Είναι παράξενο, αλλά ένα από τα πιο πετυχημένα φεστιβάλ τέχνης και δημιουργίας στα οποία έχω παραστεί στη ζωή μου, ένας από τους λόγους που ενδιαφέρθηκα ακόμη περισσότερο για τη σύγχρονη κουλτούρα, είναι η πρώτη biennale νέων της Μεσογείου, που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1986. Ήταν η πρώτη φορά που άνοιξαν όλα τα παρατημένα ως τότε μουσουλμανικά μνημεία που ρήμαζαν, το Βασιλικό Θέατρο και μαζί οι αποθήκες του κλειστού προς το κοινό εμπορικού λιμανιού, για να δεχτούν μουσικά gigs, εικαστικές εκθέσεις, εκθέσεις κόμικς και αρχιτεκτονικής, λογοτεχνικές και θεατρικές βραδιές από ντόπιους και ξένους νέους δημιουργούς, όλα μαζί κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς διαφοροποιήσεις ανάλογα με το εκφραστικό μέσο ή μεταξύ υψηλής και χαμηλής τέχνης, γεγονότα τα οποία συνήθως απορρέουν από ανάγκη ελέγχου, επίδειξης δύναμης και εξουσίας. Θυμάμαι τότε (σε αντίθεση με την τωρινή biennale καταξιωμένων καλλιτεχνών) το λιμάνι γεμάτο κόσμο. Η τέχνη συνέβαινε μέσα και έξω από τους χώρους. Εξαπλωνόταν πέρα από τα ίδια τα έργα και τις μουσικές συναυλίες σε συζητήσεις ανάμεσα στο «κοινό», που υπόσχονταν καινούργιες συνεργασίες και αναπάντεχες εξελίξεις. Η ενέργεια ήταν απίθανη. Τώρα οι αποθήκες του λιμανιού είναι επίσημα ανοιχτές και φιλοξενούν ένα μουσείο φωτογραφίας και ένα κέντρο σύγχρονης τέχνης και κινηματογραφικές αίθουσες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Και ενώ όλοι αυτοί οι μεμονωμένοι οργανισμοί (μαζί με αρκετούς άλλους στην πόλη) λειτουργούν πολύ ικανοποιητικά, η ενέργεια δεν είναι πια η ίδια. Η τέχνη δεν απλώνεται πια σε συζητήσεις στους διαδρόμους, γιατί απλά σπάνια συναντάς συνεπισκέπτες. Αν θέλεις οπωσδήποτε να μιλήσεις σε κάποιον άνθρωπο, τότε μπορείς να πας στο κυριολεκτικά διπλανό Kitchen Bar, που σφύζει από κόσμο και όπου πιθανότατα να συναντήσεις κάποιον-α φίλο-η από τα παλιά που δεν θα ξέρει καν ότι πίνει το ποτό του ανάμεσα σε δύο μουσεία. Και να αναρωτιέσαι, γιατί;

Διαβάζω σε μια θεσσαλονικιώτικη εφημερίδα έναν δημοσιογράφο που λέει «ας σοβαρευτούμε. Δεν μπορούν να συγκρίνονται οι επισκέψεις στις αίθουσες εκθέσεων με τους 3.000 λογαριασμούς που “κόβονται” σε παρακείμενη κουζίνα. Έλεος πια».

Γιατί όχι; Διαφωνώ κάθετα. Ίσως η πολλή σοβαρότητα που σε αυτή την πόλη (την πόλη μου επίσης) μοιάζει να είναι συνυφασμένη με υπέρμετρο συντηρητισμό, ξενοφοβία, «εθνολατρία», επαρχιώτικη τοπολαγνεία και δεν ξέρω τι άλλο, να έχει δαμάσει την τόλμη των νέων δημιουργών και διανοούμενων και να έχει στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού σε ό,τι απομένει ακόμη αυθεντικά απολαυστικό, ένα γλυκό από τον Χατζή, έναν φραπέ στην παλιά παραλία… Είμαι από αυτούς που πιστεύουν στο «γενικό» και όχι μόνο εξειδικευμένο κοινό της τέχνης. Πιστεύω στη νεανική κουλτούρα, στη ρήξη των στεγανών ανάμεσα σε διαφορετικού τύπου και μέσου σύγχρονες εκφράσεις, στη μαζική κινητοποίηση που μπορεί να δημιουργήσουν τα ερεθίσματα της σύγχρονης τέχνης.

Ποιο κοινό όμως μας ενδιαφέρει; Αυτό του πολιτικού μικρόκοσμου συνυφασμένου με το κάθε ίδρυμα; Αυτό των επισήμων της μικρής μας πόλης; Ή το γενικό κοινό, αυτοί οι «ανώνυμοι» που κάθονται από το πρωί ως το βράδυ στα παραλιακά καφέ μην έχοντας πολλές εναλλακτικές πια και οι οποίοι θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν ξανά την πόλη μας; Μέσα από ένα μεγάλο γενικό νεανικό κοινό ίσως δώσουμε ένα στίγμα. Ίσως και να ήρθε η ώρα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες με ιδιωτική πρωτοβουλία, όρεξη και πάθος, αν όχι μέσα τότε γύρω από όλες αυτές τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες και ευκαιρίες για τη σύγχρονη τέχνη που προσφέρει η Θεσσαλονίκη, έτσι ώστε το υπάρχον καλλιτεχνικό δυναμικό να αποσυμφορήσει κάπως το μπαρ Residents (μέρος που παρουσιάζει την πιο ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική και νεανική ενέργεια στην πόλη). Και επιπλέον το εν δυνάμει (καλλιτεχνικό) κοινό να βρει παράλληλες δραστηριότητες παρακείμενες στις ταβέρνες που συχνάζει. Αφού έχουν υπάρξει διαφορετικά δείγματα από το τοπικό κοινό, έστω και αυτό του 1986, γιατί τα ρίχνουμε πάντα σε αυτό και όχι για μια φορά στην καλλιτεχνική στρατηγική υποδομή της πόλης, η οποία ίσως να ήρθε η ώρα να ταρακουνηθεί από μια πιο ομαδοποιημένη ιδιωτική πρωτοβουλία που έχει αρχίζει πια να κοχλάζει;