούσα και στο μαιευτήριο, λίγο πριν γεννήσω. Ήμουνα μόνη μου τρεισήμισι η ώρα τα ξημερώματα, το ’λεγα και μες στους πόνους και έτρεχαν τα μάτια μου ποτάμι.



Η φωτογράφιση έγινε στο Vintage Tostou, Σάββα Λαζαρίδη 8, Γλυφάδα