Το τέλος του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας;

Το τέλος του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας; Facebook Twitter
Όσο κι αν η γραφή της Αλεξίεβιτς υποδεικνύει μια περιγραφική δεινότητα που ενδεχομένως να ακραγγίζει τα φιλοσοφικά γραπτά του Μπέρτραντ Ράσσελ -άλλου κατόχου του Νόμπελ- σε καμία περίπτωση δεν συνιστά λογοτεχνία.Το παραδέχεται και η ίδια...
3


Είναι σίγουρα παρήγορο για μια γυναίκα που γράφει από την πρώτη γραμμή της εμπειρίας −πολεμικά βιώματα και τραύματα− να κατακτά την ύψιστη διάκριση ενός Νόμπελ. Ακόμα περισσότερο όταν η γυναίκα αυτή υπηρετεί με συνέπεια, σπουδή και περίσσιο θάρρος την αποστολή της, που είναι η ερευνητική δημοσιογραφία. Για τη Σβετλάνα Αλεξίεβιτς το Νόμπελ δεν μπορεί παρά να επιβραβεύει μια σειρά από εξονυχιστικές έρευνες που, σε πολλές περιπτώσεις, έθεσαν σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή. Επιπλέον, ένα τόσο σημαντικό βραβείο αναγνωρίζει στα βιβλία της την ανίχνευση μιας περίτεχνης γραφής που ξεπερνά τα όρια της τεκμηριωτικής δημοσιογραφίας. Τι σχέση έχουν, όμως, όλα αυτά με τη λογοτεχνία;


Ενδεχομένως καμία. Και σίγουρα καμία απολύτως με το Νόμπελ, που για πρώτη φορά φαίνεται να ακυρώνει την ίδια του την ύπαρξη, καταργώντας οριστικά την οντολογική του ταυτότητα: την ανάδειξη του ύψιστου σκοπού της λογοτεχνίας. Όσο κι αν η γραφή της Αλεξίεβιτς υποδεικνύει μια περιγραφική δεινότητα που ενδεχομένως να ακραγγίζει τα φιλοσοφικά γραπτά του Μπέρτραντ Ράσελ −άλλου κατόχου του Νόμπελ−, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά λογοτεχνία. Το παραδέχεται και η ίδια: «Είναι πιθανό, αν ζούσα στον 19ο αιώνα, να είχα γίνει λογοτέχνης, αλλά είναι διαφορετικές οι ανάγκες στον σύγχρονο κόσμο». Τι πιο υποτιμητικό από αυτό; Να θεωρείς, δηλαδή, ότι η λογοτεχνία συνίσταται στην αφήγηση ιστοριών που εξαντλούνται σε αυτό που εσύ εκλαμβάνεις ως ακαδημαϊκό λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Προς επίρρωσιν των λεχθέντων της Αλεξίεβιτς ακολούθησε μία σειρά από κείμενα που σκοπό είχαν να εξάρουν τις αρετές του δοκιμιακού λόγου και να τονίσουν τη ρεαλιστική του υπόσταση σε σχέση με τη μυθοπλασία. Τα επιχειρήματα ήταν πολλά, με κορυφαίο το κείμενο στο περίφημο «New Yorker», το οποίο έχει υποστηρίξει σθεναρά την υποψηφιότητα της Αλεξίεβιτς στο παρελθόν . Εκεί ο γνωστός αρθρογράφος Φίλιπ Γκούρεβιτς επεσήμανε ότι «κάθε μορφή έκφρασης έχει τις δικές της υφολογικές απαιτήσεις» και ότι γι' αυτό πρέπει να δούμε τις διαφορετικές δυνατότητες που παρέχει το δοκίμιο (non)fiction. «Εφόσον καταρρίφθηκαν τα στεγανά αναφορικά με το non fiction και το Νόμπελ, κάποια στιγμή θα μας φαίνεται παράλογο ακόμα και το ότι κάποτε υπήρχαν. Η λογοτεχνία δεν είναι παρά μια πιο φαντεζί λέξη για τη γραφή» (!).

Tο Νόμπελ για πρώτη φορά φαίνεται να ακυρώνει την ίδια του την ύπαρξη καταργώντας οριστικά την οντολογική του ταυτότητα: την ανάδειξη του ύψιστου σκοπού της λογοτεχνίας.


Θαρρώ πως αυτή και μόνο η παράγραφος αρκεί για να εξοργιστεί και ο πιο απλός αναγνώστης: όχι μόνο υποτιμά κατάφορα τις αρχές της λογοτεχνίας και της ποίησης αλλά με έναν έμμεσο τρόπο επικυρώνει την προϊούσα πορεία ενός ολόκληρου συστήματος προώθησης των τάσεων που τείνουν να εκλαμβάνονται ως λογοτεχνικές, χωρίς να είναι. Η καταγραφή αμέτρητων λιστών μπεστ σέλερ, οι νέες κατηγοριοποιήσεις αναφορικά με τα λογοτεχνικά είδη και οι συγγραφείς-αστέρες του ενός βιβλίου προφανώς έχουν ελάχιστη σχέση με τη φλέβα που χτυπάει δυνατά στο λογοτεχνικό corpus. Αν το λογοτεχνικό υφάδι έμπλεξε τον μύθο ενός Ντοστογιέφσκι κι ενός Μέλβιλ, είναι γιατί αμφότεροι ανέδειξαν μια γραφή που ξεπερνά την όμορφη αφήγηση ιστοριών. Αντίθετα, είναι αυτοί που αναζήτησαν την ελάχιστη, ευφάνταστη λεπτομέρεια που μόνο ένας διακεκριμένος τεχνίτης της λογοτεχνίας, όπως ο Μέλβιλ, ξέρει να εντοπίζει. Αρκεί να σκεφτούμε τον Πάουντ, που, σε μία από τις συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Γκούρεβιτς για το «Paris Review of Books» (ναι, ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε το κείμενο στο «New Yorker»!) εξηγώντας τη λειτουργία του ποιητή, επεσήμανε ότι αυτός δεν θα πάψει ποτέ να αναζητά έναν βολικό, μικρό, οδικό χάρτη, όπως αυτός του Παραδείσου που είχαν στο Μεσαίωνα! Και αντίστοιχη αγωνία είχε κατά την εξεύρεση του υλικού: «Αν η πέτρα δεν είναι αρκετά σκληρή ώστε να διατηρήσει τη μορφή, τότε πρέπει να φύγει». Τόσο απλά. Το λογοτεχνικό ταξίδι και οι αμέτρητες περιπέτειες της ανεύρεσης της mot juste είναι που δίνουν την απόλαυση και όχι ο προορισμός − που ενδεχομένως να συνίσταται στην καταγραφή μιας ακόμα συναρπαστικής ιστορίας, όπως αυτές που τόσο καλά ξέρει να πλέκει η Αλεξίεβιτς.


Αντίστοιχα, πάλι, ένας άνθρωπος που έζησε βαθιά τη δίωξη, τον εξευτελισμό και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Ρωσία, ο Βαρλαάμ Τίχονοβιτς Σαλάμοφ, είχε κάποτε καταδείξει τι σημαίνει να μετατρέπει κανείς τα τραυματικά υλικά της εμπειρίας του σε ένα αριστουργηματικό λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Δεν έμεινε στα τεκμήρια, δεν προσπέρασε ως τραυματική εμπειρία τα τεκταινόμενα αλλά τα μετουσίωσε σε ύψιστη δημιουργία με τις «Ιστορίες από την Κολιμά». Αυτό ίσως, και τίποτε άλλο, είναι ο ύψιστος σκοπός της λογοτεχνίας: «Τα γραπτά μου αφορούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά του Εξιπερί τον ουρανό ή του Μέλβιλ τη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πώς πρέπει να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ' τα αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός απ' την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές κι ανώνυμο». Αυτή την ύψιστη και απόλυτη αλήθεια μπορεί κανείς να τη βρει μόνο στη μυθοπλασία. Όλα τα άλλα είναι απλώς (non-fiction) λόγια − πόσο μάλλον όταν έχουν συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση και χρωματισμό και σίγουρα ελάχιστη σχέση έχουν με τη λογοτεχνία.

3

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

2 σχόλια
Εχοντας περάσει αρκετό χρόνο τις τελευταίες μέρες αναζητώντας ένα operational definition για την "οντολογική ταυτότητα" της λογοτεχνιας, όπως αναφέρει το άρθρο σε σχέση με τα βραβεία Nobel, άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως ένα κατάλληλα διατυπωμένο PhD που βασίζεται σε έρευνα και μαρτυρίες μπορεί και αυτό να είναι λογοτεχνία. Κρίμα για όσους έκαναν qualitative research και μάλιστα ανέπτυξαν και μοντέλα για να πουν κάτι παραπάνω από απλές non-fiction περιγραφές. Αν ξανακάνω PhD, δεν θα πάω για Viva, αλλά κατευθείαν για Nobel!!!