Σημαντική μορφή του ελληνικού σινεμά, του θεάτρου και της τηλεόρασης, ο Ανέστης Βλάχος έφυγε από την ζωή σήμερα στα 87 χρόνια του. 

 

Πολύ αγαπητός σαν άνθρωπος, έτσι όπως τον γνωρίσαμε μέσα από τις συνεντεύξεις του, στον αντίποδα ακριβώς των ρόλων που ερμήνευε συνήθως στο πανί, ο Ανέστης Βλάχος ευτύχησε να παίξει σε αληθινά σπουδαίες ταινίες, αλλά και σε πιο κοινές περιπέτειες, φιλοτεχνώντας μία πολύ ιδιαίτερη περσόνα «κακού». 

 

Να θυμηθούμε μερικούς τίτλους: «Το Κορίτσι με τα Μαύρα» (1956) του Μιχάλη Κακογιάννη, «Οι Παράνομοι» (1958), «Το Ποτάμι» (1960) και οι «Μικρές Αφροδίτες» (1963) του Νίκου Κούνδουρου, «Με την Λάμψη στα Μάτια» (1966) του Πάνου Γλυκοφρύδη, «Έξη Διεστραμμένες Ζητούν Δολοφόνο» (1976) του Παναγιώτη Κωνσταντίνου, «Πανικός στα Σχολεία» (1981) του Ντίμη Δαδήρα, «Αυτόπτης Μάρτυς» (1993) του Μάρκου Χολέβα κ.λπ. 

 

Πέντε ιδιαίτερες ταινίες, στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Ανέστης Βλάχος θυμόμαστε παρακάτω... 


 

«Ο Φόβος» (1966)

σκηνοθεσία Κώστας Μανουσάκης 

Ο Φόβος
Ανέστης Βλάχος και Έλλη Φωτίου στην ταινία «Ο Φόβος» (1966) του Κώστα Μανουσάκη
 
 

 

«Ο Φόβος», μία από τις κορυφαίες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, αποτελεί, ταυτοχρόνως, και την σημαντικότερη εμφάνιση στην οθόνη για τον Ανέστη Βλάχο. 

 

Η ταινία γυρισμένη στους βάλτους της Κωπαΐδας, λογικά το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’65 (προβλήθηκε στις αίθουσες στις αρχές του ’66), πραγματεύεται ένα κοινωνικό πρόβλημα, ή μάλλον πολλά, ταυτοχρόνως, που σχετίζονταν με τα καταπιεσμένα ήθη μιας μεγαλοαγροτικής οικογένειας. 

 

Ποιος κυριαρχεί εκεί; Ένας τσιφλικάς «πατέρας-αφέντης», ένας αποτυχημένος βασικά οικογενειάρχης με βαθύ αυταρχικό προφίλ (Αλέξης Δαμιανός), καθώς γύρω του κινούνται μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα. 

 

Ένας καταπιεσμένος και σεξουαλικά ανώριμος γιος από τον πρώτο γάμο του (Ανέστης Βλάχος), η μουγκή θρησκόληπτη ψυχοκόρη, το θύμα τού Ανέστη, που αφού βιαστεί στη συνέχεια θα φονευτεί (Έλλη Φωτίου) και ακόμη η δεύτερη σύζυγος τού τσιφλικά, μια επίσης καταπιεσμένη και αλλοτριωμένη γυναίκα (Μαίρη Χρονοπούλου), που είναι εντελώς αδύναμη, και αυτή, για να επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων.

 

Μέσα σ’ αυτή την ερμητικά κλειστή ομάδα, που κινείται μαθηματικά προς τη διάλυσή της, υπάρχει ένα ακόμη πρόσωπο, που έρχεται απ’ έξω φέρνοντας μιαν αχτίδα φωτός – ανίκανο όμως και αυτό να διαλύσει το πηχτό σκοτάδι. Είναι η κόρη τού τσιφλικά από το δεύτερο γάμο του (με την Χρονοπούλου), η Έλενα Ναθαναήλ και είναι βασικά η ελεύθερη σχέση της με το μηχανικό (Σπύρος Φωκάς), που παρεμβάλλεται σαν ένα μικρό φωτεινό ιντερμέντζο πλάι στη γενικότερη φρίκη. 

 

Το σχόλιο τού Μανουσάκη είναι σαφές και προβάλλεται με απόλυτο έλεγχο όλων των εκφραστικών μέσων του. Η υπόσταση (ηθική ή όποια άλλη) της μεγαλοαγροτικής ελληνικής οικογένειας που κυριαρχεί στην ύπαιθρο (οι αναλογίες με τη μεγαλοαστική οικογένεια, που κυριαρχεί στο άστυ, δεν είναι μακρινές) βάλλεται εκ των έσω – από τα ίδια της τα μέλη. Ως κύτταρα της κοινωνίας αυτές οι οικογένειες παραμένουν κλειστές, ανίκανες να επικοινωνήσουν με ό,τι κινείται εκτός τους, με μέλη που δρουν πίσω απ’ τις κουρτίνες, πνιγμένα μέσα στις υποδόριες απειλές και τη βία.

 

Αυτές οι οικογένειες προστατεύονται απ’ όλους. Από τα ίδια τους τα μέλη κατ’ αρχάς, τουλάχιστον μέχρι να «σπάσει» κάποιο (αν «σπάσει»), από τη γειτονιά και τις τοπικές κοινωνίες, που τα ’χουν κάνει «πλακάκια» για τα μικροσυμφέροντά τους, και βεβαίως από την επίσημη εξουσία, που διατηρεί απέναντί τους μια δουλοπρεπή συμπεριφορά. Πώς, λοιπόν, θα αποδοθεί η δικαιοσύνη, όταν τα πάντα είναι διεφθαρμένα μέχρι το κόκκαλο;

 

Εδώ επεμβαίνει ο σκηνοθέτης και μ’ ένα εντυπωσιακό εύρημα, ακριβώς στο τέλος της ταινίας του, δίνει λύση στο πρόβλημα. Είναι η Φύση εκείνη που θα φέρει τα πράγματα στα ίσια και όχι οι λεγόμενοι «θεσμοί», που έχουν σταματήσει προ πολλού να λειτουργούν, όντας βυθισμένοι στη διαφθορά και υπονομευμένοι από την εγγενή αναξιοπιστία τους.

 

Ο Κώστας Μανουσάκης κινηματογραφεί σε άσπρο-μαύρο, εκμεταλλευόμενος την ιδανική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, την έξοχη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και φυσικά το υποκριτικό ταλέντο όλων των ηθοποιών του, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Ανέστη Βλάχο, ο οποίος στον «Φόβο» δίνει την ερμηνεία της ζωής του. 

 

«Άγρια Πάθη» (1967)

σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος

Άγρια Πάθη
Ανέστης Βλάχος και Άννα Ιασωνίδου στην ταινία «Άγρια Πάθη» (1967) του Στέλιου Τατασόπουλου
 
 

 

Στα απόνερα του «Φόβου» και σ’ αυτό το πλαίσιο των αγροτικών δραμάτων, που ήταν πολύ δημοφιλή στον ελληνικό κινηματογράφο στα χρόνια του ’60, γυρίζεται και αυτή η περιπέτεια του Στέλιου Τατασόπουλου, με τον Ανέστη Βλάχο να είναι πάντα πειστικός στο ρόλο του κακού. Όπως διαβάζουμε από το retroDB: 

 

Ένας βάναυσος επιστάτης μιας ομάδας ξυλοκόπων, ο Βλάσης (Ανέστης Βλάχος), νταραβερίζεται ερωτικά μ’ ένα φτωχοκόριτσο, τη Φανή (Γιώτα Σοϊμοίρη), την οποία έχει αστεφάνωτη εδώ και καιρό. 

 

Εκείνη θυμώνει και καταφεύγει για παρηγοριά στον κάμπο με τους ορυζώνες, στην καλύβα μιας εργάτριας, της Ρηνιώς (Άννα Ιασωνίδου), την οποία περιτριγυρίζει το αφεντικό της, ο Θωμάς (Σπύρος Καλογήρου). 

 

Η συνάντηση των δύο ανδρών φέρνει στην επιφάνεια μια προϋπάρχουσα έχθρα και η σύγκρουσή τους καταλήγει στο φόνο του Θωμά. Ένοχη, ωστόσο, θεωρείται η Ρηνιώ, που είχε προηγουμένως τραυματίσει τον Θωμά, πασχίζοντας να περισωθεί από την επίθεσή του. 

 

Στην προσπάθειά της να φύγει από την περιοχή συναντά τον Πέτρο (Θάνος Μαρτίνος), έναν ευγενικό ξυλοκόπο που την περιθάλπει προσφέροντάς της στέγη και τροφή, αλλά και πάλι πέφτει στα χέρια του Βλάση, ο οποίος διά της βίας προσπαθεί να την κρατήσει κοντά του.

 

Οι καταστάσεις είναι σκηνοθετημένες πεζά, αλλά ο Ανέστης Βλάχος ξεχωρίζει σ’ αυτούς τους ρόλους τού σκληρού και βίαιου χωριατόπαιδου, που είναι γραμμένοι πάνω του. 

 

«Κιέριον» (1968)

σκηνοθεσία Δήμος Θέος

Κιέριον
Ο Ανέστης Βλάχος ως δημοσιογράφος Αίμος Βαγενάς στο «Κιέριον» (1968) του Δήμου Θέου
 
 

 

Το «Κιέριον» γυρίστηκε πριν την έλευση της χούντας και ολοκληρώθηκε στο εξωτερικό. Προβλήθηκε δε για πρώτη φορά στην Γαλλική Ταινιοθήκη, όπως και στο Φεστιβάλ της Βενετίας, το 1968 όπου βραβεύτηκε με Τιμητική Μνεία. Στην Ελλάδα παίχτηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1974, όπου και λαμβάνει δύο κύρια βραβεία (καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη), όπως και τιμητική διάκριση ερμηνείας για τον Ανέστη Βλάχο.

 

Το στόρι είναι απλό. Ο αμερικανός George Morgan (τον υποδύεται ο σκηνοθέτης Σταύρος Τορνές) έρχεται στην Ελλάδα προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία για το καρτέλ πετρελαίου που δρα στη Μέση Ανατολή και για τον τρόπο με τον οποίον εκείνο θα μπορούσε να επηρεάσει πολιτικοκοινωνικά την κατάσταση στη χώρα. 

 

Ο σύνδεσμός του στην Ελλάδα είναι ο νεαρός δημοσιογράφος Αίμος Βαγενάς (Ανέστης Βλάχος), ένας ανυπότακτος συντάκτης εφημερίδας, ταγμένος όπως φαίνεται στην αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Morgan δολοφονείται από το παρακράτος (η ιστορία θυμίζει την υπόθεση Polk) και ο Βαγενάς βάζει ως στόχο να αποκαλύψει τον ένοχο, o οποίος, να το πούμε, ως φυσικό πρόσωπο, δεν έχει καμίαν αξία για την εξέλιξη της ταινίας. 

 

Το επίσημο κράτος και η ανάκριση (στο ρόλο του ανακριτή ο σκηνοθέτης Κώστας Σφήκας) ψάχνουν το δολοφόνο στις φοιτητικές οργανώσεις της Αριστεράς και συλλαμβάνουν γι’ αυτόν τον, εβραϊκής καταγωγής, αναρχικό φοιτητή Ζαδίκ (Κυριάκος Κατζουράκης). 

 

Ο Βαγενάς πιέζεται να στηρίξει την επίσημη θέση, αλλά επειδή εξακολουθεί να ψάχνει την υπόθεση, καλείται στην Ασφάλεια, όπου κρατείται και βασανίζεται. Στην πορεία ο Ζαδίκ δολοφονείται, όπως εκπαραθυρώνεται και μια υπηρέτρια, που θα μπορούσε να δώσει πληροφορίες. Το παρακράτος αυτοπροστατεύεται, κλείνοντας όλες τις «πόρτες» και ο Βαγενάς, ένας σχεδόν καφκικός ήρωας, θα συνεχίσει το ψάξιμο, όντας ηττημένος.

 

Η ταινία έχει τη φόρμα του αστυνομικού θρίλερ. Οι σκηνές στο αεροδρόμιο, στους δρόμους με τ’ αυτοκίνητα, στα ξενοδοχεία και τα μπαρ, όπως και στα πάσης φύσεως γραφεία είναι πολύ ωραία φιλμαρισμένες και παρότι παίζουν ελάχιστοι επαγγελματίες ηθοποιοί (η Ελένη Θεοφίλου είναι η σύζυγος του Βαγενά, ο Δήμος Σταρένιος είναι ο διευθυντής σύνταξης στην εφημερίδα) και πολλοί, πάρα πολλοί σκηνοθέτες, φίλοι προφανώς του Δήμου Θέου (εκτός από τους Τορνέ και Σφήκα, βλέπουμε και τους Θόδωρο Αγγελόπουλο, Τώνια Μαρκετάκη, Γιώργο Κατακουζηνό, Κώστα Φέρρη, Νίκο Νικολαΐδη, Παντελή Βούλγαρη και Σταύρο Κωνστανταράκο), οι ρόλοι είναι άψογα δουλεμένοι. 

 

Θα λέγαμε δε πως η ταινία θα μπορούσε να είχε επηρεάσει ακόμη και το “Z” (1969) του Κώστα Γαβρά, όσον αφορά στη διαχείριση και περαιτέρω στην εξέλιξη της αστυνομικής ίντριγκας. (Πληροφοριακά σημειώνουμε πως το «Κιέριον» γυριζόταν την εποχή που κυκλοφορούσε το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του ’66).

 

Ο Ανέστης Βλάχος, εδώ, σ’ έναν ασυνήθιστο για εκείνον ρόλο, δείχνει ταλέντο αληθινά μεγάλου ηθοποιού, που θα μπορούσε να διαπρέψει οπουδήποτε. 

 

«Ληστεία στην Αθήνα» (1969)

σκηνοθεσία Βαγγέλης Σερντάρης

Ληστεία στην Αθήνα
Ανέστης Βλάχος, Χρήστος Τσάγκας και Γιώργος Καλατζής στην ταινία του Βαγγέλη Σερντάρη «Ληστεία στην Αθήνα» (1969)
 
 

 

Η ταινία «Ληστεία στην Αθήνα» ήταν η καλύτερη «με διαφορά» ταινία του 10ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1969), παρότι είχε αδικηθεί στα βραβεία, αφού καθώς δεν είχε λάβει κανένα επίσημο, με τον σκηνοθέτη Βαγγέλη Σερντάρη να λαμβάνει μόνο το βραβείο σκηνοθεσίας των κριτικών (εξ ημισείας με τον Πέτρο Λύκα για το Κορίτσι του "17"). Διαβάζουμε από το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος:

 

Τρεις νέοι έχουν αποφασίσει να ληστέψουν το χρηματοκιβώτιο του κτηματομεσίτη Θωμά Χρηστίδη (Δήμος Σταρένιος), του οποίου το γραφείο βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας (Ομόνοια). 

 

Ο πρώτος, ο Ντίνος (Ανέστης Βλάχος), είναι υπάλληλος του Χρηστίδη, ο μικρός αδελφός του, ο Σταύρος (Γιώργος Καλατζής), δουλεύει σαν πλασιέ βιβλίων κι ο φίλος τους, ο Μιχάλης (Χρήστος Τσάγκας), είναι οδηγός πειρατικού ταξί. 

 

Η ληστεία πραγματοποιείται και η επιτυχία δημιουργεί ευφορία και ενθουσιασμό. Ακολούθως κάνουν σχέδια, για τη μάντρα αυτοκινήτων που σκοπεύουν να ανοίξουν. Όμως, ο Σταύρος ξοδεύει μερικά από τα κλεμμένα χρήματα με μια πόρνη και συλλαμβάνεται από την αστυνομία, ενώ, μέσα στον πανικό του, πηδάει από το παράθυρο (του αστυνομικού τμήματος) και σκοτώνεται. 

 

Οι συνεργάτες του τώρα βρίσκονται σε κλοιό και επιχειρούν να διαφύγουν αλλά, στην προσπάθειά τους αυτή, ο Μιχάλης σκοτώνει έναν αστυνομικό, προτού συλληφθεί, ενώ ο Ντίνος πέφτει νεκρός από τα πυρά των αστυνομικών.

 

Η ταινία είναι σκληρά κοινωνική, με τους ληστές να μην προέρχονται από τον υπόκοσμο, αλλά από την σε αποδομητικό κλοιό εργατοϋπαλληλική τάξη, μέλη τής οποίας αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο σχεδιάζουν μια κλοπή. Να ξαφρίσουν ένα χρηματοκιβώτιο. Στο τέλος ο ένας από τους τρεις θα φθάσει ακόμη και στο έγκλημα, αλλά, τελικά, τίποτα δεν θα μπορέσει να τους σώσει (οποιαδήποτε άλλη σεναριακή εξέλιξη θα σκόνταφτε, προφανώς, στην λογοκρισία).

 

Η σκηνοθεσία του Σερντάρη είναι πολύ περιεκτική, μαεστρική θα την λέγαμε, με ρεαλιστική αποτύπωση του σκοτεινού χώρου της Ομόνοιας, με την ταινία να παρακολουθείται, καθ’ όλη την διάρκειά της, με κομμένη την ανάσα, και με τους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές να δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες, δωρικές, χωρίς ίχνος φτιασιδώματος και ψεύτικου εντυπωσιασμού.

 

Όχι τυχαία, λοιπόν, η ταινία θα γίνει εξώφυλλο στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (Νοέμβριος 1969), ως η καλύτερη προφανώς του 10ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου, ενώ θα προβληθεί και στη Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά, το 2018, καθώς έχει εκτιμηθεί δεόντως και από την πιο νέα γενιά.

 

Μνεία επίσης και για την τζαζ μουσική του Γιώργου Θεοδοσιάδη.

 

Φυσικά κι εδώ ο Ανέστης Βλάχος δίνει ρέστα, σ’ ένα ρόλο μοναδικής εσωτερικής έντασης. 

 

«Αδιέξοδος» (1970/71)

σκηνοθεσία Όμηρος Ευστρατιάδης

Αδιέξοδος
Ανέστης Βλάχος (δολοφονημένος) και Udo Kier στην ταινία «Αδιέξοδος» (1970/71) του Όμηρου Ευστρατιάδη
 
 

 

Η ταινία αυτή έχει γίνει γνωστή με πολλούς τίτλους, ως «Οι ερωτομανείς», ως “Conflict of emotions” κ.λπ. Βασικά πρόκειται για μια κοινωνική / ερωτική περιπέτεια του Όμηρου Ευστρατιάδη, απ’ αυτές που συνηθίζονταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Βασικός πρωταγωνιστής εδώ ήταν ο γερμανός ηθοποιός Udo Kier. 

 

Στην «Αδιέξοδος», δίπλα στο Kier (που έχει συνεργαστεί ακόμη και με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ στο “Berlin Alexanderplatz” κ.λπ.) εμφανίζονταν διάφοροι έλληνες ηθοποιοί, όπως οι Μπέττυ Αρβανίτη, Ανέστης Βλάχος και Χρήστος Τσάγκας, μα και μερικοί ακόμη «κλασικοί» πρωταγωνιστές του Ευστρατιάδη, όπως ο Λευτέρης Γυφτόπουλος. Το στόρι του Γιάννη Τζιώτη (μόνιμος σεναρίστας, τότε, του Όμηρου Ευστρατιάδη) είχε ως εξής: 

 

Ο Kier υποδύεται έναν κατατρεγμένο νέο, ο οποίος αφού έπιασε τη μάνα του στο κρεβάτι μ’ ένα φίλο του, στην απελπισία του έπεσε από κάτι σκάλες, τραυματίστηκε, νοσηλεύτηκε, και για να μπορέσει ν’ αντέξει τους αφόρητους πόνους συνήθισε στις μορφίνες. 

 

Μορφινομανής, μπλέκει στην κρεαταγορά μ’ ένα βαποράκι (Τσάγκας), ο οποίος τον αφήνει σύξυλο τελικά, αφού ο Kier δεν έχει να πληρώσει για να πάρει τη δόση. Στο κυνηγητό που ακολουθεί ο Τσάγκας καρφώνεται σε κάτι τσιγκέλια(!), ενώ ο Kier εκβιάζεται από τον Γυφτόπουλο και τον Ανέστη Βλάχο, που είναι και τ’ αφεντικά της υπόθεσης. Σκοπός τους να βγει από τη μέση η πλούσια γυναίκα του Γυφτόπουλου (Μπέττυ Αρβανίτη), προκειμένου να βάλουν χέρι στην περιουσία της.

 

Έτσι, βάζουν τον Kier να σκοτώσει την Αρβανίτη, με αντάλλαγμα να του παράσχουν κάλυψη για το φόνο του Τσάγκα, εξασφαλίζοντάς του καμιά δόση. Τον στέλνουν λοιπόν σ’ ένα νησί, εκεί όπου η Αρβανίτη ζει μόνη της ζωγραφίζοντας! 

 

Οι δύο νέοι, ο Kier και η Αρβανίτη εννοούμε, γνωρίζονται, αγαπιούνται, και το σχέδιο πάει στράφι. Ο Ανέστης Βλάχος καταφθάνει στο νησί, για να ξεμπλέξει την κατάσταση, αλλά σε μια θαλασσομαχία με τον Kier, η Αρβανίτη τον σκοτώνει (τον Βλάχο). Οι δύο αγαπημένοι το σκάνε με αυτοκίνητο, αλλά επειδή έχει πέσει σήμα από την Αστυνομία κάπου τους τσακώνουν, συλλαμβάνουν τον Kier και το... αδιέξοδο λύνεται.

 

Ένας τυπικός ρόλος για τον σπουδαίο Ανέστη Βλάχο, ενταγμένος στο πλαίσιο της εποχής.