Ο καλός κύριος Πόταγας...

 

 

Τα έκανε όλα μόνος του, με τη βοήθεια της ξαδέρφης του στο ταμείο, σε έναν - πάντα ποιοτικό- κινηματογράφο που είχε σχεδόν την ηλικία του. Το άνοιξε και φέτος, το περιποιήθηκε, το ανακαίνισε, πότισε τα αναρίθμητα φυτά, και λίγες μέρες μετά, στις 25 Ιουνίου, πέθανε, σε ηλικία 94 ετών. Ο Ματθαίος Πόταγας ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με τη ζωή και την ιστορία ενός θρυλικού κινηματογράφου.

 

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Ο Ματθαίος Πόταγας, "εργαζόμενος-διευθυντής-ιδιοκτήτης" και αεικίνητη ψυχή του κινηματογράφου, κοιτάει το ρολόϊ του. 'Ωρα για προβολή ! Παλιά ήταν πίσω από τη μηχανή προβολής, μετά τα κατάφερνε μια χαρά και με τα ψηφιακά μέσα. © Σπύρος Στάβερης

 

 

του Γιώργου Μητραλιά

 
Για μια περίοδο της ζωής μου, το σινεμά ταυτιζόταν με τον “κύριο Πόταγα”. Δεν έλεγα πάω στο σινεμά ή πάω στο Πάλας. Έλεγα στους γονείς μου, “πάω στον κύριο Πόταγα”. Εννοώντας ότι πάω στον κύριο Πόταγα με την ελπίδα ότι αυτός θα με δει και θα μου κάνει νόημα να μπω -τζάμπα- στη μαγική σκοτεινή αίθουσα όπου διαδραματίζονταν οι πιο αξιοθαύμαστες ιστορίες του κόσμου…

 

Ήταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950 και δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι πως άρχισε αυτή η ιστορία. Σίγουρα, ο πατέρας μου γνώριζε τον κύριο Πόταγα και αυτός πρέπει να ήξερε ποιανού ήμουν παιδί. Έτσι, όταν μια μέρα, καθώς βρισκόμουν, κατά τη συνήθειά μου, μπροστά από το ταμείο του Πάλας μελετώντας εμβριθώς τις αφίσες και τις φωτογραφίες των ταινιών του “σήμερον” και των “προσεχώς”, έγινε το θαύμα: με πήρε το μάτι του κυρίου Πόταγα, που βρισκόταν -όπως πάντα- στο γραφείο του! Η συνέχεια έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές από το 1958 μέχρι το 1960: Ο κύριος Πόταγας με πλησίαζε και με ρώταγε  “Γιωργάκη, θέλεις να μπεις;”

 

Και έτσι άρχισα να πηγαίνω στο σινεμά. Το σκηνικό ήταν πάντα το ίδιο: ο Γιωργάκης έκανε τάχα πως ήταν... περαστικός και απλώς κοίταζε τις φωτογραφίες και τις αφίσες των ταινιών στο προθάλαμο του κινηματογράφου, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να ομολογήσει δημόσια πως τα οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν πολυτέλειες σαν το σινεμά. Όμως, ο καλός κύριος Πόταγας πρέπει να καταλάβαινε τα πάντα. Με το που αντιλαμβανόταν τον "αδιάφορο” Γιωργάκη και του έλεγε τη θαυματουργή φράση “θέλεις να μπείς”, η έξαψη του 10χρονου γινόταν ταχυπαλμία καθώς περνούσε από το φως του προθαλάμου στο σκοτάδι -και στη μυρουδιά- της αίθουσας των ονείρων του. Η ίδια ταχυπαλμία που τον έπιανε εξάλλου λίγα χρόνια αργότερα την ώρα που δρασκελούσε τις Κυριακές την “θύρα των επισήμων” στο γήπεδο της Λεωφόρου, όπου έμπαινε και πάλι τζαμπαρία, αλλά με σατανικό τέχνασμα αυτή τη φορά...

 

Περισσότερο κι από το σχολείο, φαίνεται τελικά πως ήταν στο σινεμά του κυρίου Πόταγα που ο Γιωργάκης άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του. Μετά από εξήντα τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι πια πόσες ταινίες είδα χάρη στον κύριο Πόταγα. Δεν μπορώ όμως να ξεχάσω δύο από αυτές: Πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη Γη ποτισμένη με ιδρώτα, και μετά το Γέρο και τη θάλασσα. Τα δάκρυα που έχυσα με τη πρώτη -που είδα μάλιστα δύο φορές!- ήταν ποτάμι. Όμως, καθώς δείχνουν οι πληροφορίες που αντλώ τώρα από τη Wikipedia, η ταινία δεν ήταν όποια κι όποια. Η μελοδραματική -και μιούζικαλ- Mother India, όπως ήταν το όνομά της, σημάδεψε την εποχή της και περιλαμβάνεται στις 100 καλύτερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου! Τώρα μάλιστα που το ξανασκέφτομαι, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ίσως ήταν τα πάθη και οι αγώνες της πρωταγωνίστριας, της διάσημης Ναργκίς, που μου προκάλεσαν τα πρώτα σκιρτήματα συμπάθειας και αλληλεγγύης στους φτωχούς και καταπιεσμένους της ανθρωπότητας...

 

Ο γέρος και η θάλασσα ήταν μια άλλη ιστορία που με σημάδεψε μάλλον βαθιά. Εδώ δεν έκλαιγα, αλλά η μάταιη προσπάθεια του Σπένσερ Τρέισι να φέρει στη στεριά τον γιγάντιο ξιφία του, με έβαζε σε μάλλον πρωτόγνωρες μέχρι τότε -και προφανώς αμπελοφιλοσοφικές- σκέψεις. Εξάλλου, τη ματαιότητα των προσπαθειών του πρωταγωνιστή, που παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα, ερχόταν να τονίσει το τοπίο της απέραντης θάλασσας με τα τεράστια ψάρια της, που δεν είχε καμιά σχέση με τον μικρό και ήρεμο Κορινθιακό όπου περνούσα τότε τα καλοκαίρια.

 

Εντελώς διαφορετική ήταν η ατμόσφαιρα που επικρατούσε τα πρωινά της Κυριακής, στον κινηματογράφο του κυρίου Πόταγα. Πάντα τουλάχιστον “δύο έργα, ένα καουμπόικο και ένα μίκη μάους”, και δεν θυμάμαι αν προβάλλονταν και τα -αναπόφευκτα εκείνο τον καιρό- Επίκαιρα, ελληνικά ή ξένα. Η πιτσιρικαρία γέμιζε το σινεμά και τη στιγμή που το “παλικαράκι” εμφανιζόταν καβάλα στο άλογο του στην κορυφή του λόφου, προαναγγέλλοντας ότι η Κάθαρση ήταν πια προ των πυλών, άρχιζε να γίνεται το σώσε: Έξαλλοι, πολλοί πιτσιρικάδες, ανέβαιναν πάνω στα καθίσματα και πανηγύριζαν προκαταβολικά για τη νίκη των καλών επί των κακών, ενώ μερικοί άλλοι, ακόμα πιο θερμόαιμοι, έτρεχαν πάνω κάτω στους δύο διαδρόμους της αίθουσας ανεμίζοντας κάποιο ρούχο τους…

 

Μετά,... μετά μεγάλωσα, μετακομίσαμε πάντα στο Παγκράτι αλλά πιο μακριά από το Τέρμα, και έπαψα να βλέπω τον κύριο Πόταγα. Τα χρόνια ή μάλλον οι δεκαετίες πέρασαν, και ένα βραδάκι πριν από μερικά χρόνια, από το μπαλκόνι της ανταποκρίτριας της Le Monde, που βρισκόταν ακριβώς στο πλάι και πάνω από το Πάλας, αναγνώρισα τον ίδιο πάντα κύριο Πόταγα να ανοίγει και να κλείνει πόρτες, μεταφέροντας μπομπίνες στο καμαράκι με τη μηχανή προβολής.

 

Ορκίστηκα να πάω να τον δω και να του μιλήσω μετά από σχεδόν 60 χρόνια, αλλά τελικά δεν το έκανα παρά 1-2 χρόνια αργότερα. Η συνάντηση δεν ήταν αυτή που είχα ετοιμάσει. Ο ευγενέστατος κύριος Πόταγας πρόσφερε -φυσικά- πορτοκαλάδα, αλλά εγώ μάλλον έχασα τα λόγια μου. Μουρμούρισα κάτι για τα πόσα του χρωστάω αλλά σταμάτησα έγκαιρα πριν τα λεγόμενά μου γίνουν υπερβολικά μελοδραματικά. Όσο για το σχέδιο να τον καλέσουμε στο σπίτι για να τον τραπεζώσουμε και κυρίως, για να του εκμυστηρευθώ με άνεση χρόνου αυτά που σκεφτόμουν για χρόνια για τον ίδιο, αυτό πήγε εντελώς περίπατο.

 

Γιατί γράφω τώρα όλα αυτά; Ίσως επειδή δεν μπόρεσα ποτέ να τα πω σε αυτόν όπως θα ήθελα. Ίσως επειδή χρειάζομαι να βάλω σε τάξη μερικές σκέψεις μου. Ίσως επειδή στην εποχή μας, χάνεται και εξαφανίζεται μέσα στο χρόνο, ό,τι δεν καταφέρνουμε να αποθηκεύσουμε στο Google. Και σίγουρα, επειδή θα ήταν τουλάχιστον ανήθικο να χαθεί μαζί με τον κύριο Πόταγα, και το δημιούργημά του, το ιστορικό Πάλας, που ο ίδιος κράτησε ζωντανό με νύχια και με δόντια σχεδόν επί ένα αιώνα, επιτελώντας ένα -όλο και πιο σπάνιο στην εποχή μας- κοινωνικό και πολιτιστικό έργο. Δηλαδή, κάτι που έχουμε ανάγκη σαν το οξυγόνο ειδικά στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς...

 

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Με όλα του τα νέον. Δεν υπήρχε ποτέ λάμπα καμμένη. © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Τόσο νέο! Και τόσο φανατικά σινεφίλ! © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Πίσω από τις αφίσες κρύβεται ο χειμερινός κινηματογράφος, μια πολύ ευρύχωρη αίθουσα σε στυλ art deco. © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Η χειμερινή αίθουσα. © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Το κουκλίστικο κυλικείο. Το κέρδος ήταν εντελώς άγνωστη λέξη στο Πάλας, στο κυλικείο όπως και στα εισητήρια : 3 ταινίες με 10 ευρώ (πριν την πανδημία). © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
Η ταράτσα του θερινού. © Σπύρος Στάβερης

 

Ο καλός κύριος Πόταγας...
"Ψυχαγωγεί και τέρπει". © Σπύρος Στάβερης