Οι «ξένοι» στα Όσκαρ

Oscar stories: Οι «ξένοι» στα Όσκαρ Facebook Twitter
Οι 13 υποψηφιότητες της Εμίλια Πέρεζ αποτελούν ρεκόρ μη αγγλόφωνης ταινίας στα Όσκαρ.
0

Οι 13 υποψηφιότητες της Εμίλια Πέρεζ αποτελούν ρεκόρ μη αγγλόφωνης ταινίας στα Όσκαρ, που συνήθως μιλούν αγγλικά, και, ιστορικά, προέρχονται από αμερικανικές εταιρείες παραγωγής. Η εντονότερη παρουσία ξένων στα Όσκαρ οφείλεται σαφώς στην προσθήκη ενεργών μελών εκτός ΗΠΑ μετά την κατακραυγή του #oscarssowhite. Ωστόσο, το φλερτ των βραβείων ξεκίνησε δειλά πριν από δεκαετίες και υπήρξαν περίοδοι που σημαντικοί κλάδοι, όπως οι ανοιχτόμυαλοι σεναριογράφοι, έβλεπαν εκτός συνόρων και συχνά επισήμαιναν αριστουργήματα, βραβεύοντάς τα, έστω και σπάνια. 

Χρειάστηκε ένα βαρύ επώνυμο, της δοξασμένης οικογένειας των Ρενουάρ, για να αλώσει το κατεστημένο των εντελώς χολιγουντιανών Όσκαρ της πρώτης δεκαετίας της διεξαγωγής τους − άλλωστε, τα studio δημιούργησαν τον θεσμό και περίπου μεταξύ τους μοιράζονταν τα σημαντικά έπαθλα, με ελάχιστες εξαιρέσεις από μικρότερες εταιρείες. Η Μεγάλη Χίμαιρα επαινέθηκε ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου από τα αμερικανικά έντυπα υψηλού προφίλ.

«Ένα από τα καλύτερα φιλμ ανεξαρτήτως γλώσσας, που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν», έγραφαν οι «New York Times», ενώ το «Life» προειδοποίησε πως «το πολεμικό δράμα βάζει τα γυαλιά στο Χόλιγουντ». Το προπολεμικό αριστούργημα του Ζαν Ρενουάρ με τον Ζαν Γκαμπέν και τον Έριχ φον Στροχάιμ έγινε η πρώτη μη αγγλόφωνη ταινία που πήρε μια θέση στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας αλλά, παρά τις σφριγηλές της εισπράξεις στα ταμεία, δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τη δημοφιλία του Δεν θα τα πάρεις μαζί σου του Φρανκ Κάπρα, που τελικά επικράτησε στην απονομή του 1939.

Με εξαίρεση τις σποραδικές παρουσίες αγγλοαμερικανικών συμπαραγωγών, ή περισσότερο βρετανικών, όπως ο Άμλετ του Λόρενς Ολίβιε δέκα χρόνια μετά, η επόμενη ταινία που κατόρθωσε να πλασαριστεί στις τότε πέντε υποψήφιες για το κορυφαίο βραβείο ήταν το Ζ του δικού μας Κώστα Γαβρά, 31 χρόνια αργότερα.

Δεν γίνεται να ξεχάσουμε τον πρώτο άνδρα σε πρώτο ρόλο, αφού ο Ρομπέρτο Μπενίνι ανέβηκε στις καρέκλες και γράπωσε όποιον βρήκε στον δρόμο του προς τη σκηνή, θριαμβεύοντας για το Η ζωή είναι ωραία και παραλαμβάνοντας το βραβείο από την αλαλάζουσα συμπατριώτισσά του Λόρεν. 

Είχε ήδη δημιουργηθεί η κατηγορία της ξενόγλωσσης ταινίας, και το world cinema είχε μια σχετική ορατότητα, αλλά το πολιτικό θρίλερ αλγερινής παραγωγής ελληνικότατου θέματος, στη γαλλική γλώσσα, χτύπησε μια ευαίσθητη χορδή του προοδευτικότερου Χόλιγουντ, στην καρδιά του αναβρασμού γύρω από την εμπλοκή της χώρας στο Βιετνάμ. Αν δεν ήταν ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου, το Ζ θα μπορούσε να είχε πετύχει το ακατόρθωτο, αντί να φύγει μόνο με το ξενόγλωσσο Όσκαρ στις 7 Απριλίου του 1970.

Oscar stories: Οι «ξένοι» στα Όσκαρ Facebook Twitter
Tο Ζ θα μπορούσε να είχε πετύχει το ακατόρθωτο, αντί να φύγει μόνο με το ξενόγλωσσο Όσκαρ στις 7 Απριλίου του 1970, αν δεν ήταν ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου.

Ούτως ή άλλως, έδωσε μια καλή αφορμή να σπάσει το αγγλόφωνο απόρθητο. Μετά τη Μεγάλη Χίμαιρα και το Ζ, οι υπόλοιπες 17 μη αγγλόφωνες ταινίες που έχουν προταθεί για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας είναι οι εξής: οι Μετανάστες του Γιαν Τροέλ το 1972∙ το Κραυγές και Ψίθυροι του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν την αμέσως επόμενη χρονιά∙ ο Ταχυδρόμος του Μάσιμο Τροΐζι το 1995 και η Ζωή είναι ωραία του Ρομπέρτο Μπενίνι  το 1998, αμφότερα με την πολύτιμη προώθηση του διανομέα τους, Χάρβεϊ Γουάινσταϊν∙ ο Τίγρης και Δράκος του Ανγκ Λι το 2000∙ τα Γράμματα της Ίβο Τζίμα του 2006, μια αμερικανική παραγωγή σε σκηνοθεσία Κλιντ Ίστγουντ, αν και στην ιαπωνική γλώσσα∙ το Amour του Χάνεκε το 2012∙ το Ρόμα του Κουαρόν το 2018∙ τα Παράσιτα του 2019 από τον Μπονγκ Τζουν Χο∙ το Μινάρι, παρόμοια περίπτωση παραγωγής και γλώσσας με την Ίβο Τζίμα, το 2020∙ το Drive my car το 2021∙ το γερμανικό Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο πρόπερσι∙ το ρεκόρ των τριών ξενόγλωσσων ταινιών πέρυσι, με την ταυτόχρονη, αν και ατελέσφορη παρουσία των Περασμένες Ζωές, Ζώνη Ενδιαφέροντος και Ανατομία μιας Πτώσης∙ τέλος, η Εμίλια Πέρεζ και η πρώτη βραζιλιάνικη παραγωγή, το Είμαι ακόμη εδώ του Βάλτερ Σάλες, στη φετινή τελετή.

Τα Παράσιτα παραμένουν η μοναδική από τις 17 ταινίες που κέρδισε. Και το The Artist, θα ρωτήσει εύλογα κάποιος, που σκηνοθετήθηκε, φωτογραφήθηκε, μονταρίστηκε, γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από Γάλλους, και έχει ως πρωταγωνιστές τον Ζαν Ντιζαρντέν και την Μπερενίς Μπεζό; Πρόκειται για ιδιάζουσα περίπτωση βωβής ταινίας, άρα όχι σε κάποια συγκεκριμένη γλώσσα συνολικά, αλλά με αγγλικά στους λιγοστούς διαλόγους που ακούγονται. Κυρίως, όμως, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε αμερικανικό έδαφος και διαθέτει αγγλικούς μεσότιτλους, στην προσπάθειά της να ακολουθήσει το πνεύμα ενός μελοδράματος της αλλοτινής εποχής των σκαπανέων του σινεμά. Συνεπώς, ο Μπονγκ Τζουν Χο είναι ο ένας και μοναδικός, εκτός αν ο Ζακ Οντιάρ μοιραστεί την ακριβοθώρητη θέση του νικητή.

Πριν από το Ζ και τον Γαβρά, στην πεντάδα και της Σκηνοθεσίας, εκτός από εκείνη της Καλύτερης Ταινίας και του Σεναρίου, τα ’60s δεν άφησαν ασυγκίνητη τη νεότερη γενιά των Αμερικανών κινηματογραφιστών, που παρακολουθούσαν το ευρωπαϊκό και το ασιατικό σινεμά και, όπως αποδείχθηκε στην επόμενη δεκαετία, βάδισαν στα ανατρεπτικά του χνάρια. Δεν τόλμησαν βέβαια να προτείνουν τον Γκοντάρ και τις ταινίες του σε κάποια κατηγορία (τον βράβευσαν πολύ καιρό αργότερα, για το σύνολο του έργου του), αλλά έκαναν την αρχή με τον Πιέτρο Τζέρμι, και το εξαιρετικά δημοφιλές Διαζύγιο αλά ιταλικά, το 1962.

 Oscar stories: Οι «ξένοι» στα Όσκαρ Facebook Twitter
Divorzio all' Italiana (1962)

Ακολούθησε ένα σερί της αφρόκρεμας του ιταλικού κινηματογράφου: ο Μικελάντζελο Αντονιόνι για το Blow Up, ο Τζίλο Ποντεκόρβο για τη Μάχη του Αλγερίου, ο Φράνκο Τζεφιρέλι, αν και για το αγγλόφωνο Ρωμαίος και Ιουλιέττα, και βέβαια ο βασιλιάς όλων, ο Φεντερίκο Φελίνι, με τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ σκηνοθεσίας, για το 81/2, το Σατυρικόν και το Αmarcord − έχει πάντα το ρεκόρ στις ξενόγλωσσες ταινίες, με 4 νίκες, πιστωμένες στη χώρα αντί για τον δημιουργό τους. Πριν από τις «κολλητές» δύο υποψηφιότητες των μεγάλων Σουηδών, του Γιαν Τροέλ το 1972 και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν το 1973 (θα είχε κι άλλη μια, για το Φάνι και Αλέξανδρος), είχε προηγηθεί, εκτός από τον Κλοντ Λελούς για το Ένας άνδρας, μια γυναίκα (Όσκαρ Σεναρίου), η εντυπωσιακή παρουσία του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα το 1966, για το κομψοτέχνημα, και πρωτοποριακό έργο από όλες τις απόψεις, Γυναίκα στους αμμόλοφους.

Είναι σίγουρο πως το Χόλιγουντ δεν είχε την αίσθηση πως απέκλειε το ξενόφερτο ταλέντο, έχοντας αφομοιώσει από πολύ νωρίς σπουδαίους καλλιτέχνες σε όλους τους τομείς, κυρίως τους σκηνοθέτες γερμανικής και αυστροουγγρικής καταγωγής, όπως ο Ερνστ Λιούμπιτς, ο Μπίλι Γουάιλντερ, ο Γουίλιαμ Γουάιλερ, ο Γουίλιαμ Ντίτερλε, ο Φριτς Λανγκ, εν μέρει ο Μουρνάου και ο Τζόζεφ φον Στέρνμπεργκ, και ο Φρεντ Τζίνεμαν, οι οποίοι βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στο Λος Άντζελες και έδωσαν τα studio στα οποία εργάζονταν το φίλτρο της πιο σοφιστικέ και προηγμένης κινηματογραφικής γλώσσας, αποσπώντας σχεδόν όλοι υποψηφιότητες στην κατηγορία της σκηνοθεσίας για τα επιτεύγματά τους.

Είναι όμως εντελώς διαφορετικό να επισημαίνονται ταινίες που το Χόλιγουντ αγκάλιασε χωρίς την παραμικρή ανάμειξη στην παραγωγή τους, και να βραβεύονται σκηνοθέτες για ξένες ταινίες, όπως ο Ανγκ Λι και ο Αλφόνσο Κουαρόν πριν από τον Μπονγκ Τζουν Χο, από το να προσλαμβάνει τα καλύτερα μυαλά για να του σουλουπώσει τα προϊόντα που είχε υπόψη του να φτιάξει για καθαρή εμπορική εκμετάλλευση, αφαιρώντας κάθε έννοια του final cut από τον δημιουργό.

Από την άλλη, οι σεναριογράφοι είχαν από νωρίτερα διαχωρίσει τη θέση τους από τον mainstream σωρό. Το 1945 πρότειναν τον Ελβετό Ρίχαρντ Σβάιτσερ για το Marie Louise, μια γαλλογερμανική αντιπολεμική παραγωγή του Λέοπολντ Λίντμπεργκ, που τελικά κέρδισε για το πρωτότυπο σκριπτ της, κατηγορία στην οποία είχαν πλασαριστεί πλειστάκις ο Φελίνι (6 φορές συνολικά, δεύτερος μόνο μετά τον Γούντι Άλεν) και οι συνοδοιπόροι του στο ρεύμα του νεορεαλισμού, ο Ζακ Πρεβέρ για τα Παιδιά του Παραδείσου, ώσπου να το κερδίσει ο Γάλλος Αλμπέρ Λαμορίς το 1956 για το Κόκκινο Μπαλόνι, τη μοναδική μικρού μήκους που έχει κερδίσει οποιοδήποτε Όσκαρ εκτός από… Μικρού Μήκους, και ο Ιταλός Πιέτρο Τζέρμι το 1962, πάντα για το Διαζύγιό του.

Oscar stories: Οι «ξένοι» στα Όσκαρ Facebook Twitter
I'm Still Here (2024)

Μυθικά ονόματα του παγκόσμιου σινεμά, από τον Βισκόντι, τον Τριφό, τον Μπέργκμαν, τον Λουί Μαλ και τον Πέδρο Αλμοδόβαρ, που το κέρδισε για το Μίλα της, ως τον Αλέν Ρομπ Γκριγιέ, τη Μαργκερίτ Ντιράς, τον Ερίκ Ρομέρ, τον Ζαν Γκρουό και τον Γκριγκόρι Τσουχράι, αφήνουν το αποτύπωμα μιας ομάδας διανοούμενων που διέκρινε τις τάσεις, χωρίς φυσικά να προδίδει το πρωτίστως αμερικανικό DNA των Όσκαρ − σε αναλογία, όπως αντέγραψε τη νοοτροπία αυτή το NBA στον αθλητισμό.

Σε ό,τι αφορά την επιφανέστερη ομάδα, αυτή των ηθοποιών, ο ανεπίσημα πρώτος μη Αμερικανός (εκτός Βρετανών, που κατέχουν περίοπτη θέση στα βραβεία ως μακρινοί και αξιοθαύμαστοι συγγενείς) είναι ο Γιουλ Μπρίνερ, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Ρωσία, με μογγολικές ρίζες, και κέρδισε το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου για το Ο βασιλιάς κι εγώ του 1956. Ωστόσο θεωρείται Αμερικανός, συνεπώς η πρωτιά πηγαίνει στη Γιαπωνέζα Μιγιόσι Ουμέκι, για το Σαγιονάρα, την αμέσως επόμενη χρονιά.

Η πρώτη ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ για μη αγγλόφωνο ρόλο, και μάλιστα σε ξένη ταινία, που παίχτηκε και ντουμπλαρισμένη για εμπορικούς σκοπούς, είναι η βέρα Ιταλίδα Σοφία Λόρεν, για την Ατιμασμένη του Βιτόριο ντε Σίκα από το 1960. Η Μαριόν Κοτιγιάρ επανέλαβε το δύσκολο κατόρθωμα για τη γαλλόφωνη Πιαφ της στη Ζωή σαν τριαντάφυλλο (η Σιμόν Σινιορέ κέρδισε Όσκαρ επίσης πρώτου ρόλου, μιλώντας όμως αγγλικά στη βρετανική παραγωγή Ανεμοστρόβιλος των παθών) και η Φερνάντα Τόρες μπορεί φέτος να κάνει την έκπληξη με το Είμαι ακόμη εδώ, στα πορτογαλικά, σε βραζιλιάνικη παραγωγή. 

Δεν γίνεται να ξεχάσουμε τον πρώτο άνδρα σε πρώτο ρόλο, αφού ο Ρομπέρτο Μπενίνι ανέβηκε στις καρέκλες και γράπωσε όποιον βρήκε στον δρόμο του προς τη σκηνή, θριαμβεύοντας για το Η ζωή είναι ωραία και παραλαμβάνοντας το βραβείο από την αλαλάζουσα συμπατριώτισσά του Λόρεν. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως η Κορεάτισσα Γιου Τζουν Ουν που κέρδισε το 2021 για το Μινάρι, αλλά οι παρουσίες πληθαίνουν.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

EMILIA PEREZ

Ανταπόκριση / Emilia Perez: Ένα εξωφρενικό μιούζικαλ για μια Μεξικανή τρανς γκάνγκστερ που βρίσκει λόγο ύπαρξης

Το σκληρό παραμύθι του Ζακ Οντιάρ στοιβάζει σε μια πλοκή εφάμιλλη τελενοβέλας έναν τόνο στοιχεία και καταφέρνει να κρατά συνεχώς το ενδιαφέρον.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έχει, τελικά, σημασία η ιστορική ακρίβεια στην ταινία «Καποδίστριας»;

Pulp Fiction / Καποδίστριας: Έχει σημασία η ιστορική ακρίβεια της ταινίας;

Η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Καποδίστρια γέμισε τις αίθουσες, δίχασε το κοινό και άναψε τη συζήτηση στα social media. Είναι όμως το σινεμά πεδίο εθνικής εξύψωσης ή χώρος κριτικής σκέψης; Ο ιστορικός και συγγραφέας Τάσος Σακελλαρόπουλος μιλά για την ταινία, τον μύθο και την αναγκαιότητα της ιστορικής ακρίβειας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Béla Tarr (1955-2026): «Κάνω ταινίες μ’ επίκεντρο τους ανθρώπους»

Απώλειες / Béla Tarr (1955-2026): «Κάνω ταινίες μ’ επίκεντρο τους ανθρώπους»

O ιδιόμορφος, μοναδικός, αισιόδοξος σε πείσμα του ζόφου που περιγράφει, σημαίνων Ούγγρος δημιουργός ταινιών όπως οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ και το Άλογο του Τορίνο έφυγε χθες από τη ζωή. Αναδημοσιεύουμε μια παλαιότερη συνέντευξή του.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Οι 10 τεράστιες ταινίες που περιμένουμε μέσα στο 2026

Οθόνες / Οι 10 ταινίες που θα σπάσουν τα ταμεία το 2026

Από την επιστροφή του Στίβεν Σπίλμπεργκ στην επιστημονική φαντασία και την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, μέχρι το φινάλε του «Dune», αυτές είναι οι δέκα ταινίες που θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον μας τη νέα χρονιά.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
10 ταινίες του 2025 που αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία

Οθόνες / 10 ταινίες του 2025 που αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία

Από την ξεσηκωτική μουσική βιογραφία του Ρόμπι Γουίλιαμς στο εκλεκτό σινεμά του Μιγκέλ Γκόμες κι από μια πολύ προσωπική δουλειά του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ σε ένα animation που δεν αφήνει μάτι στεγνό, αυτές είναι οι ταινίες που άξιζαν να βρουν μεγαλύτερο κοινό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Brigitte Bardot (1934-2025): Και ο Θεός έπλασε την πιο σέξι ηθοποιό ever

Απώλειες / Brigitte Bardot (1934-2025): Και ο Θεός έπλασε την πιο σέξι ηθοποιό ever

Η θρυλική Γαλλίδα ηθοποιός σόκαρε χωρίς ποτέ να το μετανιώσει, ερωτεύτηκε με όλο της το είναι, έκανε ασταμάτητα ταινίες, αλλά σταμάτησε πρόωρα, στα 39. Την κέρδισε ο φιλοζωικός ακτιβισμός, δραστηριότητα που κράτησε ως το τέλος. Μέχρι το τέλος έμειναν μαζί της και οι ακροδεξιές και ομοφοβικές της απόψεις.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Οι 10 + 1 καλύτερες ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου

Η λίστα / Οι 10 + 1 καλύτερες ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου

Ζητήσαμε από τέσσερις επαγγελματίες του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης αλλά και από έναν ακαδημαϊκό να ψηφίσουν τις καλύτερες ταινίες της εποχής της ελληνικής αθωότητας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα δούμε στα σινεμά μέσα στις γιορτές

Οθόνες / 10 ταινίες που παίζουν τις γιορτές και αξίζουν το εισιτήριο του σινεμά

Ένας οδηγός με έξι νέες κυκλοφορίες και τέσσερις που συνεχίζουν να παίζονται με επιτυχία στις αίθουσες, ώστε να προγραμματίσετε τις χριστουγεννιάτικες κινηματογραφικές σας εξόδους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Γιάννης Οικονομίδης: «Κάνω ταινίες “λαϊκές” κι ας χαρακτηρίζονται σκληρές κι ακραίες»

Οθόνες / Γιάννης Οικονομίδης: «Με τη "Σπασμένη Φλέβα" πήρα ρεβάνς από κάποιους που με πολεμάνε λυσσαλέα»

Με πρόσφατη την επιτυχία της νέας του ταινίας ο σκηνοθέτης μάς μίλησε για όσα ήθελε να πει μέσα από αυτήν, για τη φιλμογραφία του γενικότερα αλλά και για τον τρόπο που βλέπει το σύγχρονο ελληνικό σινεμά.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Φωτιά και σταχτη; Στάχτη και μπούρμπερη; Avatar, θα σε δούμε

Οθόνες / Φωτιά και στάχτη; Στάχτη και μπούρμπερη; Avatar, θα σε δούμε

Είναι ένα από τα ελάχιστα blockbusters που μας έχουν απομείνει και αξίζει τον κόπο. Μαζί με το Avatar έχουμε άλλες τρεις ταινίες που αξίζουν την έξοδο στο σινεμά της πόλης!
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ | ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Είναι το «Singapore Sling» η πιο παρεξηγημένη ταινία του ελληνικού σινεμά;

Βιβλίο / Είναι το «Singapore Sling» η πιο παρεξηγημένη ταινία του ελληνικού σινεμά;

Μια συζήτηση με τη Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου για την ταινία που αδικήθηκε στην εποχή της, αλλά σήμερα προκαλεί εκ νέου το ενδιαφέρον, και για την «επιστροφή» της μέσα από ένα βιβλίο.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Γιάννης Σολδάτος: «Ο μεγαλύτερος εχθρός μου είναι ο μικροαστισμός» ή «Το σινεμά ως μαζικό λαϊκό θέαμα έχει σχεδόν τελειώσει»

Βιβλίο / Γιάννης Σολδάτος: «Το σινεμά ως μαζικό λαϊκό θέαμα έχει σχεδόν τελειώσει»

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη, εκδότη και συγγραφέα της συνοπτικής «Ιστορίας του Ελληνικού Κινηματογράφου» που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε εμπλουτισμένη και σε ενιαία μορφή από τις εκδόσεις Αιγόκερως.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ