Με μια μεγάλη αναδρομική του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927) ανοίγει η σεζόν στην Εθνική Πινακοθήκη.

Γιος του μεγάλου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, ο Νικόλαος Λύτρας έγινε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ρομαντικό ρεαλισμό του 19ου αι. και τη μοντέρνα τέχνη του 20ού, «αφήνοντας πίσω του μια πλούσια συγκομιδή από έργα γεμάτα ζωτικότητα και αλήθεια, που μπορούν να συναγωνιστούν επάξια τα μεγάλα αριστουργήματα του πρώιμου ευρωπαϊκού μοντερνισμού», όπως σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.

Σπούδασε, όπως και ο πατέρας του, στην Ακαδημία του Μονάχου, όπου κι ανακατεύτηκε με το πρώιμο τότε κίνημα του εξπρεσιονισμού, έχοντας μια προδιάθεση για αποσκίρτηση από τα πρώιμα κιόλας έργα του. Αντί να γίνει οπαδός του κινήματος ή ακόλουθος ενός μεγάλου ζωγράφου, συνέλαβε την ουσία: την ελευθερία της έκφρασης, τη διεκδίκηση του προσωπικού λόγου, που αποτελεί και το βαθύτερο νόημα της μοντέρνας τέχνης.

Τα έργα του -πορτρέτα και εικόνες της ελληνικής φύσης- είναι λουσμένα σε ένα λαμπερό και διάφανο φως, γεμάτα από μία «ζωική ευφορία», «ένας ύμνος στα νιάτα και στη ζωή», με έμφαση στα περιγράμματα των μορφών, και προβολές σκιών βαριών «σαν σίδερο» -όπως ποιητικά τις έβλεπε ο Γιάννης Ρίτσος- μέσα στα ολόφωτα, ηλιοκαμένα ύπαιθρά του.

Η ζωγραφική του, «παστόζικη και έμφορτη με καθαρό χρώμα» παρέμεινε κυρίως απλή, λιτή, με αφομοιωμένους τους κανόνες της μοντέρνας τέχνης: «Tην κατάργηση της προοπτικής, την ισοδύναμη ένταση του τόνου σε ολόκληρη την επιφάνεια που τον οδηγεί να δυναμώσει το χρώμα προς τα πάνω για να αποσoβήσει την εντύπωση της τρίτης διάστασης».