O Νίκος Αλεξίου είναι ένας καλλιτέχνης που δεν σέρνει μαζί του «βαλίτσες» (με την έννοια του αρνητικού φορτίου), και αυτό βοηθάει τόσο στο ό,τι επιλέχθηκε, όσο και στην διεκπεραίωση του επόμενου εγχειρήματός του. Γεννημένος στο Ρέθυμνο, μου αποκαλύπτει ότι το πρώτο πράγμα στο ευρύτερο πλαίσιο της τέχνης που τον συντάραξε ουσιαστικά είναι η ενότητα των φιλμ του Άντυ Γουόρχωλ Σάρκα, Κάψα και Σκουπίδια, που είδε σε μια τοπική λέσχη σινεμά όταν ακόμη ήταν μαθητής, όπως και το περιοδικό Αρχιτεκτονικά Θέματα του Ορέστη Δουμάνη, που έβρισκε εκεί και διάβαζε ανελλιπώς. Κάτω από αυτό το πλαίσιο λοιπόν δεν παραπονιέται καθόλου για την έλλειψη πληροφορίας στην επαρχία όπου μεγάλωνε, γιατί νιώθει πως οτιδήποτε χρειαζόταν το είχε δει, το είχε μάθει. Στα 18 λοιπόν, αμέσως μετά το σχολείο, ήξερε πολύ καλά ότι ήθελε να γίνει καλλιτέχνης και, πριν έρθει στην Αθήνα, είχε κατασκευάσει τον προσωπικό του μύθο. Ήθελε να έρθει εδώ και να κάνει την πρώτη έκθεσή του στον ΔΕΣΜΟ (του Μάνου Παυλίδη και της Έπης Πρωτονοταρίου), όπερ και εγένετο. Ακριβώς όπως ήθελε, παρουσίασε εκεί 4 γλυπτά που αναφερόταν στις 4 όψεις του σεληνιακού τοπίου, επηρεασμένος από την Οδύσσεια 2001 του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ύστερα από μια μεγάλη πορεία στην καλλιτεχνική σκηνή της Ελλάδας, τώρα, μαζί με τον αρχιτέκτονα-θεωρητικό-επιμελητή εκθέσεων Γιώργο Τζιρτζιλάκη απαρτίζουν το «αχτύπητο» δίδυμο ήπιας διανόησης και εσωτερικής νεωτερικότητας που θα αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα στο γεγονός που πολλοί «λατρεύουν να μισούν» αλλά, παρ’ όλα αυτά, αποτελεί από το 1985 μέχρι σήμερα τη σημαντικότερη συνάντηση σύγχρονης τέχνης, την Μπιενάλε Βενετίας.

«Νομίζω» μου εξηγεί «ότι η στιγμή που επιλέχτηκα για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα στην Μπιενάλε ήταν αυτή που έπρεπε – ούτε πριν, ούτε μετά», αναφερόμενος σε μια «συμπαντική» συμφωνία-επιλογή η οποία δεν έχει να κάνει τόσο με μεταφυσικά φαινόμενα και ενέργειες αλλά μια συνολική αποδοχή της οποίας χαίρει αυτή τη στιγμή ο Νίκος, και η οποία εκτείνεται –πέρα από τα μέλη μιας επιτροπής– σε καλλιτέχνες παλιότερους και νεότερους.

«Το έργο μου μοιάζει πλήρες και περιβάλλεται από μια κατάφαση… το έχω νιώσει, το έχω ακούσει και από πολύ νεότερους καλλιτέχνες» συνεχίζει την κουβέντα, και μου φέρνει στο μυαλό κάτι που διάβασα από τον T.S. Elliot, ο οποίος εξηγούσε πως κάθε νέα δημιουργία, κάθε νέο έργο (αναφερόμενους φυσικά σε νέους ποιητές) αναμορφώνει και τα παλαιότερα, όπως κάθε νέο γεγονός αναμορφώνει και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε παλαιότερα ιστορικά γεγονότα. Αυτό βέβαια μόνο εάν ο δημιουργός και, κατ’ επέκταση, η δημιουργία του επιδέχονται διάλογο και αναμορφώσεις.

Μέλος μιας καλλιτεχνικής γενιάς που αποτελεί κάτι σαν «μαύρη τρύπα» για τα καλλιτεχνικά δεδομένα της ελληνικής εντοπιότητας –με την έννοια ότι αρκετοί σύγχρονοι κλείστηκαν ερμητικά και τελικά εγκλωβίστηκαν σε μια τοπική αισθητική και έναν κλοιό σχέσεων και διαβουλεύσεων που δεν τους προσέφερε τίποτα παραπάνω από μια θέση παραδείγματος χάρη στη Σχολή Καλών Τεχνών (απ’ ό,τι μου εξηγεί, αυτό θεωρείτο η ύστατη καταξίωση στα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής δράσης του) και τοπική αναγνώριση– ο Αλεξίου δεν σταμάτησε εκεί. Η επανάληψη στη δουλειά του αποτελεί περισσότερο μια εμμονή, η οποία όμως είναι πάντα ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες και αναγνώσεις, και πολύ λιγότερο ένα κατεκτημένο στεγανό που επαναλαμβάνεται πλέον με την υπογραφή του καλλιτέχνη προκειμένου να φέρει την ύστατη τοπική καταξίωση (οικονομική και πνευματική αναγνώριση). Πάντα θετικός, και μαζί ανοιχτός σε έναν ατέρμονο διάλογο, ο Αλεξίου μοιάζει να μην οπλίστηκε με παρωπίδες για την ατομική του βολή, γεγονός τόσο εύκολο στην χώρα μας, αυτή του «ποντικιού που βρυχάται» –μόνο του– στην ακρούλα της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

«Η γενιά μου» εξηγεί «εξαντλήθηκε σε όλα αυτά τα κακώς κείμενα τοπικά (σ.σ.: αυτά που περιγράφονται παραπάνω), αλλά μια πολύ ωραιότερη κατάσταση που ακολούθησε, η τωρινή, φτιάχνει τελικά και την προηγούμενη».

Πέρα δε από το προσωπικό του έργο, συντηρεί και μια συλλογή έργων –κυρίως νεότερων, αλλά και κάποιων παλαιότερων καλλιτεχνών–, αγορασμένα από εκθέσεις ή foire στην Αθήνα, η οποία αποτελεί την προσωπική του διαδρομή «ως θεατή» πια στα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης. «Πρόκειται για μια διαδρομή, ένα προσωπικό ημερολόγιο… που λέει δες τι είδα.» Κάπως έτσι μου περιγράφει αυτή τη συλλογή, τα έργα της οποίας –παρεμπιπτόντως– δεν έχουν ανταλλαχθεί με κάποια δικά του, όπως συμβαίνει μεταξύ καλλιτεχνών, αλλά έχουν αγοραστεί από τον Αλεξίου στις κανονικές τους τιμές πώλησης.

«Δεν πουλάω δικό μου έργο, αν δεν ξέρω ότι τουλάχιστον το μισό το χρωστώ σε κάποιο που πήρα» μου λέει, μιλώντας πρώτα από όλα κυριολεκτικά και μετά συμβολικά… σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει συνήθως. Ο Αλεξίου λοιπόν, ένας ακόμη –από τους πολύ λίγους– υποστηρικτές της σύγχρονης δημιουργίας και της υποδομής της στην Ελλάδα, δίνει ένα μάθημα. «Φαντάσου» μου λέει «αφού εγώ μπορώ να αγοράσω έργα τέχνης, πόσοι άλλοι μπορούν επίσης». Παρ’ όλο λοιπόν που μοιάζει να μην έχει κάποιο πολύ συγκεκριμένο απόθεμα που θα του χάριζε ζωή χαρισάμενη, τα έργα αυτά δεν υπολογίζονται ως υλική επένδυση. Κάποια στιγμή θα τα δωρίσει σε ένα ίδρυμα, προκειμένου να βλέπει περισσότερος κόσμος μια διαδρομή που σηματοδοτεί μια εποχή στα καλλιτεχνικά της πόλης μέσα από τα μάτια ενός καλλιτέχνη.

Όλα αυτά τα συζητάμε με την ευκαιρία της συμμετοχής του στο ελληνικό περίπτερο στην Μπιενάλε της Βενετίας, που ξεκινάει αυτόν τον Ιούνιο. Βρισκόμαστε στο χώρο του, ένα αστικό διαμέρισμα στο Κολωνάκι το οποίο όμως, με τα έργα του Αλεξίου να κυριαρχούν, μοιάζει συμβολικά κάπως σαν τη μυθική χώρα του Οζ. Έχουμε συνηθίσει κυρίως να βλέπουμε μεγάλα έργα καλλιτεχνών σε εργαστήρια άδεια, πρώην βιομηχανικούς χώρους, απογυμνωμένα από κάθε ίχνος ζωής μαγαζιά ή διαμερίσματα, με ατημέλητο περίγυρο εφόσον πρόκειται για χώρο εργασίας. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ένας ζωντανός χώρος αστικής κατοίκησης, εκ των πραγμάτων και των μεγεθών έχει κυριολεκτικά κατακτηθεί από γλυπτά, τα οποία όμως εκεί μέσα μοιάζει να αποκτούν χρηστικότητα. Όχι κυριολεκτική. Περισσότερο μοιάζουν σαν έπιπλα για παράξενα μυθικά όντα. Το μεγάλο τραπέζι, γλυπτό χωρίς ούτε ίχνος χώρου επάνω, εκτείνεται στον τυπικό χώρο της σαλοτραπεζαρίας και φτάνει μέχρι την μπαλκονόπoρτα την οποία, αντί για κουρτίνες, καλύπτουν τα τυπικά σχέδια-δοκιμές του Αλεξίου και πίσω διακρίνονται οι γλάστρες του μπαλκονιού. Ο συνδυασμός γλυκιάς, φαινομενικά «κατεστημένης» καθημερινότητας με τα ίδια τα έργα δημιουργούν ένα τρίτο περιβάλλον-εγκατάσταση χωρίς προσπάθεια, ιδιαίτερα πιστή στην ειδική πραγματικότητα του Αλεξίου, που έχει κάτι από "bohemia" με την αυθεντικότερη χρήση του όρου.

Το έργο που θα παρουσιάσει στην Μπιενάλε αναφέρεται σε μια διαδρομή δέκα χρόνων, όπως μου εξηγεί, η οποία θα ολοκληρωθεί μέχρι να τελειώσει η Μπιενάλε. Πρόκειται για την αναπαράσταση του δαπέδου της μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους το οποίο, εκτός από το πιο χαρακτηριστικό και καλοσυντηρημένο δείγμα μωσαϊκού (στην Μεσόγειο) της παράδοσης της δυτικής και ανατολικής (Βυζαντίου) ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μαζί, είναι για τον Αλεξίου και ένα προσωπικό βίωμα. Τα δύο χρόνια που πηγαινοερχόταν στο Άγιο Όρος για προσωπική έρευνα αποτέλεσαν ένα πέρασμα της καθημερινότητάς του διανθισμένο από μια σειρά συναισθημάτων που του προκαλούσε. Τον σαγηνεύει η επανάληψη πανομοιότυπων μοτίβων από εποχή σε εποχή, από αυτοκρατορία σε αυτοκρατορία, μέχρι το σύγχρονο design. Το νόημα που αυτά τα σχέδια φέρουν σε διαφορετικές και ενίοτε συγκρουόμενες καταστάσεις, ή σε εντελώς διαφορετικές κουλτούρες. Και μαζί η επίδραση που έχει αυτό το σύνολο μοτίβων, παραδείγματος χάρη αυτό δάπεδο που, κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί έναν χάρτη του σύμπαντος για τον άνθρωπο.

«Η κίνηση παράγει ενέργεια,» μου εξηγεί «και η τριβή παράγει έργο». Κάτω από αυτή την έννοια τον ενδιαφέρει να μελετήσει ξανά τις λεπτομέρειες αυτού του μωσαϊκού, τις οποίες επεξεργάζεται και ξανασχεδιάζει ψηφιακά, σεβόμενος τον «σύγχρονο κώδικα» αναπαράστασης (π.χ. γκάμα χρωμάτων, ακρίβεια σχημάτων), προκειμένου να δημιουργήσει ένα αποτέλεσμα μέσα στο οποίο θα μπορέσει να σκηνοθετήσει τον σύγχρονο θεατή και τη σχέση του μ’ αυτό. Μου δείχνει διαφορετικές εκδοχές του τελικού αποτελέσματος, όλες μοιάζουν αποτέλεσμα μεστής σκέψης και πολύχρονου πνευματικού παιδέματος. Αισθητικά άρτιες, δεν ξέρω πού θα καταλήξει.

Φεύγοντας, τον ρωτώ κάτι πιο προσωπικό…
–Καλά δεν φοβάσαι… τι φοβάσαι;
Γελάει και μου απαντά:
–Δεν φοβάμαι να φοβάμαι. Αυτό.–
Και, εάν γινόταν καταστροφή και έπρεπε να σώσεις ένα μόνο έργο, τι θα διάλεγες;
–Α…Τη Βασιλική Οικογένεια του Γκόγια από το Πράντο, οπωσδήποτε.