Ένα ταξίδι, μια επιστροφή στην προγονική του πατρίδα, την Αρμενία, αφορμή για μια έκθεση. Τίτλος της Ουτοπίες Παραδείσου. Καλόγεροι, άγιοι, βιβλικοί ήρωες και καθημερινοί άνθρωποι· στο φόντο μοναστήρια, μνημεία, χατσκάρ -παραδοσιακές επιτάφιες στήλες-, βουνά, λίμνες, ποτάμια, το Αραράτ. Η τοπιογραφία ενός παραδείσου, της προσωπικής ουτοπίας ενός καλλιτέχνη, που σαν το ταξίδι αυτό να του αγαλλίασε τη ψυχή, αντικαθιστώντας τη σκοτεινιά, το γκρίζο και το μαύρο, με το φως και το χρώμα. Επουλώνοντας έτσι προαιώνια τραύματα και απαλείφοντας παιδικές φοβίες που τον ταλάνιζαν και τον βασάνιζαν μια ολόκληρη ζωή.

Γιατί Ουτοπίες Παραδείσου; Σε τι ακριβώς παραπέμπει αυτός ο τίτλος της νέας σας έκθεσης;
Ξεκίνησε από μια διάθεση να φανούν όχι πλέον οι πλευρές μου του φόβου, αλλά της επιθυμίας. Κι έτσι άρχισαν να ξεδιπλώνονται έργα με εικόνες πιο φωτεινές, αλλά, καθώς πάντα ακολουθεί η αποστασιοποίηση, σύντομα συνειδητοποίησα ότι και η επιθυμία, όταν τη δεις ζωγραφισμένη, είναι μια πραγματοποιημένη ουτοπία.

Πώς αποτιμάτε το παρελθόν; Πώς βλέπετε, καθώς διανύετε πια τα χρόνια της ωριμότητας, όλη αυτή την τάση -που σας έκανε κι ευρύτερα γνωστό ως καλλιτέχνη- των «σκοτεινών» έργων, ίσως και «απαισιόδοξων»;
Τελικά ήταν σαν να αγαπούσα τη ζωή και συγχρόνως να τη φοβόμουν. Φοβόμουν μη χαθεί, και βλέποντας σε πρόσωπα αγαπημένα και σε συνανθρώπους μου τον πόνο, γεννιόταν και σε μένα τον ίδιο πόνος ή φόβος. Αλλά ήταν γιατί αγαπούσα υπερβολικά τη ζωή! Πώς όταν αγαπάς κάτι πολύ και φοβάσαι μην πάθει κάτι...

Αυτό δηλαδή ήταν που σας οδηγούσε στην εσωστρέφεια, στο υπαρξιακό αγκύλωμα που χαρακτήριζαν τα πρόσωπα στη ζωγραφική σας;
Όλα αυτά συνέβαιναν ασυνείδητα. Ήταν σαν ένα όνειρο που επέστρεφε σαν εφιάλτης. Από την άλλη, αυτά τα έργα έγιναν για να επιζήσουν. Σαν από ένα ναυάγιο που οι σανίδες -έστω και μια σπασμένη καρέκλα- έπαιρναν για μένα τη μορφή της τέχνης. Γιατί ας μη ξεχνάμε ότι και η ίδια η σημασία, ο ρόλος του έργου τέχνης, για τη δικιά μου γενιά είχε σπάσει. Για την ίδια την εποχή στην οποία ζούμε. Μεγαλώσαμε μέσα σε ένα μεγάλο δεδομένο ότι η τέχνη πέθανε.

Η ζωγραφική ή η τέχνη γενικότερα;
Εννοώ την επιθυμία για μία ουτοπία. Γιατί για μένα αυτό είναι η τέχνη. Καθώς η εικόνα έγινε πιο εφαρμοσμένη και πιο αυτοματοποιημένη μέσα από την τεχνολογία, δεν έχει καμία σχέση με το χειροποίητο έργο το οποίο είχαμε αγαπήσει ή συνηθίσει. Και μπορεί μια φωτογραφία ή ένα βίντεο να έδωσε πολλές φορές εικόνες πολύ πιο τρανταχτές, αλλά αυτό που εντέλει έβγαινε ήταν -είναι- ένας ωμός κυνισμός κι ένας μηδενισμός. Ενώ ποτέ στην τέχνη δεν υπάρχει μηδενισμός. Ίσως μια αδυναμία, αλλά όχι ο μηδενισμός.

Κι όμως, συχνά στα έργα σας νιώθει κανείς το δέος απέναντι στο κενό, το θάνατο, μια μελαγχολία σχεδόν «μηδενιστική»....
Είναι η εικόνα της μελαγχολίας. Διαχωρίζω - μπορεί να είσαι εξαγριωμένος για τη μελαγχολία που βλέπεις στον κόσμο, αλλά, από τη στιγμή που δεν παραιτείσαι και παραμένεις δημιουργικός, παύεις να είσαι ο ίδιος μελαγχολικός, επιβεβαιώνοντας κάποιες αξίες τις οποίες διατηρείς. Αν συγκρίνεις ένα χειροποίητο κατασκεύασμα, όσο και «μηδενιστικό» και να είναι, χρειάστηκε η πίστη σε μερικές αξίες για να κτιστεί, δεν πατάς ένα κουμπί και αυτομάτως έχεις μια εικόνα.

Παρ' όλα αυτά, επιμένω, τη ζωγραφική σας τη χαρακτηρίζει η απομόνωση, ο φόβος, η μοναξιά, το υπαρξιακό δράμα...
Νομίζω ότι αυτό συνέβαινε γιατί είχα μπει σ' ένα δρόμο καθημερινής γύμνιας. Ασχολήθηκα με έναν κόσμο όπου δεν υπήρχαν μύθοι, έναν κόσμο του δωματίου· των δρόμων, των προσώπων που ήταν απομονωμένα, όπου έλειπε το ονειρικό στοιχείο ή κάποια θρησκευτική ή πολιτική ή ιδεολογική πλευρά. Νομίζω πως αυτή η γύμνια είχε μια μελαγχολία, κάτι που δημιούργησε και σε μένα τον ίδιο φόβο εντέλει. Γιατί ήμουν κι εγώ μέρος αυτού του κόσμου.

Δεν τον επιλέξατε εσείς ο ίδιος αυτόν τον κόσμο;
Όχι, όχι! Δεν τον επιλέγει κανείς τον κόσμο στον οποίο βρίσκεται. Απλώς τον βάζει μέσα στα έργα του. Τον εξωτερικό κόσμο δεν τον επιλέγουμε. Ένας ναυαγός δεν επιλέγει αν έχει χαθεί το πλοίο: είτε θρησκεία είναι αυτό, είτε πολιτική, είτε ιδεολογία, είτε οτιδήποτε άλλο. Έτσι αισθάνομαι εγώ, σαν ναυαγός.

Τι σας κάνει να νιώθετε έτσι;
Η ρεαλιστική ζωή που ζούμε, η ακραία ωμή ζωή της γνώσης και της τεχνολογίας, η εποχή στην οποία ο άνθρωπος είναι -αυτό που έλεγε ο Μπέικον- ένα κομμάτι κρέας που είναι έτοιμο να πεθάνει.

Τι σας έκανε να καταλήξετε σ' αυτό;
Μάλλον τι μ' έκανε να ξεκινήσω από αυτό! Γιατί από την αρχή, από μικρό παιδί, θυμάμαι την αγωνία μου για τις πρησμένες φλέβες στα χέρια των γονιών μου ή τα μαλλιά τους που άσπριζαν, απόδειξη ότι μεγάλωναν. Και σ' αυτό οι απαντήσεις της θρησκείας και της πολιτικής, της φιλοσοφίας αργότερα, δεν με στήριζαν.

Συμμετείχατε στα πολιτικά οράματα της γενιάς σας;
Προσπάθησα στην ηλικία των 17-18, στη Θεσσαλονίκη όπου μεγάλωνα, να συμμετάσχω, να ζήσω το πανηγύρι των συλλαλητηρίων, αλλά όχι, δεν κατάφεραν να με αγγίξουν όλα αυτά. Ένα πανηγύρι μού φαινόταν...

Η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του '70 χαρακτηρίζεται επίσης από μια εσωστρέφεια...
Αντιθέτως, εμένα η Θεσσαλονίκη μού έβγαζε έναν κοσμοπολιτισμό! Σταυροδρόμι διαφορετικών γλωσσών και πολιτισμών. Εγώ, λόγω της αρμενικής μου καταγωγής, γεννήθηκα δίγλωσσος· συγχρόνως άκουγα στο εμπορικό κατάστημα του πατέρα μου τα σλάβικα, πήγαινα σε γαλλικό σχολείο - όλα αυτά, η Διεθνής Έκθεση, η θάλασσα... Από κει και πέρα υπήρξε στην περίπτωση μου, αναπτύχθηκε, το μυθικό στοιχείο ενός άλλου κόσμου. Η πόλη ήταν το ρεαλιστικό μέρος και η αρμενική μου πλευρά το μυθικό.

Έμοιαζε μη πραγματικό σε σχέση με την υπόλοιπη πόλη;
Ακριβώς! Υπογείως καλλιεργούνταν δύο πλευρές: από τη μια η αίγλη του ρεαλιστικού και από την άλλη μια απουσία, μια μυθική ταυτότητα με δραματικές πλευρές.

Η οποία μόλις τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξεδιπλώνεται - μετά το ταξίδι σας στην Αρμενία. Οι Ουτοπίες Παραδείσου είναι μια αναζήτηση ταυτότητας συνειδητή;
Πιο συνειδητή από πριν, γιατί και τα παλιότερά μου έργα παίρνουν τώρα ένα χαρακτήρα αναφορικό απέναντι στην πλευρά μου αυτή. Τα κομμένα κεφάλια, ας πούμε, που νόμιζα ότι είχαν άμεση σχέση με τα μποτιλιαρίσματα, ίσως εντέλει να έχουν περισσότερη σχέση με τις διηγήσεις που άκουγα μικρός.

Από τις σφαγές κατά την αρμενική γενοκτονία.
Η ιστορία του πολέμου, του ανθρώπου γενικότερα! Με αφορμή βεβαίως τα πιο προσωπικά και οικογενειακά θέματα εκφράζεται ο καθένας, αλλά αυτό είναι ένα πανανθρώπινο πρόβλημα. Τι σε κάνει να ονειροπολείς και τι σε κάνει να απελπίζεσαι. Πάντως, και στις φανταστικές ιστορίες που άκουγα παιδί και στις πραγματικές που βλέπω σήμερα, υπάρχουν και τα δυο. Και τα θετικά και τα αρνητικά.

Ολοκληρώσατε τις σπουδές σας στη Γαλλία, εξακολουθείτε να μοιράζεστε το χρόνο σας μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, έχετε ευρωπαϊκή καλλιέργεια και εικαστική πληροφόρηση· με ποιους καλλιτέχνες νιώθετε να «συγγενεύετε»;
Οποιονδήποτε με κάνει να ξεχνάω ότι θα πεθάνω. Επειδή υπάρχει αυτή η απομυθοποιημένη γνώση του θανάτου - ότι δεν είναι ένα όνειρο, μια μεταμόρφωση· το γεγονός ότι δε ξέρουμε τι είναι, αυτή η γύμνια, ότι μετά τελειώνουμε, αυτό δεν το άντεχα από την αρχή. Αισθάνομαι συγγενής με τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η ζωή συνεχίζεται. Ή με τους ανθρώπους που αγαπούν βαθιά τη ζωή και δεν είναι πολέμιοί της. Δεν μπορώ να αισθανθώ κοντά μ' αυτούς που απομυθοποιούν ή αποδομούν.

Παράξενο, για έναν καλλιτέχνη που οι ανθρώπινες φιγούρες του έμοιαζαν πάντα με παρουσίες ζωντανών-νεκρών!
Εγώ πιστεύω το αντίθετο. Στην τωρινή μου έκθεση, οι μάρτυρες στις αγιογραφίες, μορφές βασανισμένες, συχνά σκοτεινές, είναι το ύψιστο της αγάπης που μπορεί να δείξει ο άνθρωπος στον πόνο και στη δυσκολία. Άρα σε αυτούς τους ανθρώπους δεν βλέπεις θάνατο αλλά τη ζωή.

Ήταν καθοριστική εντέλει η επαφή σας με τις αρμενικές μινιατούρες...
Και ο βυζαντινισμός που κουβαλούσα από τη Θεσσαλονίκη, και που μέχρι πρόσφατα η ευρωπαϊκή μου παιδεία απέρριπτε... Όπως και τη μεταφυσική πλευρά και την αγάπη για τον άνθρωπο. Μετά από όλο αυτό το ξεγύμνωμα που έχει συμβεί εντωμεταξύ, όχι μόνο πείστηκα ότι δεν είναι καρικατούρες τα πρόσωπα των βυζαντινών αγιογραφιών, αλλά, αντίθετα, ότι είναι και ένας εύσχημος τρόπος να μιλήσεις για αγίους. Άλλο αν σήμερα η τηλεόραση γελοιοποιεί την έννοια της αγιοσύνης ή του μοναχισμού. Διότι απλούστατα πρέπει να ενισχυθεί η έννοια της κατανάλωσης και της κατάχρησης. Ο σεβασμός στο μαρτύριο είναι κάτι που στην εποχή της pop art και του lifestyle φαντάζει κουφό. Πράγμα που δεν αντέχεται, και που δεν πρέπει να ανέχεται κανείς.

Ο μάρτυρας όμως σήμερα καταγράφεται διαφορετικά: μέσα από το φωτορεπορτάζ σε έναν πόλεμο, στα κολαστήρια απολυταρχικών καθεστώτων, στην εξαθλίωση φτωχών χωρών....
Στη φωτογραφία έχεις ένα πολύ ισχυρό γεγονός. Στην τέχνη, η μεταφορά είναι καταλυτική. Στο ντοκουμέντο έχουμε το ίδιο το αντικείμενο, το οποίο κραυγάζει. Στην τέχνη παίρνει μια άλλη διάσταση.

Πώς στραφήκατε τελικά σε χρώματα πιο φωτεινά και σε μορφές πιο αισιόδοξες;
Επιδιώκω να ανασύρω από το βυθό, λίγο λίγο, στοιχεία πιο θετικά. Κουράστηκα να καταγράφω τον πόνο και τις πληγές και ζητάω την επούλωση μέσω του ονείρου. Η ζωγραφική έχει το πλεονέκτημα να ανασύρει πράγματα φανταστικά. Σε μένα προσωπικά, μπορεί να επουλώσει το παρελθόν που δεν έχω άλλο τρόπο να το δω και να το φανταστώ, παρά μόνο μέσα από τη δημιουργία. Αυτή η κίνησή μου λοιπόν είναι μια κίνηση φωτεινή.

Το ταξίδι στην Αρμενία τι σηματοδότησε για σας; Επιστροφή σε μια χαμένη πατρίδα, ένα αγκυροβόλι, μια βεβαιότητα ότι η μυθική χώρα των προγόνων σας όντως υπάρχει;
Ούτε η βεβαιότητα ούτε η άγκυρα είναι αυτά που γυρεύω. Το πρόβλημά μου ανέκαθεν ήταν ότι δεν αισθανόμουν Αρμένιος. Με λίγα λόγια ήταν και παραμένει, και θα φροντίσω να παραμείνει, ένα μυθικό στοιχείο. Εξάλλου για μένα είναι δεδομένο ότι η πατρίδα μου είναι εδώ. Και επιπλέον είναι η ζωγραφική. Δεν μπορώ να ξεριζωθώ από μια πραγματικότητα. Εκεί είναι η πατρίδα της μητρικής μου γλώσσας. Και για μένα η γλώσσα έχει σημασία. Μέχρι τώρα είχα συνηθίσει να ακούω τη γλώσσα μεμονωμένα, κι αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Μετά υπάρχουν οι ουτοπίες των αρχιτεκτονημάτων - τα μνημεία, τα μοναστήρια, η παράδοση.

Όλα αυτά λοιπόν δεν ήταν αρκετά να σας αφυπνίσουν;
Είμαι ένα κράμα πολιτισμών. Αδυνατώ να διαλέξω. Προσπαθώ να βρω μια άκρη. Αλλά νομίζω ότι τελικά ο αρμενικός πολιτισμός θα παραμείνει ο μύθος μου.