H ιστορία των τελευταίων χρυσάνθεμων

Bλέποντας μετά από καιρό, ένα αριστούργημα, αντιδημοφιλές

 

H ιστορία των τελευταίων χρυσάνθεμων
Ο σκηνοθέτης, δεξιά

 

 

Είχα να δω ταινία, μήνες. Ούτε Netflix βλέπω. Η καραντίνα είναι για μένα μια αργή, αντιπνευματική περίοδος - ελάχιστο διάβασμα και καθόλου τέχνη. Μόνο χθες, ιδιαίτερα άδειος, έβαλα να δω ένα δισκάκι της Criterion, το περιώνυμο The Story of Late Chrysanthemums (1939) ― μια ταινία κολώνα του ιαπωνικού σινεμά. Τη θαύμασα βέβαια (την άψογη διάταξη των πυκνών στοιχείων της - κάθε πλάνο, ένας πίνακας, φτιαγμένος από σίγουρο χέρι), κυρίως ομως συντονίστηκα στον αργό ρυθμό της, λεπτά ατέλειωτα να βλέπεις τον ήρωα να τυλίγει τη ζώνη του κιμονό του, χωρίς να πλήττεις -εσύ, που πηδάς ανά δευτερόλεπτο σ΄άλλη οθόνη.

 

Ήταν πολλά που μ' άρεσαν.

 

Το δισκάκι της Criterion
Το δισκάκι της Criterion

Το θέμα του. Ένας μέτριος ηθοποιός του Καμπούκι που υποδύεται γυναικείους ρόλους, φεύγει από το σπίτι του, περιπλανιέται με μπουλούκια στις επαρχίες, και βαθμηδόν φτάνει στα ύψη της τεχνης του, επειδή υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος να τον πιστεύει και να τον ενθαρρύνει μέσα στο πάνδημο γιουχάισμα: η γυναίκα που τον αγαπά. Ο Μιζογκούτσι δείχνει με ακρίβεια τον εύθραυστο ψυχισμό του καλλιτέχνη, τη σχοινοβασία του, το γεγονός ότι μιλάει με σκιές για να γίνει η άλως τους, τον απάλευτο ναρκισσσισμό του, το πώς ανεβαίνει όντως στον Ελικώνα  όταν το πράγμα λειτουργεί και μεταμορφώνεται σε κάτι πάνω από τα ανθρώπινα― γίνεται ο τρόπος να διαπραγματευτεί ο άνθρωπος τη μπλόφα του υπάρχειν κι ύστερα μη υπάρχειν! Τσα!

 

Μ' άρεσε ότι η ασύλληπτη τόλμη του (πλάνα πεντάλεπτα όπου η κάμερα περπατάει λίγο, σαν peeping tom που διστάζει, κοντοστέκεται, πισωγυρνάει), δηλαδή ο μοντερνισμός του, που έχει χωνέψει τις πρωτοπορίες της εποχής, δεν αλαλάζει, όπως κάνουν συνήθως όσοι σφίγγονται να είναι μοντέρνοι. (Διότι πρωτοποριακός δεν είσαι αν δεν συνομιλήσεις με την παράδοση, μασώντας τη. Χωρίς συνομιλία με το παλιό, κάνεις επιτόπια πηδηματάκια, ενδεχομένως πολύ θόρυβο―  αλλά δεν αφήνεις ίχνη: διαρκείς όσο ο θόρυβός σου.)

 

Μ' άρεσε τέλος η αγάπη. Της Οτάκου, μιας φτωχής τροφού, για τον μέτριο ηθοποιό. Όχι με όρους χριστιανικούς (ο Μιζογκούτσι θεωρείται πρωτο-φεμινιστής και μαρξιστής λιγάκι) ― αλλά μιας αισθηματικής σκηνοθεσίας, πράγμα που συμβαίνει συχνά ανάμεσα στα ζευγάρια, ακόμη και σήμερα: εκείνος που αγαπά, υψώνει τον άλλο στην καλύτερη εκδοχή του και δουλεύει με αυτοθυσία,  για να τον δει να λάμπει.

 

Σ' έχω κάνει θεό.