Γρανίτα από εθνοκάθαρση

Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Αραβικές οικογένειες εγκαταλείπουν τη Γιάφα, 1948.
0

Η παραθαλάσσια πόλη της Γιάφα (Jaffa), στα αραβικά Ιάφα (Yafa), ήταν κάποτε ένα από τα πιο σημαντικά πολιτισμικά και οικονομικά κέντρα της Παλαιστίνης με έναν αραβικό πληθυσμό που, πριν από το 1948, ανερχόταν στους 75.000 κατοίκους. Κατά τη Νάκμπα, η παραστρατιωτική Λέχι ανατίναξε με παγιδευμένο φορτηγό την περίφημη Seraya –το «Μεγάλο Σαράι» της τοπικής διοίκησης του Αραβικού Συμβουλίου– και λίγους μήνες αργότερα η ακροδεξιά Ιργκούν του Μεναχέμ Μπέγκιν (που μετά το ’48 ενσωματώθηκε στον IDF) εξαπέλυσε ευρεία βομβιστική επίθεση επί των άμαχων Αράβων της πόλης.

Ο φόβος για μια ενδεχόμενη επανάληψη της σφαγής του Ντέιρ Γιασίν που είχε συμβεί μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα (πάλι από την Ιργκούν) οδήγησε σε πανικό και ομαδική φυγή. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα οι μισοί κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν σε τρεις βαλίτσες, ενώ το αμέσως επόμενο διάστημα, άλλοι 20.000 έφυγαν με βάρκες και καΐκια – κατά τραγικά ειρωνικό τρόπο, το συγκεκριμένο κομμάτι του πληθυσμού κατέπλευσε στη Λωρίδα της Γάζας, αποτελώντας τους προγόνους κάποιων από τους σημερινούς μαρτυρικούς κατοίκους της.

Η δεκαετία του ’60 βλέπει τη Γιάφα να γίνεται ένα από τα ξέγνοιαστα διασκεδαστήρια του Τελ Αβίβ. Τα χαμηλά νοίκια έχουν φέρει φοιτητές και νεαρούς μποέμ και η πρόσφατη τραυματική ιστορία κρύβεται κάτω απ’ την απολιτίκ μοκέτα και τις ποπ αφίσες μιας νέας τουριστικής ανάπτυξης.

Στις 14 Μαΐου 1948 η πόλη πέφτει στα χέρια της ισραηλινής Χαγκάνα που επί μέρες ληστεύει και βανδαλίζει τα χιλιάδες άδεια σπίτα και δημόσια κτίρια της Γιάφα. Οι 3.800 Άραβες που παρέμειναν στην πόλη συγκεντρώθηκαν διά της βίας στη γειτονιά-γκέτο του Ατζάμι όπου και έζησαν υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου και αυστηρού διαχωρισμού πίσω από συρματοπλέγματα. Βάσει, δε, του διαβόητου Absentee Property Law (που αποτελεί θεμέλιο λίθο της εποικιστικής πολιτικής του νεοσύστατου τότε κράτους του Ισραήλ) σε κάθε σπίτι που έμεινε «άδειο» μετεγκαταστάθηκε σταδιακά κάποια εβραϊκή οικογένεια. Τα αραβικά και οθωμανικά κτίσματα της πόλης, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι της είτε καταστράφηκαν είτε άλλαξαν ολοκληρωτικά χρήση, οι δρόμοι και οι πλατείες μετονομάστηκαν, οι μεγάλοι κήποι με τις περίφημες πορτοκαλιές αφέθηκαν στην τύχη τους. Μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, η Γιάφα είχε προσαρτηθεί πολεοδομικά στο ευρύτερο Τελ Αβίβ και είχε γίνει το λιμάνι και η παραλία του, με τις πρώην αραβικές της γειτονιές να έχουν πλέον φήμη φτωχικής και επικίνδυνης περιοχής.

Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Τα ερείπια του Mamilla έξω από την Πύλη της Γιάφα, 1948.
Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Αραβικές οικογένειες εγκαταλείπουν τη Γιάφα, 1948.

Η δεκαετία του ’60 βλέπει τη Γιάφα να γίνεται ένα από τα ξέγνοιαστα διασκεδαστήρια του Τελ Αβίβ. Τα χαμηλά νοίκια έχουν φέρει φοιτητές και νεαρούς μποέμ, και η πρόσφατη τραυματική ιστορία κρύβεται κάτω απ’ την απολιτίκ μοκέτα και τις ποπ αφίσες μιας νέας τουριστικής ανάπτυξης. Το «παλιό λιμάνι», κάποτε πνεύμονας της παλαιστινιακής εμπορικής δραστηριότητας, μετατρέπεται σε αναβαθμισμένο αξιοθέατο, το ιστορικό τζαμί της Μαχμουντίγια και ο Πύργος του Ρολογιού γίνονται τα καλοδιατηρημένα δείγματα κάποιου απροσδιόριστου εξωτικού παρελθόντος χωρίς καμία οργανική επαφή με τις κοινότητες που μέχρι πρόσφατα ζούσαν γύρω τους και τα χρησιμοποιούσαν, τα παμπάλαια εσπεριδοειδή ξεριζώνονται μαζικά ώστε να γίνει χώρος για πολυτελή ξενοδοχεία. Η Γιάφα προσλαμβάνει το λευκό αφηγηματικό χρώμα της ισραηλινής ριβιέρας, έξω από πολέμους, διωγμούς, τραγωδίες – και προσμείξεις.

Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Η δεκαετία του ’60, το «παλιό λιμάνι» της Γιάφα, κάποτε πνεύμονας της παλαιστινιακής εμπορικής δραστηριότητας, μετατρέπεται σε αναβαθμισμένο αξιοθέατο. Φωτ.: Claude Jacoby/ullstein bild via Getty Images/Ideal Image

Άλμα στον χρόνο: 1978. Μια ηττημένη στο Βιετνάμ λευκή Αμερική κινείται σε παθολογικό mode νοσταλγίας για τα χρυσά ’50s, βλέποντας «Happy Days» και «Grease», μια εξιδανίκευση της αθώας εποχής πριν από «όλα αυτά», δηλαδή πριν από το ’68, πριν από την Κούβα και τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου, πριν από το Civil Rights Movement και τον Μάλκολμ και το οριστικό τέλος του φυλετικού διαχωρισμού. Κλείνει τα αυτιά της και φωνάζει «λαλαλα» παρακολουθώντας Φόνζι, κι αυτός της αρκεί όσο περιμένει τον ριγκανισμό. Ο τελευταίος θα φέρει τη μετεξέλιξη του συγκεκριμένου είδους «teen movie» που θέλει τους εφήβους αιώνια κολλημένους στο 1956 και στον Έλβις Πρίσλεϊ και στα ντόνατς, προς ένα ακόμη πιο προβληματικό υπο-είδος επιτρεπτής μικροαστικής παρέκκλισης: την teen «σεξοκωμωδία». 

Και τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη Γιάφα; Έχουν. Γιατί το 1978, τρία ολόκληρα χρόνια πριν από το πρώτο «Porky’s» (που εξιστορεί, ακριβώς, τις σεξο-περιπέτειες κάποιων λυκειακών all-american λούζερς που ψάχνουν να φασωθούν κάποτε στο 1954), η νέα Ριβιέρα του Τελ Αβίβ γίνεται το ντεκόρ της ταινίας-φαινόμενο του ισραηλινού σινεμά, της μεγαλύτερής του εμπορικής επιτυχίας όλων των εποχών, της «Γρανίτας από λεμόνι» («Lemon Popsicle»). Στην αφίσα διαβάζουμε ακριβώς αυτό: «I was only 17, she was only 16. It was summer, we were on the beach listening to Elvis and the moon was full. It was 1958…». Και ήταν στην ακτογραμμή της Γιάφα.

Παρακαλώ, κανένα πρόβλημα με το σεξ, κανένα πρόβλημα με την κωμωδία, με τη σεξοκωμωδία, τα «teen movies», τις παραλίες και τις γρανίτες. Θέλετε και Έλβις; Άντε, και τον Έλβις. Το θέμα είναι προφανώς η Γιάφα, η Παλαιστίνη, η εθνοκάθαρση και το σύστημα ιδεολογικών αναπαραστάσεων που την καθιστούν ταυτόχρονα προφανή και αόρατη. Δηλαδή χωνέψιμη. Ας τις δούμε λίγο.

Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Στην αφίσα της ταινίας-φαινόμενο του ισραηλινού σινεμά, της μεγαλύτερής του εμπορικής επιτυχίας όλων των εποχών, της «Γρανίτας από λεμόνι», διαβάζουμε: «I was only 17, she was only 16. It was summer, we were on the beach listening to Elvis and the moon was full. It was 1958…». Και ήταν στην ακτογραμμή της Γιάφα.

Η ευρωκεντρική νοσταλγία του σκηνοθέτη Μπόαζ Ντάβιντσον είναι ήδη αξιοπερίεργη ΕΝΤΟΣ των εβραϊκών κοινοτήτων του Ισραήλ, καθώς η παρέα των τριών αγοριών (των Μπέντζι, Μπόμπι και Χιούι) είναι αποκλειστικά ασκεναζίτικη, δηλαδή ευρωπαϊκή – το μη ευρωπαϊκό εβραϊκό στοιχείο (Μισραχίτες, Σεφαραδίτες κ.ά.) απουσιάζει απ’ τo σενάριο, είτε στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, είτε στους δεύτερους, είτε ενδυματολογικά, είτε συμπεριφορικά, είτε στο Τελ Αβίβ, είτε στην παραλία, είτε οπουδήποτε. Οι ρίζες των πρωταγωνιστών δεν αναφέρονται ποτέ ρητά, όμως η κλασική smart Sabra προφορά τους προδίδει τον κανονιστικό Ασκεναζίτη έφηβο της εποχής. Το σύμπαν της «Γρανίτας» είναι ομογενοποιημένα λευκό και «ξέγνοιαστο» ΩΣ λευκό κατά τα πρότυπα ακριβώς των «Happy Days», «Grease» και λοιπών υπερατλαντικών υποδειγμάτων. Τα κορίτσια που κυνηγάνε οι τρεις φίλοι είναι όλα καστανόξανθα, ο παγωτατζής, η ναυαγοσώστρια, οι πάντες· η δε μουσική της ταινίας κινείται σε συχνότητες Μπιλ Χάλεϊ / Πολ Άνκα / Μπόμπι Βίντον, παραβλέποντας τελείως τα μισραχίτικα «λαϊκά» που βασίλευαν τότε ως συλλογικό άκουσμα.

Ο μοναδικός χαρακτήρας που παρουσιάζει ίσως μη ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, κάπως μεσανατολικά, ενδεχομένως μισραχίτικα με υπερβολικό μέικαπ και σπαστά εβραϊκά (η μητρική γλώσσα των Μισραχίμ είναι τα αραβικά), είναι η νυμφομανής sex worker Στέλλα (στο σενάριο: «Stella the whore») που αποπλανεί και τους τρεις φίλους – ένας χαρακτήρας-ορισμός των κατά Έντουαρντ Σαΐντ οριενταλιστικών στερεοτύπων περί σαγηνευτικών και ανήθικων γυναικών της Ανατολής. Κατά τα άλλα, όλα, τα έπιπλα, τα φαγητά, τα κουρέματα, τα πάρτι, οι γαλάζιες σχολικές στολές, είναι Δύση. Για «Άραβες» (δηλαδή για Παλαιστίνιους), προφανώς ούτε λόγος. Δεν υπάρχουν κι ούτε υπήρξαν ποτέ. Η περιγραφική ευρω-νοσταλγία της «Γρανίτας» δεν είναι ούτε ρομαντική ούτε τυχαία: είναι σκληροπυρηνικά αντιδραστική και εντάσσεται πλήρως στο νεο-αποικιακό αφήγημα του πολιτισμένου «προκεχωρημένου θύλακα». Και η αναφορά στα ισραηλινά ’50s ως μια εποχή αθωότητας (δηλαδή μια απλή ξεπατικωτούρα των αμερικανικών ’50s) δεν έχει τίποτα το ανώδυνο. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι ΗΠΑ πριν από το Βιετνάμ ήταν όντως μια πιο «αθώα» κοινωνία στην εικονογραφία της οποίας αυτές μπορούν να ανατρέχουν συμβολικά από καιρό σε καιρό ως έναν χαμένο παράδεισο, το αμαρτωλό «Βιετνάμ» του Ισραήλ είναι ακριβώς η Νάκμπα –η ίδια του η γενεσιουργός πράξη–, πράγμα που καθιστά κάθε αναπαράσταση του έτους 1958 σαν εποχή «ξεγνοιασιάς» μια καραμπινάτη έκφραση ιστορικού ρεβιζιονισμού.

«Lemon Popsicle» (1978) Trailer

Η Εβραιο-ιρακινή ιστορικός μετα-αποικιακών σπουδών Έλα Σοχάτ (Ella Shohat), στο εξαιρετικό της «Ο Σιωνισμός από την οπτική γωνία των εβραϊκών θυμάτων του» (1988), αφιερώνει μεγάλο μέρος της μελέτης της στη συντριβή του ανατολίτικου χαρακτήρα των γηγενών πληθυσμών της Παλαιστίνης μετά το ’48 –τόσο των Αράβων όσο και των Μισραχιτών Εβραίων– στις αναπαραστάσεις του λαϊκού ισραηλινού κινηματογράφου. Από το μιλιταριστικό «Hill 24 doesn’t answer» (1955) μέχρι την κλασική κωμωδία «Sallah Shabati» (1964), το ανατολίτικο στοιχείο σκιαγραφείται ως κάτι το αποκλειστικά προβληματικό, ιστορικά στάσιμο, μη αναμορφώσιμο και πολλές φορές βρόμικο ή συμβολικά μιαρό. Και πες ότι είναι «παλιά» αυτά. Σαν να λέμε παλιό καλό αντιδραστικό σινεμά τύπου Τζον Γουέιν. Το ’78 όμως δεν είναι «παλιό», αντιθέτως είναι πάρα πάρα πολύ μοντέρνο και αιρετικό στις αναπαραστάσεις του, αν αναλογιστεί κανείς την ασύλληπτη κινηματογραφική σοδειά του 1975-1980 τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Γι’ αυτό και η νοσταλγική «καθαρότητα» του Ντάβιντσον λειτουργεί σαν υποδόριος ιδεολογικός αναχρονισμός.

Από τη Νάκμπα στη νοσταλγία της ευρωκεντρικής αθωότητας – Γρανίτα από εθνοκάθαρση Facebook Twitter
Οι ρίζες των πρωταγωνιστών δεν αναφέρονται ποτέ ρητά, όμως η κλασική smart Sabra προφορά τους προδίδει τον κανονιστικό Ασκεναζίτη έφηβο της εποχής.

Η τρομερή εμπορική επιτυχία της «Γρανίτας» καταμαρτυρά μια συλλογική βούληση μυθοποίησης της πρώτης δεκαετίας του ισραηλινού κράτους ως μιας εποχής πολιτισμικής ενότητας και συνοχής. Αποφεύγοντας να περιγράψει έστω και ακροθιγώς τους Άραβες ή τους Μισραχίτες, όχι μόνο δεν αντιπαρέρχεται το ιστορικό πρόβλημα των διωγμών, αλλά άθελά της στοιχειοθετεί με έμφαση τον συστημικό ρατσισμό της εποχής στην οποία διαδραματίζεται (1958) και ταυτόχρονα τον θεωρεί απολύτως δικαιολογημένο κατά την εποχή που γυρίζεται (1978). Τα αποστειρωμένα και χαζοσέξι ’50s δεν είναι παρά ένα βαρύτατο cool-washing, με τη νοσταλγία ως πλυντήριο σκληρής και καταγεγραμμένης ιστορικής βίας.

Κι είναι αυτή ίσως η βουβή εκδίκηση της καταπατημένης Γιάφα. Ότι οι Παλαιστίνιοι είναι που ήπιαν την τελευταία κανονική λεμονάδα απ’ τα λεμόνια των δικών τους κήπων μια μέρα του ’48, πριν τους αφήσουν στους Ευρωπαίους που από γούστο προτίμησαν τις κατεψυγμένες γρανίτες.

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Είμαι Ισραηλινός, κι αυτό λειτουργεί πια ως ετυμηγορία» 

Οπτική Γωνία / «Είμαι Ισραηλινός, κι αυτό λειτουργεί πια ως ετυμηγορία» 

Ο θεατρικός σκηνοθέτης Guy Ben-Aharon, που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, γράφει στη LiFO για την απόρριψη που βιώνει τόσο στην πατρίδα του όσο και στο εξωτερικό ως Ισραηλινός που υποστηρίζει την ελευθερία της Παλαιστίνης. 
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Dr. Zeina Jallad: «Ονειρεύομαι ένα μέλλον όπου τη ζωή των παιδιών μας δεν θα την ορίζει το γεγονός ότι υποφέρουν αλλά ότι ευημερούν»

Οπτική Γωνία / Zeina Jallad: «Ονειρεύομαι έναν ουρανό χωρίς πυραύλους και drones»

Η διευθύντρια του Κέντρου Μελετών Παλαιστινιακής Γης και καθηγήτρια στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού μιλά στη LiFO για την αποτυχία του διεθνούς δικαίου και το «sumud» ως καθημερινή εξέγερση απέναντι στην εξόντωση.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
To μίσος για τους άλλους…

Οπτική Γωνία / To μίσος για τους άλλους

Για τους περισσότερους η αλήθεια δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Eίδαν κάπου μια εικόνα που εξυπηρετεί το προσωπικό τους αφήγημα, το οποίο συνήθως προσεγγίζεται με συναισθηματικούς όρους, όπου κυριαρχεί το μίσος, κι αυτό τους αρκεί.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Στο νέο βιβλίο της Μέρι Μπερντ, κορυφαίας προσωπικότητας των Kλασικών Σπουδών, αναδεικνύονται οι τρόποι με τους οποίους οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες προσφέρουν συναρπαστικές απαντήσεις σε κρίσιμα σύγχρονα ερωτήματα.
THE LIFO TEAM
Καισαριανή 1944: Όταν ο φακός ανήκει στον θύτη

Ιστορία μιας πόλης / Καισαριανή 1944: Η ιστορία μέσα από το φακό του θύτη

Οι νέες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ανοίγουν ένα δύσκολο πεδίο: τι σημαίνει να βλέπουμε την Ιστορία μέσα από το βλέμμα εκείνου που ασκεί τη βία; Ο ιστορικός Βαλεντίν Σνάιντερ εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
«Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Ιστορία μιας πόλης / Αράχωβα: «Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Στην Αράχωβα, ο εορτασμός του Αγίου Γεωργίου δεν είναι απλώς ένα πανηγύρι. Είναι μια τελετουργία όπου η πίστη, η ιστορία και η συλλογική μνήμη γίνονται ένα. Ο λαογράφος Πάρης Ποτηρόπουλος εξερευνά το «Πανηγυράκι» και θέτει το ερώτημα: πρόκειται για μια βιωμένη παράδοση ή για μια σύγχρονη αναπαράσταση προσαρμοσμένη στο σήμερα;
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Αντώνης Λιάκος: «Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

Από τους πιο επιδραστικούς ιστορικούς στον δημόσιο χώρο, ο Αντώνης Λιάκος επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης, στέκεται στα όσα «τρομακτικά» συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή και επισημαίνει τα προβλήματα της Ελλάδας που θα απασχολήσουν τον ιστορικό του μέλλοντος.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η εξάπλωση του «Μαύρου Θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η εξάπλωση του «μαύρου θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Η μαύρη πανώλη στοίχισε τη ζωή σε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στα μέσα του 14ου αιώνα και ήταν, σύμφωνα με ένα νέο βιβλίο, «η πιο θανατηφόρα φυσική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας».
THE LIFO TEAM
Μανόλης Κορρές: «Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε το Ηρώδειο όπως ήταν»

Αθήνα / Μανόλης Κορρές: «Λίγοι γνωρίζουν πως το Ηρώδειο διέθετε στέγη»

Αφότου αναστηλώθηκε τη δεκαετία του ’50, το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού καθιερώθηκε ως η κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών. Με αφορμή το επικείμενο κλείσιμό του λόγω εργασιών, ο επικεφαλής συντήρησης μνημείων της Ακρόπολης αποκαλύπτει κάποια «μυστικά» του και αναφέρεται σε εγκεκριμένες μελλοντικές παρεμβάσεις.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος το «σβήσιμο» της Χατσεψούτ;

Πολιτισμός / Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος την εξαφάνιση της Χατσεψούτ από την ιστορία;

Μελέτη που επανέρχεται στο προσκήνιο αμφισβητεί την παλιά εκδοχή ότι τα αγάλματα της Χατσεψούτ καταστράφηκαν από εκδίκηση και συνδέει μεγάλο μέρος της φθοράς τους με τελετουργικό σπάσιμο και μεταγενέστερη επαναχρησιμοποίηση.
THE LIFO TEAM
Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Ιστορία μιας πόλης / Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Πώς ένας υπαίθριος ιερός χώρος μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα μνημειακά συγκροτήματα της αρχαιότητας; Και τι μας αποκαλύπτει η εξέλιξη της Δωδώνης για τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, τη λατρεία και την κοινωνική ζωή; Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου μας ξεναγεί στον χώρο.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ρουκετοκίνητα, ρομπότ και βιντεοκλήσεις στον ελληνικό Μεσοπόλεμο

Μεσοπόλεμος / «Τα “ρομπότς” θα κάμνουν τα φαγητά»

Οι εφημερίδες της εποχής έκαναν προβλέψεις για τις τεχνολογικές εξελίξεις, σύμφωνα με τις οποίες «θα είμεθα οι απόλυτοι κύριοι των μηχανών, όχι οι δούλοι των» μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, και δεν έπεσαν έξω.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Αμφίπολη: Η θεά, οι όρκοι και ένας μύθος που ταξίδεψε στον χρόνο

Ιστορία μιας πόλης / Αμφίπολη: Η θεά, οι όρκοι και ένας μύθος που ταξίδεψε στον χρόνο

Πόσο βαθιά μπορεί να ριζώσει ένας μύθος σε μια πόλη; Μπορεί μια θεότητα να ταξιδέψει μαζί με τους αποίκους και να γίνει μέρος της πολιτικής και συλλογικής τους ταυτότητας; Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Δημήτρης Δαμάσκος εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Τι ρωτούσαν τους θεούς οι αρχαίοι Έλληνες;

Ιστορία μιας πόλης / Αρχαία Δωδώνη: Τι ρωτούσαν τους θεούς οι αρχαίοι Έλληνες;

Μπορεί ένα δέντρο να δίνει χρησμούς; Ποιοι άνθρωποι ταξίδευαν μέχρι την Ήπειρο για μια απάντηση από τον θεό; Και τι μας λένε σήμερα τα μικρά μολύβδινα ελάσματα για τους φόβους και τις ελπίδες τους; Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου απαντά.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ