Ρομπέρτο Σαβιάνο. Μία πικρή νίκη.

 

 

Ρομπέρτο Σαβιάνο. Μία πικρή νίκη.
Ο Roberto Saviano και η δημοσιογράφος Rosaria Capacchione. Φωτ. Antimafia Duemila

 

 

Roberto Saviano: "Αυτή η απόφαση κατά της Camorra δεν μου δίνει πίσω τα χρόνια που πέρασα φρουρούμενος."

 
 
Έχω να εξομολογηθώ μια μεγάλη αμαρτία: όταν ήμουν μόλις 20 ετών, άρχισα να σχεδιάζω γραμμές, να συνδέω τελείες. Και, όπως ακριβώς τα παιδιά διασκεδάζουν συνδέοντας κουκκίδες για να ανακαλύψουν το σχέδιο που αυτές κρύβουν, χαρτογραφούσα τις ανθρωποκτονίες που διαπράχθηκαν στις επαρχίες της Νάπολης και της Καζέρτα, αντιγράφοντας τις καταδικαστικές αποφάσεις, μελετώντας τις εταιρείες που ήλεγχε η μαφία και συχνάζοντας στις αίθουσες των δικαστηρίων. Παρακολούθησα δίκες, διάβασα χιλιάδες σελίδες πρακτικών, τρεφόμουν με ωριαίες καταγραφές και με άπειρες ώρες ηχητικής παρακολούθησης - ήταν σαν να ήμουν εκεί.
 
Ήταν σαν να μπορούσα να δω την ακριβή στιγμή που είχε προγραμματιστεί η δολοφονία, που είχε δοθεί η εντολή, που είχε αποφασιστεί, πληρωθεί και εισπραχθεί η πληρωμή. Ήταν σαν να έβλεπα τη νέα φουρνιά των εγκληματιών να πλησιάζει και να αναζητεί μια θέση στις οργανώσεις, τη μοναδική κοινωνική πρόνοια σε πολλές περιοχές του νότου της Ιταλίας. Δεν ήμουν παρά ένας νέος άνθρωπος, αλλά η επιθυμία μου να καταλάβω και να διηγηθώ τη γη μου με κυρίευε, μου στερούσε τον ύπνο, δεν με άφηνε να ησυχάσω.
 
Όταν, το 2006, δημοσίευσα το Gomorra, είπα το εξής: είμαι τόσο πρόθυμος να γνωστοποιήσω τα γεγονότα που αναφέρω ώστε θα ήμουν έτοιμος ακόμη και να πηγαίνω από πόρτα σε πόρτα για να τα συζητώ.
 
Η ιστορία που διηγούμαι σήμερα είναι η ιστορία μου, η ιστορία ενός ανθρώπου που, σε ηλικία 26 ετών, το 2006, τέθηκε υπό κρατική προστασία επειδή έγραψε ένα βιβλίο για την Καμόρα και απειλήθηκε από τις μαφιόζικες φατρίες. Απειλήθηκε για τις ξεκάθαρες λέξεις που έγραψε. Λέξεις και τίποτα άλλο. Δεν είχα τίποτα δικό μου, κανείς δεν με ήξερε. Κανείς δεν με είχε συστήσει σε κανέναν. Κέρδιζα 50 ευρώ για κάθε άρθρο και παρέδιδα ιδιαίτερα μαθήματα. Προερχόμουν από μια αστική οικογένεια, ο πατέρας μου ήταν γιατρός και η μητέρα μου καθηγήτρια πανεπιστημίου, δεν ήθελαν να ασχοληθώ με την Καμόρα, ανησυχούσαν για μένα, αλλά εγώ δεν ήθελα να ακούσω τίποτα και κατέστρεψα τη ζωή μου πληκτρολογώντας στον υπολογιστή, γράφοντας λέξεις, ακριβώς όπως κάνω και τώρα.
 
Όταν, τον Οκτώβριο του 2006, οι carabinieri ήρθαν να με παραλάβουν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Νάπολης, καθώς επέστρεφα από ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ, μου είπαν ότι έπρεπε να μεριμνήσουν για την ασφάλειά μου. Θέλησαν όμως να είναι καθησυχαστικοί: "Μην ανησυχείς, αυτό θα είναι μόνο για λίγες μέρες."
 
Μόνο που, το 2008, η κατάσταση χειροτέρεψε και νέες απειλές προστέθηκαν σε αυτές που είχα λάβει το 2006. Αλλά, το 2008, δεν ήρθαν να με απειλήσουν με πιστόλι, δεν έθαψαν την πόρτα μου κάτω από βουβαλίσια περιττωμάτα, δεν επισκέφτηκαν την οικογένειά μου. Όχι, τίποτα απ' όλα αυτά. Το 2008, με απείλησαν στην αίθουσα ενός δικαστηρίου, απείλησαν εμένα και τη δημοσιογράφο Rosaria Capacchione, η οποία έκανε από πάντα έρευνες για την Καμόρα.
 
Όλα ξεκίνησαν όταν, κατά τη διάρκεια της δίκης Spartacus, η οποία θεωρείται η πιο σημαντική δίκη κατά της Καμόρα [με 115 υπόδικα μέλη της ], ο δικηγόρος Michele Santonastaso, ο υπερασπιστής των αφεντικών της φατρίας των Casalesi, του Francesco Bidognetti και του Antonio Iovine, διάβασε μια αίτηση αναθεώρησης. Η πράξη αυτή φαινόταν ασήμαντη από μόνη της, αλλά το περιεχόμενο της αίτησης πρόδιδε κάτι. Είπε: θέλεις να γράφεις; Πολύ ωραία, να γράφεις, αλλά να κάνεις τη δουλειά σου σωστά. Αυτό, στη μαφιόζικη σημασιολογία σημαίνει: κράτα μια στήλη, διηγήσου τα γεγονότα, αλλά απέφυγε να τα αναλύεις και, κυρίως, μην προβαίνεις σε κανένα συμπέρασμα.
 
Ωστόσο, την εποχή εκείνη, το να ερευνώ, να κατανοώ, να ερμηνεύω, και να δίνω την άποψή μου συνιστούσε για μένα μία πραγματική αποστολή. Τότε, όπως και σήμερα ακόμη. Το γράψιμό μου είναι στρατευμένο, δεν καταφέρνω να γράφω άλλα για να ξεφεύγω, και είμαι πεπεισμένος ότι το ύφος είναι θεμελιώδες, ότι η μέθοδος είναι καθοριστική: η ιστορία πρέπει να σε αφορά· πρέπει να δείξουμε ότι οι εγκληματικές οργανώσεις δεν είναι ένα μακρινό φαινόμενο έξω από μας, πρέπει να πούμε ότι ανήκουν στις ζωές μας, ότι τις ρυθμίζουν, τις αλλοιώνουν, τις δηλητηριάζουν.
 
Ο δικηγόρος των αφεντικών δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου που επρόκειτο να τους δικάσει: η δίκη πρέπει να μετατεθεί διότι, αν οι πελάτες μου καταδικαστούν, θα θεωρήσουμε τους Roberto Saviano και Rosaria Capacchione ως υπεύθυνους για την καταδίκη τους.
 
Χρειάστηκαν δεκατρία χρόνια για να αποφανθεί ένα δικαστήριο [στις 24 Μαΐου 2021] ότι, στις 13 Μαρτίου 2008, σε αυτήν την ίδια αίθουσα, η Rosaria Capacchione κι εγώ υπήρξαμε θύματα διακεκριμένης απειλής δια της μαφιόζικης μεθόδου, και να καταδικάσει τον boss και τον δικηγόρο του.
 
Είναι μια ιστορική νίκη, με πικρή γεύση: στην πραγματικότητα, μια δίκη που διαρκεί δεκατρία χρόνια δεν επιτρέπει πλέον συναισθήματα ή ελπίδες, επειδή οι εγκληματίες μπορούν να βασίζονται σε ουσιαστική ατιμωρησία. Αυτή τη δικαιοσύνη, οι μαφιόζικες συμμορίες τη γνωρίζουν τέλεια. Ξέρουν πολύ καλά ότι όταν παραβιάζουν το νόμο, ακόμη και όταν διαπράττουν ανθρωποκτονίες, θα λογοδοτήσουν μετά από χρόνια ή και δεκαετίες.
 
Όταν θα έχουν πεθάνει, ή τουλάχιστον όταν θα βρίσκονται στο τέλος της εγκληματικής τους καριέρας και η τελική ποινή θα καθυστερεί, τότε, αν συνεργαστούν με τη δικαιοσύνη, θα μπορούν ακόμη και να αντλήσουν δικαστικά ωφέλη. Η δικαιοσύνη, όταν είναι αργή, επιτρέπει στις εγκληματικές οργανώσεις να βασίζονται σε ουσιαστική ατιμωρησία, ακόμη και σε περίπτωση καταδίκης.
 
Εξάλλου, αυτή η απόφαση δεν μου δίνει πίσω τα δεκαπέντε χρόνια που έζησα φρουρούμενος. Δεν νιώθω νικητής, γιατί είμαι διαλυμένος. Με μια ζωή περιορισμένη, συθλιμμένη, δεν μπορεί να υπάρξει νίκη.
 
Και όμως, όπως είπα, είναι μια ιστορική νίκη γιατί είναι η πρώτη φορά που δηλώνεται ξεκάθαρα ότι ένα αφεντικό χρησιμοποίησε τον δικηγόρο του για να απειλήσει την ελευθερία της έκφρασης, βάζοντάς τον να διαβάσει στο δικαστήριο, στη μέση μιας δίκης, ένα έγγραφο το οποίο, με το πρόσχημα μιας αίτησης αναίρεσης λόγω εύλογης υποψίας, έλεγε: εάν καταδικάσετε όλα τα αφεντικά της φατρίας των Casalesi, οι Saviano και Capacchione θα θεωρηθούν υπεύθυνοι.
 
Στην ουσία, με κατηγορούσαν ότι δημιούργησα εγώ το πρόβλημα της Καμόρα μέσω των ΜΜΕ. Μια κατηγορία που, πρέπει να πω, δεν μου την προσάπτουν μόνο οι μαφιόζοι αλλά και ορισμένοι πολιτικοί. Μια κατηγορία που με εκθέτει σε θανάσιμο κίνδυνο.
 
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, η αντίληψη του κοινού για την Καμόρα έχει αλλάξει, είναι σαν να λύθηκε το πρόβλημα της Καμόρα. Σαν να έπαψε να θεωρείται ένα επείγον πρόβλημα, και πολύ σωστά, επειδή η Καμόρα αποτελεί μια σταθερή και μόνιμη δύναμη στην ιταλική κοινωνία, σε σημείο να θεωρείται πια ως ένα από τα φυσιολογικά της στοιχεία. Δεν διακρίνω πλέον την πίεση που υπήρχε παλιά στην κοινή γνώμη, κι όμως εξακολουθούν να γίνονται δολοφονίες, και η Καμόρα παραμένει η πιο αιματηρή εγκληματική οργάνωση στη Δύση, αλλά η κοινή γνώμη έχει την εντύπωση ότι πέφτουν λιγότεροι πυροβολισμοί, οπότε το πρόβλημα αφορά μόνο την αστυνομία και το δικαστικό σώμα.
 
Αυτό είναι λάθος, φυσικά, επειδή οι μαφίες είναι πιθανότατα πιο ισχυρές από ποτέ. Με την πανδημία που γονάτισε την οικονομία, οι εγκληματικές οργανώσεις σπεύδουν να βοηθήσουν τις προβληματικές εταιρείες, στην Ιταλία, αλλά και στη Γαλλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
 
Καθώς άκουγα την πρόεδρο του 4ου ποινικού τμήματος του δικαστηρίου της Ρώμης, την Roberta Palmisano, να διαβάζει την απόφαση, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε ούτε ένας συγγραφέας στην αίθουσα… Ενώ η δικαιοσύνη καταδικάζει την Καμόρα επειδή απείλησε το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, οι Ιταλοί διανοούμενοι δεν θεωρούν ότι αυτή η απόφαση τους αφορά, ότι αφορά την ελευθερία τους να γράφουν, να διηγούνται, να καταγγέλλουν.
 
Μετά τη δίκη, δεν υπήρξε καμία μορφή συζήτησης, κανένα είδος πνεύματος ανταλλαγής. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, οι συγγραφείς μισούν τους συγγραφείς και οι δημοσιογράφοι περιφρονούν τους δημοσιογράφους. Σκοτώνονται μεταξύ τους για μια μικρή αγορά μιας χούφτας αναγνωστών, διεξάγοντας έναν πόλεμο στα μέσα ενημέρωσης για να κερδίσουν την προσοχή του κοινού.
 
Σε μια τέτοια κατάσταση, επομένως, με μερικές εξαιρέσεις, δεν είναι δυνατόν να βασίζεσαι σε ένα κοινό μέτωπο. Ούτε καν όταν ένας boss απειλεί την ελευθερία της έκφρασης, όταν απλές λέξεις φοβίζουν μια ολόκληρη μαφιόζικη φατρία, σε σημείο να καταδικάζεται σε θάνατο όποιος τις έχει προφέρει.
 
Roberto Saviano
Le Monde, 18.06.2021
 
Μτφ. Σ.Σ.

 

Δείτε επίσης στο Αλμανάκ από τον Ρομπέρτο Σαβιάνο:
 
Giovanni και Francesca, η πρόκληση της αγάπης στα χαρακώματα
'Ενας μικρός Αφρικανός 'Ικαρος
Αντριάνο Σόφρι - Ρομπέρτο Σαβιάνο κατά Ματέο Σαλβίνι
Zero zero zero, ταξίδι στην οικονομία της κοκαΐνης.