Είχαμε ελληνική νουβέλ βαγκ και δεν το ξέραμε;

Είχαμε ελληνική νουβέλ βαγκ και δεν το ξέραμε; Facebook Twitter
Σκηνή από την πρώτη ταινία του Αλέξη Δαμιανού, «Μέχρι το πλοίο» (1966).
0

Ο πρώτος σπόρος αμφιβολίας μπήκε με το «Μέχρι το πλοίο» του 1966, την πρώτη ταινία του Αλέξη Δαμιανού. Αρχές της δεκαετίας του 2000, ένα αρχαίο dvd θα πέσει στα χέρια μου. Ποιος άγνωστος Αλέξης Δαμιανός ήταν αυτός; Τι μοντέρνα φωτογραφία ήταν αυτή; Πότε είχαμε ξαναδεί έτσι την ερημοποίηση της ελληνικής επαρχίας; Πού κρυβόταν αυτή η αρχαϊκή, ανάερη και χωμάτινη Ελλάδα;

Αλλά το οριστικό χτύπημα στην ψευδαίσθηση που είχα για το ελληνικό σινεμά των ’60s ήρθε με τον «Φόβο» του Κώστα Μανουσάκη, επίσης του 1966, ενός σπουδαίου, αλλά για χρόνια παραμελημένου σκηνοθέτη, με μόλις τρεις ταινίες στο ενεργητικό του. Την περίοδο της πανδημίας προβλήθηκε σε κάποιο αφιέρωμα στο κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση στο YouTube. Χιλιάδες άνθρωποι είδαμε για πρώτη φορά, αποσβολωμένοι, το αριστουργηματικό ψυχολογικό θρίλερ αλλά και ηθογραφικό δράμα του Μανουσάκη που δεν υπάρχει όμοιό του στην ελληνική φιλμογραφία.

Πού ήταν κρυμμένος αυτός ο παντελώς άγνωστος σκηνοθέτης; 

Πώς μας έπεισαν ότι η κινηματογραφική μας γλώσσα σε επίπεδο πρόσληψης και κατανόησης στοιχειωδώς μπουσουλούσε, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες έκαναν το διδακτορικό τους στον μεταμοντερνισμό;

Το 1966, έναν χρόνο πριν από τη δικτατορία, την εποχή της κυριαρχίας της Φίνος Φιλμς και του εμπορικού κινηματογράφου, τη χρονιά που την πρώτη θέση ανάμεσα στις 117 ταινίες της σεζόν κατακτούσε το «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» του Αλέκου Σακελλάριου, γυρίστηκε αυτό το ανεπανάληπτο αριστούργημα για το οποίο ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος έχει γράψει: «Ένα φιλμ εθνικό γιατί κοιτάζει κατάματα τις αρρώστιες και τα προβλήματα της φυλής μας από μέσα και όχι απέξω, με γραφικότητα». Κι αυτό το φιλμ έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό μόλις τα τελευταία χρόνια.

Η δική μου γενιά, δηλαδή όσοι ήμασταν παιδιά στα ’80s και έφηβοι στα '90s, στο μεταίχμιο αναλογικής και ψηφιακής εποχής, ομολογουμένως υπήρξε η πιο άτυχη.

Η χαμένη άνοιξη του ελληνικού σινεμά Facebook Twitter
Σκηνή από την ταινία «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη.

Δυστυχώς, δεν πήραμε μυρωδιά από την έντονη πολιτικοποίηση των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων ώστε να εντρυφούμε σε αφιερώματα στον Ταρκόφσκι και στους αδελφούς Ταβιάνι και οι παγκόσμιες μηχανές αναζήτησης ήρθαν σχετικά αργά για μας. Στις πιο ευεπίφορες σε ερεθίσματα ηλικίες, όπου μπαίνουν τα θεμέλια των περισσότερων αναφορών, εμείς ζήσαμε την παγκόσμια κρίση του σινεμά, την παρακμή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, την επέλαση του βίντεο και του dvd, την άνθηση των βιντεοκλάμπ, την ευτέλεια των άθλιων βιντεοταινιών και την παντοδυναμία των πρώτων χρόνων της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Η οποία τηλεόραση, με την κατ’ επανάληψη, σε σημείο πλύσης εγκεφάλου, προβολή των πιο εμπορικών ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ως μια εύκολη και φτηνή λύση για σίγουρη τηλεθέαση και κάλυψη των κενών, έμοιαζε να έχει επιφορτιστεί από τον Μεγάλο Αδελφό με το καθήκον της διαστρέβλωσης του παρελθόντος. 

Αφήνοντας πίσω την εφηβεία, ομολογώ πως πίστευα αφελώς –όπως και πολλοί άλλοι μου παραδέχτηκαν αργότερα– πως ο «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» (που στη συνέχεια θα περνούσε περίοδο μεγάλης αμφισβήτησης και δυσφήμισης) ήταν τα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, οι κωμωδίες του Σακελλάριου και του Γιώργου Τζαβέλλα, τα μελό με τον Νίκο Ξανθόπουλο, ενώ κάποιες λίγες εξαιρέσεις, όπως η «Συνοικία το όνειρο», οι ταινίες του Μιχάλη Κακογιάννη, του Νίκου Κούνδουρου και του Βασίλη Γεωργιάδη, ήταν το απαύγασμα της κινηματογραφικής παραγωγής της εποχής.

Και ξαφνικά, μέσα στην τελευταία δεκαετία αυτή η εντύπωση ανατράπηκε πλήρως γιατί αναδύθηκε από τα βάθη του χρόνου μια πλειάδα εντελώς λησμονημένων, λιγότερο γνωστών ή απλώς παραμελημένων ταινιών των '60s· ταινίες που άνοιξαν τον δρόμο για τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο και που οι φανατικοί σινεφίλ ή οι μελετητές της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου μπορεί να γνώριζαν, αλλά το πλατύ κοινό αγνοούσε.

Η χαμένη άνοιξη του ελληνικού σινεμά Facebook Twitter
Ο Γιώργος Διαλεγμένος στην ταινία οι «Βοσκοί» (1967) του Νίκου Παπατάκη.

Εκτός από το «Μέχρι το πλοίο» και τον «Φόβο», ενδεικτικά αναφέρω μερικές ακόμα από τις πιο αξιόλογες: «Βοσκοί» (1967) του Νίκου Παπατάκη, «Πρόσωπο με πρόσωπο» (1966) του Ροβήρου Μανθούλη, «Ληστεία στην Αθήνα» (1969) του Βαγγέλη Σερντάρη, «Κιέριον» (1968) του Δήμου Θέου, «Εκδρομή» (1966) του Τάκη Κανελλόπουλου. Και οι μικρού μήκους «Ελιές» (1965) του Δημήτρη Κολλάτου, ο «Γιάννης και ο δρόμος» της Τώνιας Μαρκετάκη (1967) και το «Χωρίς απόκριση» (1967) του Ερμή Βελλόπουλου. 

Είχαμε ελληνική νουβέλ βαγκ και δεν το ξέραμε; Πόσοι, άραγε, έχουν δει την Αθήνα με τον τρόπο που την παρουσίασε στο γκονταρικού ύφους «Πρόσωπο με πρόσωπο» ο Ροβήρος Μανθούλης; Οι ίδιοι δρόμοι, οι ίδιες νεοανεγειρόμενες πολυκατοικίες που τότε άρχιζαν να υψώνονται στο κέντρο της Αθήνας, καταβροχθίζοντας τα χαμόσπιτα, αλλά άλλοι άνθρωποι, αλλότριοι και αποξενωμένοι. 

Η χαμένη άνοιξη του ελληνικού σινεμά Facebook Twitter
Η Λίλυ Παπαγιάννη και ο Άγγελος Αντωνόπουλος στην «Εκδρομή» (1966) του Τάκη Κανελλόπουλου.

Πόσοι γνώριζαν, επίσης, πως την εποχή που οι σεξιστικές και μισογύνικες ατάκες έδιναν κι έπαιρναν στη μεγάλη οθόνη, Έλληνας σκηνοθέτης –ο Δημήτρης Κολλάτος– γύριζε ταινία –τις «Ελιές»– που καταδίκαζε την κρητική ματσίλα και τα ιερά και όσια της πατριαρχίας; 

Ή πως γυριζόταν ένα μεταφυσικό ψυχολογικό θρίλερ όπως το «Χωρίς απόκριση»;

Τελευταία προσθήκη σε αυτή την κινηματογραφική Ατλαντίδα, αν και αφορά την επόμενη δεκαετία, το διαμάντι της Φρίντας Λιάππα, το ψηφιακά αποκατεστημένο μεσαίου μήκους «Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις» (1977) που προβλήθηκε από την Ταινιοθήκη τον προηγούμενο μήνα και ασμένως υποδέχτηκε το κοινό.

Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις

Καθοριστική συμβολή στην ανακάλυψη και επανεκτίμηση τόσων κινηματογραφικών θησαυρών από το παρελθόν έπαιξε «Η χαμένη λεωφόρος του ελληνικού σινεμά», το αφιέρωμα σε παραγνωρισμένες και άγνωστες ταινίες των δεκαετιών ’60-’80 που ξεκίνησε τη σεζόν 2016-2017 στον κινηματογράφο Άστορ, σε ειδικά αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες και σε 35 mm. Επρόκειτο για μια πρωτοβουλία της Ένωσης Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ) και για επιλογές από τους σκηνοθέτες Αλέξη Αλεξίου, Γιάννη Βεσλεμέ, Ελίνα Ψύκου και την ιστορικό κινηματογράφου Αφροδίτη Νικολαΐδου.

Χρωστάμε πάρα πολλά σε αυτήν τη δράση που ίσως δεν εισέπραξε τα εύσημα που της αναλογούσαν. Χάραξε μια άλλη κατεύθυνση για μια νέα αντιμετώπιση του ελληνικού σινεμά συνολικά, αποκατέστησε πολλές αδικίες και έδωσε έμπνευση και για άλλα παρόμοια αφιερώματα. 

Την εποχή που η Γαλλία γνώριζε την οργασμική επανάσταση της νουβέλ βαγκ, η Ιταλία ζούσε στους ρυθμούς του Φελίνι και ακολουθούσε τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Αντονιόνι, εμείς είχαμε κατά κύριο λόγο να επιδείξουμε τα μελοδράματα της Κλακ Φιλμ και τη Βουγιουκλάκη στο πιο «Λαμπρό Αστέρι»; Χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας, ο εμπορικός κινηματογράφος, έστω και με τις πιο πρόχειρες παραγωγές του, ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητος σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που ακόμα έγλειφε τις πληγές της από τον Εμφύλιο κι έψαχνε με δίψα την ελπίδα στο σελιλόιντ.

Η χαμένη άνοιξη του ελληνικού σινεμά Facebook Twitter
Κώστας Μεσάρης, Ελένη Σταυροπούλου στο «Πρόσωπο με Πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη.

Αλλά γιατί, άραγε, για δεκαετίες είχαμε πειστεί πως υπάρχει μόνο αυτός; Πώς μας έπεισαν ότι η κινηματογραφική μας γλώσσα σε επίπεδο πρόσληψης και κατανόησης στοιχειωδώς μπουσουλούσε, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες έκαναν το διδακτορικό τους στον μεταμοντερνισμό;

Η πιο προφανής αιτία γι’ αυτό το χάσμα υπήρξε η επταετής χούντα των συνταγματαρχών που ανέκοψε τη φόρα στην πολιτισμική δραστηριότητα τουλάχιστον στις πιο πρωτοποριακές εκφάνσεις της, επέβαλε τον πέλεκυ της λογοκρισίας και είχε ως αποτέλεσμα την αυτοεξορία αρκετών καλλιτεχνών και τις διώξεις άλλων. 

Ωστόσο, αυτό δεν επαρκεί ως εξήγηση για τη λήθη που επιφύλαξε ο χρόνος σε τόσα αριστουργήματα. Όπως δεν επαρκούν ως αιτίες και η μη εμπορικότητά τους ή η μικρότερη διανομή που θα είχαν στην εποχή τους, σκοπιμότητες του συστήματος ή καθαρά τεχνικοί λόγοι – αρκετές δεν παιζόντουσαν συχνά λόγω format ή έχρηζαν αποκατάστασης.

Διόλου άσχετη με όσα αναφέρουμε εδώ είναι η απάντηση που έδωσε η ίδια η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη σε συνέντευξή της το 2020 σε ερώτηση δημοσιογράφου για το ποιες είναι οι αγαπημένες της ταινίες: «Μ’ αρέσει ο ελληνικός κινηματογράφος: “Τζένη Τζένη”, “Μια τρελή-τρελή σαραντάρα”, “Δεσποινίς ετών 39”, “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”, “Η κόρη μου η σοσιαλίστρια” και άλλες πολλές. Ο καλός παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι ο αγαπημένος μου». Μία απάντηση που είχε συζητηθεί τότε αρκετά και ποικιλοτρόπως.

Όταν η ίδια η υπουργός Πολιτισμού, άρα η εκπρόσωπος της πολιτείας η επιφορτισμένη με το χρέος της διαφύλαξης και της ανάδειξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, ως παλιό ελληνικό κινηματογράφο δεν αναγνωρίζει παρά μόνο τις πασίγνωστες χιλιοπαιγμένες επαναλήψεις της τηλεόρασης, θα ήταν μάλλον υπερβολική η απαίτηση να μην αγνοούμε όλοι οι υπόλοιποι ένα μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής μας παραγωγής.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Προς τα πού πάει το σύγχρονο ελληνικό σινεμά;

Pulp Fiction / Πού βαδίζει το σύγχρονο ελληνικό σινεμά;

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μιλά με την κριτικό κινηματογράφου Λήδα Γαλανού για το ελληνικό σινεμά. Ποια είναι η θέση του στην καρδιά του ελληνικού κοινού; Ποια είναι η πορεία του, ο σκοπός του και το μέλλον του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ
Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

The Review / Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

Η Βένα Γεωργακοπούλου και η Κατερίνα Οικονομάκου συζητούν για δύο ταινίες με τον Πούτιν στο επίκεντρο: συμφωνούν για την πρώτη, διαφωνούν για τη δεύτερη. Το μόνο βέβαιο; Η Ρωσία παραμένει μια τεράστια φυλακή που θα συνεχίσει να δίνει έμπνευση για περισσότερες ιστορίες.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Οθόνες / Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Στην «Gorgonà» της Εύης Καλογηροπούλου δύο γυναίκες επαναστατούν και αγωνίζονται για την ελευθερία και την ταυτότητά τους, μετατρέποντας εαυτόν σε σύμβολα αντίστασης και μεταμόρφωσης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Οθόνες / Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Ο Ερρίκος Λίτσης πρωταγωνιστεί στην «Τελευταία κλήση», ένα αστυνομικό θρίλερ βασισμένο στην υπόθεση του Σορίν Ματέι, τη συγκλονιστική ιστορία ομηρίας με τραγική κατάληξη. Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για την ταινία αλλά και τους καιρούς που ζούμε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ