Ο πατέρας του Κρις Γιανάκου, Μιχάλης Χατζηγιανάκης, που άλλαξε το όνομά του στην Αμερική και πιο πολύ θυμίζει καταγωγή από τη Λακωνία, γεννήθηκε σε ένα από τα εννιά χωριά του Κισάμου και έφυγε δεκαεπτά χρονών για την Αμερική, να προκόψει και να προικίσει τις δύο αδελφές του. Πήγε στη Νέα Yόρκη και όταν έγινε τριάντα πέντε χρονών η χάρη του έφτασε και στο Ιλινόι, δουλεύοντας σε ένα εστιατόριο-στέκι του Αλ Καπόνε, και πάντα έλεγε ωραίες ιστορίες για τον πιο διάσημο γκάνγκστερ όλων των εποχών και τους φίλους του. 

 

Εκεί κοντά στα σαράντα του επέστρεψε στα Χανιά για να παντρευτεί, έβαλε το ωραίο κοστούμι του βρήκε έναν έμπορο, τον Πετρομιχελάκη, και ζήτησε σε γάμο τη 19χρονη κόρη του. 

 

«Είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας, αλλά ο πατέρας μου ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος που δούλευε σκληρά για την οικογένεια» μου λέει ο Κρις Γιανάκος σε ένα διάλειμμα από την προετοιμασία της έκθεσή του στην γκαλερί Citronne στον Πόρο, με τη γυναίκα του Μπάρμπαρα Νάιτ να παρακολουθεί χαμογελώντας.

 

Ο Γιανάκος, ένας αεικίνητος, γελαστός άντρας, ευπροσήγορος και με πολύ χιούμορ, ένας «παλιός άνθρωπος» με χάρη και ευγένεια, που ζει πέντε μήνες στα Χανιά και τους υπόλοιπους στη Νέα Υόρκη, ένας σημαντικός Έλληνας εικαστικός της διασποράς, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, ήρθε πέντε μηνών στο Καστέλι και ταξίδεψε ξανά για την Αμερική όταν ήταν πέντε χρονών, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν ο πατέρας του αποφάσισε να επιστρέψουν οικογενειακώς στη Νέα Υόρκη, για να εγκατασταθούν κοντά στην εμβληματική γέφυρα Τζορτζ Ουάσιγκτον που συνδέει το Μανχάταν και το Νιου Τζέρζι, όπου έζησε η οικογένεια τα περισσότερα χρόνια. 

 

Το ΜοΜΑ έχει ένα έργο μου, το Send Our Boys Home, του 1970, όπου τα αστέρια της αμερικανικής σημαίας έχουν αντικατασταθεί από ένα μαύρο ορθογώνιο. Ήταν η αντίδρασή μου σε αυτό που συνέβαινε στην κοινωνία, σε μια δολοφονία σχεδόν ανήλικων πολιτών που πήγαιναν στο Βιετνάμ να πολεμήσουν, σε έναν αλόγιστο πόλεμο.

 

— Στην Ελλάδα πότε ήρθατε ξανά;

Μετά τον πόλεμο, το '57. Υπηρετούσα στη Γερμανία, μπήκα σε ένα αεροπλάνο και ήρθα στην Αθήνα για πρώτη φορά – θυμάμαι, το αεροδρόμιο είχε σίδερα κάτω. Πήγα στην Κρήτη και είδα τη γιαγιά μου. Ήταν σπουδαίο αυτό για μένα και από τότε μέχρι σήμερα μόνο δύο χρονιές δεν κατάφερα να έρθω στην Ελλάδα. 

 

— Εκεί πώς ήταν η οικογενειακή σας ζωή;

Ο πατέρας μου δούλευε πολύ, σε εστιατόρια, έκανε κι άλλες δουλειές και στο τέλος έγινε σεφ στη Wall Street. Ήταν καταπληκτικός και ευφάνταστος σεφ, ένας καλλιτέχνης στο φαγητό. 

 

Κρις Γιανάκος
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Εσείς πώς αποφασίσατε να γίνετε καλλιτέχνης;

Εγώ δεν μιλούσα αγγλικά, είχα μυωπία, δεν είχα γυαλιά, δεν έβλεπα, είχα δυσλεξία, είχα τα πάντα. Και καθόμουν και ζωγράφιζα, κι έφτιαχνα στρατιωτάκια. Μου άρεσε αυτό πολύ, πάντα ζωγράφιζα. Οι δασκάλες νόμιζαν ότι ήμουν λίγο καθυστερημένος και με έβαζαν να κάθομαι πίσω, αλλά με άφηναν να κάνω τα σχέδιά μου. Μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω να γράφω και να διαβάζω. Ήμουν είκοσι χρονών και ακόμα διάβαζα αργά. Στα δεκατρία κατάλαβαν ότι έχω μυωπία, γι' αυτό δεν βλέπω.

 

Εκείνα τα χρόνια λέγανε απλώς «το παιδί μου δεν είναι γερό», δεν ήξεραν, δεν έψαχναν όπως σήμερα. Ίσως βοήθησε αυτό, είναι ένας τρόπος να καταλάβεις το δικό σου το σώμα και το μυαλό με διαφορετικό τρόπο. Το λέω και στους μαθητές μου – διδάσκω σε ένα τμήμα graphic design και εκεί μαθαίνουμε να κάνουμε τέχνη με βιβλία πειραματικά, να ακολουθούμε την αλληλουχία των πραγμάτων, των γεγονότων. Διδάσκω πενήντα δύο χρόνια και συνεχίζω, με αφήνουν να το κάνω ακόμα. Δεν βαριέμαι ποτέ να διδάσκω, να κοιτάζω από την άλλη πλευρά. Οι άλλοι δάσκαλοι είναι πολύ «ορθοί», εγώ είμαι επαναστάτης, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Μου αρέσει, λοιπόν, να τους λέω να κάνουν ό,τι θέλουν και να νιώθουν ελεύθεροι. Κι αυτό αρέσει στη σχολή, να υπάρχουν πολλές απόψεις.

 

— Είστε ο αγαπημένος τους καθηγητής, φαντάζομαι.

Είμαι και μου το λένε κιόλας, και έχω μαθητές απ' όλο τον κόσμο, την Κίνα, τη Βραζιλία. Είκοσι μαθητές με διαφορετικές κουλτούρες, διαφορετικά συναισθήματα και άλλες απόψεις, που φτάνουν στην ίδια τάξη για να συνυπάρξουν και να σκεφτούν μαζί. Και με εκπλήσσει πάντα αυτό που φέρνουν, γιατί στην Αμερική πάντα ακούς ότι «είμαστε οι καλύτεροι» και βλέπεις ότι αυτό δεν ισχύει ακριβώς. Μέσα στις τάξεις οι σπουδαστές συνδέονται και συνεργάζονται με έναν τρόπο που, εξαιτίας της τεχνολογίας, των κομπιούτερ, έχει χαθεί. Όταν είσαι καλλιτέχνης, θέλεις χρόνο, να μείνεις μόνος σου να σκεφτείς, αλλά θέλεις και να συναντήσεις άλλους καλλιτέχνες, την κοινότητά σου. Γι' αυτό μένουμε στη Νέα Υόρκη νομίζω, γιατί έχουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους γύρω μας από παλιά.

 

— Όταν τελειώσατε το σχολείο, πού πήγατε για σπουδές;

Είχα πρόβλημα να μπω στο κολέγιο κι έτσι πήγα στο Πολυτεχνείο, με πήραν γιατί είχα ωραίο πορτφόλιο. Όταν ήμουν νέος, ήμουν πολύ ζωηρός και επέμενα πολύ να μπω. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν μόνο γραπτές οι εξετάσεις, σε έβλεπαν οι καθηγητές και άκουγαν για ποιον λόγο ήθελες να φοιτήσεις. Και είδαν ότι το ήθελα πολύ. Θα σας πω ένα περιστατικό. Δεν ζωγράφιζα καλά φιγούρες και είχα έναν καθηγητή –θυμάμαι ακόμα το όνομά του, Φλιν– που έλεγε ότι έπρεπε να φύγω από τη σχολή, ότι δεν θα γινόμουν καλλιτέχνης. Αλλά, ξέρετε, εγώ επέμεινα, είπα δεν πάω πουθενά και έμεινα τελικά. Αλλά ήταν η υψηλή ενέργεια που υπήρχε στη Νέα Υόρκη εκείνη τη δεκαετία αυτή που με βοήθησε, τη δεκαετία του '50 και του '60.

 

Υπήρξε και κάτι άλλο που με βοήθησε πολύ, τα σπορ. Έκανα πολλά σπορ και μου ανέπτυξαν την αίσθηση της γεωμετρίας, την πειθαρχία, του να προσπαθείς ξανά και ξανά όταν αποτυγχάνεις, να αφήνεις την αποτυχία πίσω. Είχα πολύ καλούς προπονητές, έμαθα να έχω σύστημα, προσήλωση. Έμαθα πως όταν χάνεις, πρέπει να το αφήνεις πίσω, δεν σε καταστρέφει η ήττα. Και πώς να δημιουργήσεις τον μηχανισμό ώστε να κάνεις τα πράγματα ενδιαφέροντα. Βλέπεις καλλιτέχνες που κάνουν το ίδιο και το ίδιο, μεγάλα έργα που πουλιούνται πολύ ακριβά. Είναι βαρετό να κάνεις το ίδιο, έτσι νομίζω. Και υπάρχει, αν παρακολουθήσετε, μεγάλη κριτική και συζήτηση γύρω από την τέχνη και τα όριά της, ωστόσο υπάρχουν πολύ καλοί καλλιτέχνες και σήμερα. Και θα βλέπουμε και στο μέλλον, σε όλα τα πεδία. 

 

Κρις Γιανάκος
Pandemic Series Alpha, 2020. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Κρις Γιανάκος
Shield, 1985. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 

 

— Εξακολουθεί η Νέα Υόρκη να είναι το κέντρο του κόσμου στην τέχνη;

Αυτό συνέβαινε στα '70s, τα '80s και τα '90s. Και όλοι έφταναν στη Νέα Υόρκη για να είναι στο κέντρο του κόσμου και της τέχνης. Εκείνα τα χρόνια, το 1980, γνώρισα έναν πολύ καλλιεργημένο άνθρωπο, τον Claes Nordenhake, που είχε γκαλερί στο Μάλμο της Σουηδίας. Είχε έρθει κι αυτός στη Νέα Υόρκη για να δει τι γίνεται. Αυτή ήταν μια σημαντική στιγμή της καριέρας μου, με κάλεσε να κάνω σε δημόσιο χώρο το πρώτο μου έργο και το 1986 έκανα στη Σουηδία και την πρώτη μου έκθεση από τις πενήντα-εξήντα ατομικές που έχω κάνει μέχρι σήμερα. Μου άρεσε να δουλεύω στη Σουηδία. Και με τον Claes είμαστε φίλοι μέχρι σήμερα, οικογένεια, αυτός έδωσε ώθηση και στις ιδέες και στην τέχνη μου.

 

— Όταν τελειώσατε το πανεπιστήμιο, κάνατε κατευθείαν τέχνη;

Όχι, ήμουν graphic designer, και μάλιστα πολύ καλός. Μου άρεσε να κάνω εξώφυλλα βιβλίων, με ενδιέφερε η τυπογραφία, μια αγάπη που γέννησαν τα ταξίδια μου στην Ελλάδα. Μου άρεσε πολύ να παρατηρώ τα ελληνικά γράμματα, τα διαστήματα, όταν πήγαινα στην Κνωσό ή τη Φαιστό έβλεπα τις διαστάσεις, πώς έφτιαχναν τα κτίρια, κατάλαβα το μέτρο και τον τρόπο που έβλεπαν και τοποθετούσαν το έργο στον χώρο. Απίθανα μυαλά. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον για μένα γιατί, όταν κάνω εγκαταστάσεις, πάντα υπολογίζω τον χώρο, τη συνομιλία των έργων, να μην κάνει πόλεμο το ένα στο άλλο. Ενστικτωδώς ο καλλιτέχνης το καταλαβαίνει αυτό. 

 

Με τον συνέταιρό μου πηγαίναμε πολύ καλά, κάναμε εμπορικά σήματα, δεκατρία χρόνια δουλέψαμε μαζί, αλλά μετά θέλαμε να κάνουμε άλλα πράγματα. Εμένα πάντα μου άρεσε να κάνω design. Και το αληθινό μου σχολείο ήταν τα περιοδικά από τη Γερμανία, την Ιταλία, μορφώθηκα μόνος μου και πολύ. Θαυμάζοντας μέχρι σήμερα τον ωραίο σχεδιασμό, νομίζω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει φυσικό design: ο τρόπος ο λιτός, ο απλός, το απλό φαγητό, ο τρόπος που μαγείρευε η μάνα μου, είναι design. Δεν είχαμε χρήματα, δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά το φαγητό στο σπίτι ήταν πάντα ωραίο. Με την Μπάρμπαρα κρατάμε αυτή την παράδοση της απλότητας, μαγειρεύουμε πολύ, πολλά λαχανικά, πολλά ψάρια, πολύ λίγο κρέας, είναι ένας σχεδιασμός της καθημερινότητας, της ποιότητας της ζωής μας.

 

Κρις Γιανάκος
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Με την Μπάρμπαρα πώς γνωριστήκατε;

Ήταν μαθήτριά μου σε μαθήματα σχεδίου. Εγώ είχα έναν γάμο – ήμασταν μαζί για ένα διάστημα, αλλά δεν είχαμε μέλλον και αποφασίσαμε να χωρίσουμε. Η Μπάρμπαρα παντρεύτηκε στη συνέχεια και έκανε ένα παιδί, εγώ παντρεύτηκα ξανά και η δεύτερη γυναίκα μου, με την οποία είχα μια θαυμάσια σχέση για είκοσι επτά χρόνια και μια υπέροχη κόρη, αποφάσισε να με αφήσει και να παντρευτεί έναν τύπο που γνώριζε από το κολέγιο και ήταν χρηματιστής. Ήμουν, λοιπόν, στη Νέα Υόρκη και γύρναγα και σκέφτηκα την Μπάρμπαρα, που την είχα δει στον δρόμο, και την κάλεσα για φαγητό και από την πρώτη στιγμή αρέσαμε ο ένας στον άλλον. Και από τότε είμαστε μαζί. Νομίζω πως είμαι πολύ τυχερός, γιατί έχω μια πολύ καλή και σταθερή ζωή. Μια ζωή απλή – η απλότητα παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας, είμαστε πολύ μακριά απ' όλη αυτή την τρέλα του χρήματος, τη λατρεία των υλικών αγαθών.

 

— Πότε εκθέσατε το πρώτο σας έργο;

Αυτή είναι μια ωραία ιστορία. Έκανα assemblages, κουτιά, και αναρωτιόμουν πού θα μπορούσα να δείξω αυτήν τη δουλειά – πάντα ονειρευόμουν να πάρω μέρος στο Whitney Annual. Ήρθε η Ναόμι Αντωνάκος, η γυναίκα του Στίβεν, με τον οποίο ήμασταν πολύ φίλοι, που δούλευε σε μια γκαλερί, την Baron. Έκαναν ένα Box Show –είχαν και δουλειά του Joseph Cornell, φανταστείτε– και μου ζήτησε να εκθέσω κι εγώ. Αυτό ήταν καταπληκτικό. Στη συνέχεια, έκανα εγκαταστάσεις, κατασκευές σε εξωτερικούς χώρους και ήρθε, χωρίς να με ξέρει, ο επιμελητής του Whitney Annual, που είδε δουλειά μου, και με κάλεσε στο Whitney. Κι έτσι έγινε το ρομαντικό μου όνειρο πραγματικότητα. Γενικά, ήμουν τυχερός και με τις εκθέσεις και τις αναθέσεις. 

 

— Εκείνη την εποχή με ποιους κάνατε παρέα;

Εκεί υπήρχε το εξής καθεστώς: οι καλλιτέχνες έπιαναν ένα λοφτ για εξήντα-εξήντα πέντε δολάρια – τότε δεν τα ήθελε κανένας. Μετά τα αγοράσαμε, πριν αλλάξει η Νέα Υόρκη, γι' αυτό και βλέπετε οι καλλιτέχνες να έχουν αυτά τα τρομερά σπίτια και στούντιο. Τα είχαν από παλιά. Με τον αδερφό μου, τον Στίβεν, που είναι κι αυτός εικαστικός, μοιραζόμασταν το ίδιο στούντιο και το υπόλοιπο κτίριο το είχε ο Κρίστο, ένας πολύ γενναιόδωρος και ευγενικός άνθρωπος, που τον έβλεπα μέχρι τον θάνατο της Ζαν-Κλοντ, ήταν ακόμα καλά. Εμείς είχαμε το στούντιο του Κλάες Όλντενμπουργκ, που μας είχε αφήσει και ένα σωρό πράγματα μέσα. Ήμασταν μαζί με τον Γουόλτερ ντε Μαρία, ερχόταν συχνά ο Ράουσενμπεργκ, ήμασταν όλοι φίλοι τότε, πηγαίναμε στα ίδια μέρη και βλεπόμασταν διαρκώς.

 

Όλοι είχαν κάτι να πουν και να μοιραστούν τις ιδέες τους πολύ γενναιόδωρα, τη χαρακτήριζε την εποχή αυτή η συμπεριφορά. Δηλαδή, ήθελες να μάθεις κάτι; Έπαιρνες κάποιον τηλέφωνο και σου έδειχνε. Κάναμε με τον Νάσο Δάφνη παρέα, το Θεόδωρο Στάμο, τον Στίβεν Αντωνάκο, την Ελένη Μυλωνά, που είναι «αδελφή» μου, τον Μαρκ Χατζηπατέρα, τη Δέσποινα Μεϊμάρογλου. Είχα προσπαθήσει πολλές φορές στο παρελθόν να γίνει ένα κέντρο για να προωθήσει τη δουλειά των Ελλήνων καλλιτεχνών στην Αμερική, όπως υπάρχουν διάφορα τέτοια κέντρα ή ινστιτούτα άλλων χωρών, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε κανένας.

 

Κρις Γιανάκος
Epidauros with Equilateral Triangle, 2012. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Θα μου πείτε τη σχέση της δουλειάς με την πολιτική;

Δεν είμαι πολιτικός καλλιτέχνης, είμαι καλλιτέχνης που η δουλειά μου έχει σχέση, φυσικά, με τα κοινά, αφού εκθέτω και σε δημόσιο χώρο, με το τοπίο, τη μηχανική, αλλά και την εξέλιξη της σκέψης. Βέβαια, όλα αυτά εμμέσως έχουν σχέση με την πολιτική. Το ΜοΜΑ έχει ένα έργο μου, το Send Our Boys Home, του 1970, όπου τα αστέρια της αμερικανικής σημαίας έχουν αντικατασταθεί από ένα μαύρο ορθογώνιο. Ήταν η αντίδρασή μου σε αυτό που συνέβαινε στην κοινωνία, σε μια δολοφονία σχεδόν ανήλικων πολιτών που πήγαιναν στο Βιετνάμ να πολεμήσουν, σε έναν αλόγιστο πόλεμο.

 

— Το πιο αγαπημένο κομμάτι της δουλειάς σας;

Με είχαν καλέσει στη Θεσσαλονίκη να κάνω ράμπες σε αρχαιολογικούς χώρους, να μελετήσω και να κάνω ράμπες στο μουσείο, ήθελαν όμως να χαλάσουν τον τόπο. Κάναμε μία στη Ροτόντα και άλλη μία στο Φρούριο. Η άποψή μου είναι πως αυτά τα έργα έπρεπε να είναι διακριτικά. Ούτε αυτά που κάνουν στην Ακρόπολη μου αρέσουν, τη διαδρομή για τους τουρίστες. Όταν ανεβαίνεις εκεί, πρέπει να έχεις την εμπειρία της διαδρομής σε έναν λόφο. Νομίζω ότι οι ράμπες είναι το πιο αγαπημένο κομμάτι της δουλειάς μου. Γιατί μου αρέσει να χτίζω, η κατασκευή, η μηχανική. Με πάνε πίσω στον τρόπο που έφτιαχνα αεροπλανάκια όταν ήμουν δεκαεπτά χρονών και ήθελα να πετάξουν.

 

Έχω κάνει περισσότερες από σαράντα μεγάλες εγκαταστάσεις, αλλά μια έκθεση που θυμάμαι και μου άρεσε ήταν στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία Τσαντσάνογλου, που διευθύνει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, έχει σχέση με μία από τις επιρροές μου, τον ρωσικό κονστρουκτιβισμό, μάλιστα μου χάρισε και έναν ρωσικό χάρακα, που τον έχω ακόμα, και κατανόησε τη βάση της δουλειάς μου, τον μινιμαλισμό και τη γεωμετρική αφαίρεση. Εμένα αυτή η κατανόηση με ενδιαφέρει πολύ στις συνεργασίες. 

 

— Κάνετε πολλές κατασκευές από ξύλο, που φθείρεται, χαλάει. Σας ενοχλεί;

Δουλεύω πολύ με το ξύλο στις μεγάλες εγκαταστάσεις, ακόμα και με το μάρμαρο, και μου αρέσει να αποκτούν την πατίνα του χρόνου, να γερνάνε, είναι σαν τους ανθρώπους. Είναι μια χαρά για μένα η φθορά. Η πολλή συντήρηση δεν μου αρέσει και έχει χαλάσει και πολλά έργα. Ας πούμε, έβλεπα τη συντήρηση στην Καπέλα Σιξτίνα και είναι σαν illustration, σαν περιοδικό. 

 

— Πώς δουλεύετε; Έχετε ένα μεγάλο στούντιο;

Έχουμε ένα λοφτ που είναι σπίτι και στούντιο. Εκεί δουλεύω τα μικρά έργα. Τα περισσότερα, που είναι σε δημόσιο χώρο, τα δουλεύω έξω. Ο πιο μικρός χώρος μού δημιουργεί οικειότητα και με κρατάει συγκεντρωμένο, αλλά, φυσικά, έχω έναν καταπληκτικό βοηθό με τον οποίο συνεργαζόμαστε και κάνουμε τα μεγάλα έργα. Αυτή είναι η διαδικασία. 

 

Κρις Γιανάκος
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Πώς βλέπετε τη ζωή των καλλιτεχνών σήμερα; Όταν είναι γνωστοί, έχουν μια πολύ βαριά ατζέντα, πρέπει να ταξιδεύουν διαρκώς, σχεδόν δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν.

Είναι μια πολύ σκληρή ζωή και πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να την κάνεις. Καμιά φορά λέω στους μαθητές μου ότι αν θέλουν να γίνουν καλλιτέχνες, ίσως πρέπει να παντρευτούν ένα πολύ πλούσιο άτομο. Μια άλλη τάση που παρατηρώ είναι ότι υπάρχουν και πολλοί καλλιτέχνες από εύπορες οικογένειες, που κάνουν πολύ μεγάλα έργα, σχετίζονται με γκαλερίστες, και δεν εννοώ τους πολύ καλούς καλλιτέχνες. Υπάρχει πλήθος καλλιτεχνών που δεν είναι καλοί, αλλά υπάρχει αυτή η ζήτηση, υπάρχουν πολύ μεγάλα σπίτια και βίλες στη Νέα Υόρκη και τα μεγάλα έργα έχουν ζήτηση γιατί υπάρχουν πολλοί λευκοί τοίχοι να γεμίσεις. Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, προϊόντα, δεν είναι τέχνη. Είναι εμπορικά προϊόντα. 

 

— Έχετε μαθητές που έγιναν διάσημοι;

Νομίζω μια μαθήτριά μου, που έχει ξεχωρίσει για τη δουλειά της, είναι η Άλις Σπρινκλ, που είναι σήμερα διάσημη για τα ζητήματα του φύλου και του φεμινισμού και του σεξ, που είναι κορμός της δουλειάς της, αλλά όταν ερχόταν στα μαθήματα, ποτέ δεν είχε γίνει καμία συζήτηση για το σεξ, τι θέλει να κάνει, τι πιστεύει. Όταν τέλειωσε η χρονιά, μου έστειλε έναν φάκελο με ένα γράμμα, που έλεγε ότι ήμουν ο αγαπημένος της καθηγητής και ότι ήθελε να μου δείξει τι κάνει εκεί έξω, και ένα περιοδικό – εντυπωσιάστηκα. 

 

— Στον Πόρο τι έργα μας δείχνετε;

Με την Τατιάνα (Σπινάρη) δουλεύουμε πολλά χρόνια και σε αυτή την έκθεση έχω φέρει σχέδια. Στις γκαλερί μού αρέσει πάντα να δείχνω πιο μικρά έργα –είναι θέμα κλίμακας– που έκανα ως αντίδραση στην πανδημία και άλλα που δείχνουν μια πορεία μέσα στον χρόνο. Ανεξάρτητα από το μέσο που έχω χρησιμοποιήσει ή το πότε φτιάχτηκαν, γίνεται αντιληπτή η κίνηση του χεριού μου και αισθάνεστε τους προβληματισμούς μου γύρω από την αρχιτεκτονική, τους αρχαίους ελληνικούς τόπους και τη μηχανική. Και υπάρχουν και δυο ράμπες που κατασκευάστηκαν ειδικά για την γκαλερί του Πόρου και αντικατοπτρίζουν τη δυστοπία της εποχής μας. Είναι ένα ταξίδι του επισκέπτη – μια μεταβατική διαδρομή ήταν και είναι πάντα το καθοριστικό κίνητρο στη ζωή και τη δουλειά μου. Σε αυτήν τη διαδρομή ανακάλυψα και τα μυστικά της δουλειάς μου και πάντα ελπίζω ότι τα χειρίστηκα με σύνεση.

 

Κρις Γιανάκος
Τοποθέτηση των έργων Learning the Greek Alphabet 8.18.15, 2015 και Pandemic M.9, 2020. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Κρις Γιανάκος
Aπό αριστερά: Ancient Site Intervention V, 2006. Ancient Site Intervention VI, 2007. Ancient Site Intervention III, 2006. Ancient Site Intervention I, 2006. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Κρις Γιανάκος
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Κρις Γιανάκος
Μπροστά: Samaria Gorge Intervention I, 2008. Πίσω: Parameter, 1981. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 

 

Κρις Γιανάκος - Διαδρομές

Διάρκεια έκθεσης:  12 Ιουνίου - 11 Σεπτεμβρίου 2021  

Citronne Gallery, Πόρος 

Πλατεία Βιρβύλη