Ξαφνικός λήθαργος

Η Κούραση, αυτός ο ξαφνικός λήθαργος της ψυχής, είναι ένα αίσθημα ειλικρινές και ανώτερο, ειδικά όταν αναγνωρίζεται πάνω σε αυτούς που φαινομενικά τα έχουν όλα.Διότι κανείς δεν έχει τίποτα!

 

Ξαφνικός λήθαργος

 

 

ΟΤΑΝ ΚΟΥΡΑΖΟΜΑΙ πολύ και σαν να χάνω επαφή, συνήθως αράζω κάπου και τριπάρω παρατηρώντας λεπτομέρειες και μικροπραγματα. Καθετί μικρό και ασήμαντο μου φαίνεται μεγάλο, πλήρες και συναρπαστικό. Και κουρασμένος καθώς είμαι, αισθάνομαι λιγάκι πιο ελεύθερος. Η ζωή μου σα να απλοποιείται.


Κοπάζει η καταδίωξη που νιώθω από τα κινητά και η πλήρης παραβίαση του ιδιωτικού χρόνου από τα e-mails και τα σόσιαλ μίντια. Και δεν με νοιάζει πια αν δεν μπορώ να ανταποκριθώ στα άπειρα challenges, τα πρότζεκτ που όλο επιταχύνονται, τη παραγωγική διαδικασία που έχει γίνει μακελειό, συνέχεια με τη γλώσσα έξω.

 

Κάθομαι σαν ευτυχισμένος ηλίθιος και κοιτάω ώρες ένα φύλλο να το παίρνει ο αέρας.


Δεν νομίζω ότι μόνο εγώ τα φτύνω από καιρού εις καιρόν. Και οι καημένοι οι πατέρες μας είχανε τα δικά τους βάσανα. Πάντα κάποιος τούς ανέβαζε τους στόχους και τούς απέλπιζε, επειδή ο αγώνας έμοιαζε να μη τελειώνει ποτέ, σίσύφειος, μια αόρατη χειρ τους συνέθλιβε και φτου απ' την αρχή. Πιστεύω ότι πάντα οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι όταν αδυνατούσαν να ακολουθήσουν μια νέα επιτάχυνση, μια νέα ένταση του πολιτισμού ή, συνηθέστερα, της τεχνολογίας. Δεν είναι θέμα γενιάς, ούτε Ίντερνετ. Μπορώ να φανταστώ τον ίλιγγο που προκαλούσαν τα πρώτα εργοστάσια, το αυτοκίνητο που έπρεπε να δουλέψεις σα σκυλί να πάρεις, ο λουτροκαμπινές που είχε ο γείτονας κι εσύ δεν είχες.


Και τείνω να πιστέψω ότι η Κούραση γενικώς, ως κατάσταση του ανθρώπου, θεωρείται τόσο αρρωστιάρικη κοινωνικά και ξεπεσμένη, όχι διότι είναι ακριβώς δυσάρεστη αλλά διότι είναι αντιπαραγωγική και – ας πώ την κορώνα μου – αντιεξουσιαστική. Τον κουρασμένο δύσκολα τον χειραγωγείς - σε γράφει στα λιωμένα του παπούτσια. Η κούραση, έτσι όπως σπρώχνει τον άνθρωπο έξω από τον κλοιό της εργασίας, στους κήπους και στις ακρογιαλιές, έχει κάτι ανυπότακτο. Ποιητικό και ανυπότακτο.

 

Δεν είναι καινούργια πράγματα αυτά. Από τη μέλαινα χολή του Ιπποκράτη που προκαλούσε δυσθυμία, φόβο και εν τέλει μελαγχολία, μέχρι τον Αριστοτέλη που στο «Μελαγχολία και ιδιοφυΐα» (εκδ. Άγρα) αναρωτιέται «Για ποιον λόγο όλοι όσοι έχουν αναδειχθεί εξαίρετοι στη φιλοσοφία ή στην πολιτική ή στην ποίηση ή στις τέχνες είναι εµφανώς µελαγχολικοί;», οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η Κούραση της καρδιάς, τα πεσμένα κέφια της ύπαρξης, είναι γνώρισμα των ποιητών και δεν πρέπει να δαιμονοποιείται, διότι είναι απλώς έκκριση ενός χυμού. Δεν φταίει ο άνθρωπος, αλλά κάτι οργανικό, στο σώμα του. Όπως όταν σπάει, ας πούμε, μια ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς. Αυτή η σακατεμένη μουσική που βγαίνει από τη νευρασθένειά της, έτσι όπως είναι ανίκανη να κάνει την παραμικρή πρακτική κίνηση, πόσο μάλλον δουλειά, έχει κάτι καλλιτεχνικό εν τη δυσπραγία του.


Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως κουρασμένοι και μελαγχολικοί είναι οι άεργοι αστοί στις ελληνικές ταινίες - που κι αυτοί δεν βασανίζονται από το μεροδούλι μεροφάι : (L' ennui: η ακηδία των αστών, η έλλειψη ενθουσιασμού, κάτι από English Malady, η πολυτελής θλίψη, το να ανιάς χωρίς διακριτό αίτιο, οι άλλοι να σε λένε κακομαθημένο παλιοκόριτσο, αλλά εσύ να πνίγεσαι, να θες να φωνάξεις πάνω από τη φυλακή της Εκάλης, να είσαι αεροσυνοδός και να πλήττεις πάνω απ' τις πόλεις, μια αίσθηση κούρασης στα μέλη, ατονίας στα νεύρα, ένας έρωτας που σ' αρέσει το σεξ του αλλά βαριέσαι την κλινοπάλη του, τραγούδια του Χατζηνάσιου, του Πιτσιλαδή, το να είσαι ιδεώδης εν τη λύπη σου, classy εν τη μελαγχολία σου, καπνός και σκοτς εκεί που τραγουδά η Κανελλίδου, μια μυστική αρρώστια, ένα λεπτοφυές μαράζι – και άλλα πολλά).


Ούτως ή άλλως, η Κούραση, αυτός ο ξαφνικός λήθαργος της ψυχής, είναι ένα αίσθημα ειλικρινές και ανώτερο, ειδικά όταν αναγνωρίζεται πάνω σε αυτούς που φαινομενικά τα έχουν όλα.


Διότι κανείς δεν έχει τίποτα! Κι έρχεται, πού και πού, μια αναλαμπή που το καταλαβαίνεις. Και δεν έχεις όρεξη πια να προσπαθείς.


Τι στενάζει ο Τώνης, που δεν έχει ανάγκη; Μας δουλεύει;


―Όχι, ο Τώνης δεν σε δουλεύει. Απλώς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τόση υπερπροσπάθεια! Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί χάνει τα καλύτερά του χρόνια για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Γιατί τόσο γρήγορα ασπρίζουν τα μαλλιά του. Γιατί πεθαίνουν τόσο βιαστικά οι φίλοι του. Γιατί έχει παχύνει τόσο.


Ο Τώνης είναι κουρασμένος όχι επειδή τα social media είναι ένα αγχωτικό ή επιθετικό πανηγυράκι, αλίμονο, αλλά διότι συνειδητοποίησε απόψε ότι η ζωή περνάει σαν αναψοκοκκίνισμα σε μάγουλα παρθένας  κι ακούει ήδη από μακριά τον ήχο της γιορτής να απομακρύνεται.

 

Άσ' τον να πάει τη βόλτα του. Και θα γυρίσει. Δεν έχει και πού αλλού να πάει!