Ansel Jappe

 

'Ενας κόσμος από μπετόν

 

 

 

 

'Ενας κόσμος από μπετόν. Μία συνομιλία με τον Ansel Jappe, συγγραφέα του βιβλίου Μπετόν. 'Οπλο μαζικής κατασκευής του καπιταλισμού.

 

La Décroissance 

n° 174 -  Νοέμβρης 2020

 

Πώς το μπετόν έφτασε να καλύψει το περιβάλλον μας; Το βιβλίο του Ansel Jappe, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις L’Échappée, αναλύει την ιστορία αυτού του καταστροφικού υλικού και κατακρίνει μέσα από αυτό την σύγχρονη αρχιτεκτονική και πολεοδομία. 
 

"Τα εκτρώματα της σημερινής αρχιτεκτονικής και των σύγχρονων κατασκευών είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού του μπετόν και του χάλυβα", έχετε γράψει. Πώς το οπλισμένο σκυρόδεμα, που εμφανίστηκε με την εκβιομηχάνιση τον 19ο αιώνα, επεκτάθηκε τόσο πολύ στον κόσμο μας, και έγινε τόσο απαραίτητο για την υποδομή των κοινωνιών μας;

 

Anselm Jappe: Πώς φτάσαμε ως εδώ; Δεν ευθύνεται το μπετόν, λένε οι υπερασπιστές του. Είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τους Ρωμαίους, ιδίως για τον θόλο του Πάνθεον. Δεν είναι παρά ένα μείγμα άμμου, ασβέστη και νερού: τίποτα πολύ κακό. Αλλά αυτό το επιχείρημα είναι παραπλανητικό. Δεν είναι το μπετόν ως τέτοιο, που ανακαλύφθηκε εκ νέου τον 18ο αιώνα, που μετέτρεψε τον κόσμο, αλλά το μπετόν αρμέ, έτσι όπως χύνεται μέσα σε χαλύβδινο πλέγμα. Εφευρέθηκε γύρω στο 1867 και γρήγορα εξαπλώθηκε. Στην αρχή, ωστόσο, αντιμετωπίστηκε με μεγάλη δυσπιστία και οι αστοί δεν το ήθελαν για τα σπίτια τους. Η λαϊκή κατοικία υπήρξε το κύριο πεδίο εφαρμογής του. Ο πραγματικός θρίαμβός του, σε όλο τον κόσμο, ξεκίνησε μετά το 1945. Οι μεγαλύτερες ποσότητες δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγαση και τα δημόσια κτίρια, αλλά σε υποδομές: αυτοκινητόδρομοι, χώροι στάθμευσης, αεροδρόμια, αναχώματα, πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας, και πάνω από όλα φράγματα. Η Κίνα σπάει τώρα όλα τα ρεκόρ χρήσης του και δεν φαίνεται ότι σκοπεύει να σταματήσει. Ωστόσο, οι πιο "μικροί" το χρησιμοποιούν κι αυτοί: ένα καθόλου ασήμαντο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής σκυροδέματος "διοχετεύεται" σε παραγκουπόλεις και αυτοκατασκευασμένα κτίρια σε όλο τον κόσμο, δίνοντας στους φτωχούς την ψευδαίσθηση ότι έχουν γίνει "σύγχρονοι" και ανέβηκαν επίπεδο. Μόνο που τα κτίρια που χτίστηκαν με πολύ άμμο μέσα στο μπετόν καταρρέουν με τον πρώτο σεισμό.

 

Γιατί αυτή η κολοσσιαία επιτυχία; Πρώτον, επειδή το σκυρόδεμα είναι πραγματικά φθηνό: τα συστατικά του βρίσκονται εύκολα στη φύση, και η κατασκευή με μπετόν δεν απαιτεί ιδιαίτερα ειδικευμένη εργασία. Οι πιο ειδικές δεξιότητες και η διεύθυνση ανήκουν σε διπλωματούχους αρχιτέκτονες και μηχανικούς, κάτι που συμβαδίζει με τον κεντρικό ρόλο που αποκτούν οι τεχνοκράτες και οι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι εξουσιοδοτούνται από το κράτους και υπόκεινται στην αγορά, αλλά είναι αποκομμένοι από τους κατοίκους και τις ανάγκες τους. Η αύξηση του πληθυσμού, οι μεταναστεύσεις από την ύπαιθρο στην πόλη και οι καταστροφές του πολέμου χρησίμευσαν ως πρόσχημα, στη μεταπολεμική Ευρώπη, για τη μαζική χρήση του μπετόν, πρόσχημα που έγινε αποδεκτό από όλους, πριν διαδοθεί και στον υπόλοιπο κόσμο. Η τάση για τυποποίηση και ομοιομορφία, που βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής λογικής, ακόμη και όταν καλύπτεται περιστασιακά με το μανδύα της "εξατομίκευσης" και της "ξεχωριστής προσωπικότητας", εκδηλώνεται σε αυτό το υλικό που αντικαθιστά όλα τα άλλα και επιβάλλει παντού ένα παρόμοιο "ύφος" - οι νέες συνοικίες της Σαγκάης ή του Σάο Πάολο, του Παρισιού ή του Ριάντ δεν ξεχωρίζουν πλέον μεταξύ τους, ούτε και οι παραμελημένες περιοχές τους.

 

Οι οικολογικές καταστροφές αυτού του υλικού είναι ανυπολόγιστες...

 

Το μπετόν έχει χάσει την αθωότητά του και γίνεται τώρα συχνά στόχος επικρίσεων. Πολύ πρόσφατα, το δημαρχείο του Παρισιού ανακοίνωσε το "τέλος της βασιλείας του αυτοκινήτου, της πίσσας και του μπετόν" και η πλειοψηφία του δημοτικού του συμβουλίου είναι στα μαχαίρια, όπως φαίνεται, ερίζοντας για την τύχη της τσιμεντοβιομηχανίας Lafarge, που βρίσκεται στην όχθες του Σηκουάνα στο κέντρο του Παρισιού και κατηγορείται ότι ρίχνει στο ποτάμι ρυπογόνα απόβλητα. Όπως με τα φυτοφάρμακα, τα πλαστικά ή το πετρέλαιο, ανακαλύφθηκε σιγά σιγά ότι υλικά που παρουσιάζονταν ως καθαρά τεχνικές λύσεις σε παλιά προβλήματα της ανθρωπότητας συνδέονται στην πραγματικότητα με πολλές παρενέργειες απόλυτα ανεπιθύμητες.  Ωστόσο, το μπετόν δεν είχε αμφισβητηθεί για πολύ καιρό από το ευρύ κοινό. Γιατί;

 

Το μπετόν θεωρείται λιγότερο επιβλαβές και λιγότερο ρυπογόνο από τα προαναφερθέντα υλικά. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει: η σκόνη από μπετόν μπορεί να προκαλέσει αναπνευστικές ασθένειες· οι υψηλές θερμοκρασίες που είναι αναγκαίες για την παραγωγή του απαιτούν μεγάλη κατανάλωση ενέργειας, κάτι που συμβάλλει σημαντικά στις εκπομπές CO2· η εξόρυξη άμμου προκαλεί εκτεταμένες ζημιές σε παραλίες και ποτάμια, όπως και στις τοπικές συνθήκες διαβίωσης, ευνοώντας εγκληματικά δίκτυα διακίνησης, ιδίως σε φτωχές χώρες. Η "μπετονοποίηση" των πόλεων δημιουργεί "νησίδες θερμότητας" που καθιστούν απαραίτητο τον κλιματισμό, μια άλλη σύγχρονη μάστιγα· η "μπετονοποίηση" των εδαφών ευνοεί όλο και πιο καταστροφικές πλημμύρες· τέλος, η ανακύκλωση των απορριμμάτων του οπλισμένου σκυροδέματος σπάνια πραγματοποιείται λόγω του υψηλού κόστους της.

 

 

Γράψατε το βιβλίο σας μετά την κατάρρευση της οδογέφυρας Morandi στη Γένοβα. Κατά τη γνώμη σας, η κατάρρευση αυτή οφείλεται στο ίδιο το υλικό, το μπετόν αρμέ με διάρκεια ζωής λίγων μόνο δεκαετιών, που χαρακτηρίζει την σημερινή εποχή της απαξίωσης; Πώς μπορεί αυτή η κατάρρευση να θεωρηθεί ως "ένα κλασικό παράδειγμα της ύβρεως που χαρακτηρίζει στον υπέρτατο βαθμό και σε όλα τα επίπεδα τον καπιταλιστικό αντι-πολιτισμό", όπως γράφετε; Πρέπει να περιμένουμε κι άλλες καταρρεύσεις και την αποσάθρωση των τεράστιων υποδομών μας από μπετόν;

 

Εδώ, όπως και σε άλλες "οικολογικές" περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν συνίσταται μόνο σε μετρήσιμες οχλήσεις, και δεν απαντάμε σ' αυτό με λύσεις που είναι οι ίδιες τεχνολογικές, όπως το λεγόμενο "πράσινο μπετόν". Το μπετόν αρμέ είναι πραγματικά παιδί της καπιταλιστικής όσο και της βιομηχανικής εποχής. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να ανακαλύψουμε σ' αυτό πολλά άλλα ελαττώματα. Όπως και ο καπιταλισμός, εν γένει, το μπετόν ζει βραχυπρόθεσμα διακηρύσσοντας "Μετά από μένα, ό, τι θέλει ας γίνει!" Η κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα, στις 14 Αυγούστου 2018, κατέδειξε με ιδιαίτερα έκδηλο τρόπο ότι το σκυρόδεμα σε συνδυασμό με χαλύβδινο οπλισμό - αυτό που ονομάζεται "μπετόν αρμέ" - δεν έχει απεριόριστη διάρκεια, όπως το πιστεύαμε την εποχή της καθολικής χρήσης του στις δεκαετίες 1950-1960. Μετά από περίπου πενήντα χρόνια, η διάβρωση του χάλυβα που οπλίζει το μπετόν, πρακτικά αναπόφευκτη, αλλά συχνά δύσκολο να ανιχνευθεί, έχει ως αποτέλεσμα να χρειάζεται η εν λόγω κατασκευή μόνιμη και δαπανηρή συντήρηση, την οποία πρέπει να αναλάβουν είτε οι δημόσιες αρχές που υπόκεινται σε περικοπές προϋπολογισμού, είτε οι ιδιώτες ιδιοκτήτες που έχουν εμμονή με την "ανταγωνιστικότητα". Πρόκειται για μια δαπάνη που αναβάλλεται εύκολα.

 

Μπορούμε λοιπόν να αναμένουμε ότι οι πολυάριθμες κατασκευές που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια των "Trente Glorieuses" [η περίοδος 1945-1975 - σ.σ.], που ήταν και η μεγάλη εποχή του μπετόν αρμέ, για μια ιδιωτική κατοικία ή για ένα φράγμα, σύντομα θα παρουσιάσουν σοβαρά προβλήματα. Οι επίσημες εκθέσεις εκφράζουν ανησυχία για την κατάσταση των γεφυρών στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη - έως και 25.000 γέφυρες στη Γαλλία βρίσκονται σε επικίνδυνη κατάσταση, σύμφωνα με κοινοβουλευτική έκθεση του 2019. Η καπιταλιστική και βιομηχανική "κατάρρευση της νεοτερικότητας" θα μπορούσε επομένως να αποκτήσει ένα πολύ συγκεκριμένο, πολύ υλικό νόημα. Και με τρόμο αναλογιζόμαστε τι ερείπια θα αφήσει πίσω του η κατάρρευση ενός κόσμου από μπετόν, αμίαντο, πλαστικό και αλουμίνιο! Σίγουρα δεν θα είναι τα ερείπια της αρχαίας Ρώμης.

 

Δείχνετε επίσης ότι το μπετόν τυποποιεί τους τόπους ζωής, καταστρέφει τη βιοτεχνία και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Ως προς τι είναι το κορυφαίο υλικό μιας απάνθρωπης αρχιτεκτονικής και μιας πολεοδομίας που μετατρέπει τις πόλεις σε γεωμετρικούς χώρους αφιερωμένους στην κυκλοφορία μηχανημάτων;

 

Το μπετόν έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εμπορευματοποίηση της κατοικίας και στη μαζική κατασκευή "στεγαστικών μηχανών", όπως πολύ σωστά, και με μια δόση υπερηφάνειας, τις ονόμαζε ο Le Corbusier -που εξακολουθεί να απολαμβάνει σήμερα σε ένα μέρος του κοινού τη φήμη του σπουδαίου αρχιτέκτονα και μάλιστα και του σπουδαίου ανθρωπιστή, ενώ δεν έκρυψε ποτέ τις αυταρχικές και ταξικές του προθέσεις: εκλεπτυσμός για τους πλούσιους πελάτες του, "κουνελόκλουβα" για τους άλλους. Το μπετόν είχε θετικό πρόσημο και στην αριστερά, η οποία είδε σ' αυτό ένα προλεταριακό υλικό, ιδιαίτερα κατάλληλο για την ανάπτυξη της λεγόμενης "κοινωνικής", δηλαδή φθηνής, κατοικίας.

 

Αυτό που κανείς δεν ήθελε να δει, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις όπως οι Καταστασιακοί, είναι ότι η κατοίκηση δεν συνίσταται μόνο στο να έχεις "μια σκεπή πάνω από το κεφάλι σου", όπως και το φαγητό δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί μια απλή απορρόφηση μιας ορισμένης ποσότητας θερμίδων. Και στις δύο περιπτώσεις, ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών και συμβολικών παραγόντων υπεισέρχεται - κατοικώ σημαίνει πάνω από όλα ότι έχω τη θέση μου στον κόσμο, ότι συνδέομαι με τον κόσμο. Για χιλιετίες, και σε όλο τον κόσμο, η αρχιτεκτονική, με την ευρεία έννοια, είχε πάντα αυτή τη λειτουργία.

 

Πρέπει επίσης να κατηγορηθεί το μπετόν για αυτό που συχνά διατυμπανίζουν, αντίθετα, ως τη μεγαλύτερη αξία του: ότι έκανε δυνατή την αρχιτεκτονική του 20ου αιώνα. Το "brutalism"  δεν έχει πλέον ιδιαίτερη καλή φήμη, αλλά ποιος θα ήθελε να εγκαταλείψει το μπετόν, τόσο εύκολο στη χρήση και τόσο φθηνό; Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι το μπετόν - ή, για να το θέσουμε καλύτερα, όσοι το χρησιμοποιούν! - είναι ο κυρίως υπεύθυνος της δολοφονίας της "παραδοσιακής" ή "ανώνυμης" αρχιτεκτονικής, στην πόλη όπως και στην ύπαιθρο. Μιας γενικά "αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονες", όπως την ονόμασε ο ιστορικός της αρχιτεκτονικής Bernard Rudofsky. Παρουσίαζε, ωστόσο, πολλά πλεονεκτήματα: κατασκευή από τους ίδιους τους κατοίκους ή από τοπικές ομάδες, με λίγες τεχνολογίες, αλλά αξιοσημείωτη τεχνογνωσία· χρήση τοπικών διαθέσιμων υλικών· προσαρμογή στις κλιματολογικές συνθήκες του τόπου· γενικά μια πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής· μία αρκετά χαμηλή οικολογική επιβάρυνση· ένας συνδυασμός υλικών, κοινωνικών και συμβολικών κριτηρίων· μία μεγάλη γκάμα αποχρώσεων ακόμη και μέσα στο ίδιο χωριό. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική δεν είναι "πρωτόγονη", αλλά συχνά παρουσιάζει εξαιρετικές τεχνικές λύσεις, ως αποτέλεσμα της εμπειρίας, για παράδειγμα όσον αφορά τη θερμομόνωση. Διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και ως εκ τούτου συμβάλλει στην ποικιλομορφία του κόσμου, στον πλούτο του, στην ικανότητα προσαρμογής στις τοπικές συνθήκες, και στο σύνολό της αποτελεί μία από τις κύριες μαρτυρίες της ανθρώπινης ιδιοφυΐας. Η υποτίμηση, ακόμη και η καταστροφή αυτής της κληρονομιάς, και η αντικαταστασή της με κτίρια από μπετόν αρμέ ή κυψελωτά τούβλα, που επαναλαμβάνονται ολόιδια εκατοντάδες φορές στο ίδιο μέρος θα φανεί αναμφίβολα, μια μέρα, ως μία από τις μεγαλύτερες παραφροσύνες της βιομηχανικής και καπιταλιστικής εποχής (που δεν φείδεται από τέτοιες!).

 

Φυσικά, το να χτίζεις με πελεκημένη πέτρα απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο, κάτι που στον καπιταλισμό σημαίνει περισσότερα χρήματα. Εάν θέλουμε ένα σπίτι που διαλύεται τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης έχει αποπληρώσει το δάνειό του, προκειμένου να ξεκινήσουμε μία άλλη κατασκευή με την "απόδοση επένδυσης", τις "θέσεις εργασίας" που δημιουργεί και την "οικονομική ανάπτυξη" που προκύπτει, τότε η πέτρα πράγματι δεν είναι κατάλληλη. Αν, αντιθέτως, καταλαβαίνουμε, όπως το έλεγε ήδη ο William Morris τον 19ο αιώνα, ότι μια τέτοια κατασκευή θα διαρκέσει πολύ και θα επιτρέψει στην κοινωνία να "ξεκουραστεί", τότε η πέτρα είναι κατάλληλη. Αλλά ο καπιταλισμός κατάφερε να μετατρέψει ένα από τα παλαιότερα υλικά στον κόσμο σε πολυτέλεια για τους πλούσιους! Μαζί με αυτά τα υλικά έχουν επίσης εξαφανιστεί οι δεξιοτεχνίες που είχαν υπομονετικά συσσωρευτεί επί αιώνες, το πνεύμα της συλλογικής κατασκευής, και γενικά η τέχνη της κατοικίας ως μέρος της τέχνης της ζωής, σε όλα τα επίπεδα.

 

"Η κριτική της αρχιτεκτονικής, και του μπετόν ειδικότερα, αποτελεί το ιδανικό σημείο σύνδεσης μεταξύ της κριτικής του καπιταλισμού, ως οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, και της κριτικής της βιομηχανικής κοινωνίας", γράφετε στον επίλογό σας. Γιατί είναι ουσιαστική αυτή η σύνδεση σήμερα;

 

Υπάρχει μία παθιασμένη σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική νεωτερικότητα και το μπετόν, λιγότερο ορατή και μάλλον "υποσυνείδητη". Η συσσώρευση κεφαλαίου σημαίνει συσσώρευση χρημάτων και σημαίνει επίσης συσσώρευση ποσοτήτων αξίας. Η αξία (με τη μαρξική έννοια) προκύπτει από την αφηρημένη εργασία, δηλαδή την αφηρημένη πλευρά της εργασίας: η εργασία που θεωρείται μόνο ως ποσότητα δαπανημένης ανθρώπινης ενέργειας, η οποία και μετριέται στη βάση του χρόνου εργασίας. Η αφηρημένη πλευρά της εργασίας είναι η μόνη που έχει σημασία στην καπιταλιστική προοπτική, όπως το καταδεικνύει η υποταγή ολόκληρης της ζωής στη λογική του χρήματος και του πολλαπλασιασμού του. Από την άποψη αυτή, όλες οι εργασίες είναι ίσες, μόνο η ποσότητα της αξίας που παράγουν μετράει, και όλες οι αξίες χρήσης δεν είναι πάρα "φορείς" αυτής της θεμελιώδους και πάντα ίσης αφαίρεσης, που είναι η αξία των εμπορευμάτων που δημιουργείται από την αφηρημένη εργασία . Ο Μαρξ μιλάει για "πολτό" για να χαρακτηρίσει αυτήν την άμορφη μάζα αφηρημένης εργασίας.

 

 

 

 

Τι αντιστοιχεί όμως καλύτερα, στο υλικό επίπεδο, σε αυτό το "πολτό", αν όχι ορισμένα υλικά όπως το πλαστικό ή το μπετόν; Τεχνητά, πάντα πανομοιότυπα, άσχετα με το περιβάλλον τους, ικανά να πάρουν οποιαδήποτε μορφή χωρίς να έχουν καμία δική τους: το μπετόν είναι ιδανικό για να συγκεκριμενοποιεί, να υλοποιεί αυτή τη θεμελιώδη και άυλη αφαίρεση που κυριαρχεί στη σύγχρονη κοινωνία. Αν θυμόμαστε ότι το μπετόν ονομάζεται concrete στα Αγγλικά (εξ ου και το Concrete Jungle de Bob Marley), μπορούμε να πούμε, παίζοντας λίγο με τις λέξεις, ότι το μπετόν είναι η συγκεκριμένη πλευρά της καπιταλιστικής αφαίρεσης. Φυσικά, κανένας επιχειρηματίας δεν πρόκειται να σας πει ότι αυτός είναι ο λόγος που προτιμά τις κατασκευές από μπετόν: αλλά το μπετόν έχει τους λόγους του που η λογική δεν γνωρίζει.

 

Να γιατί το μπετόν και ο κόσμος του βρίσκονται στο σημείο όπου διασταυρώνεται η κριτική του καπιταλισμού με την κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας: δεν πρόκειται για ένα "ουδέτερο" υλικό που χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο από τον καπιταλισμό, και που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άλλους πιο ευγενείς σκοπούς. Η ίδια η δομή του επιδέχεται την κριτική, και οι εφαρμογές του ακόμη περισσότερο. Αυτό το παράδειγμα θα έπρεπε επομένως να δώσει την ευκαιρία να συνδεθεί η κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας με αυτήν του καπιταλισμού, που δεν νοείται μόνο ως κυριαρχία μιας τάξης πάνω στην άλλη, αλλά και ως ταυτολογική και παράλογη συσσώρευση αξίας μέσω της εργασίας. Δεν είναι αλήθεια ότι οι τεχνολογίες, όπως λένε ορισμένοι, δεν είναι "ούτε καλές ούτε κακές" και ότι όλα εξαρτώνται από τον τρόπο που τις χρησιμοποιείς. Βλέπουμε τώρα πια εύκολα ότι αυτό δεν ισχύει για την πυρηνική ενέργεια, για παράδειγμα, ή για τη γενετική μηχανική. Το παράδειγμα του μπετόν μάς διδάσκει, από την άλλη πλευρά, ότι ακόμη και τεχνικές φαινομενικά "μη ολέθριες", σχεδόν "αθώες", είναι στην ίδια τους τη δομή συνυφασμένες με τον καπιταλισμό και μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σε αυτό το καθεστώς που με τη σειρά τους διαιωνίζουν. Επομένως, δεν θα έπρεπε να επικρίνουμε το μπετόν χωρίς να αμφισβητούμε την καπιταλιστική κοινωνία που το προώθησε - αλλιώς πέφτουμε στο greenwashing και τις οικολογικές συνοικίες που διαχειρίζεται η Google - ούτε και να καταγγέλλουμε τον καπιταλισμό χωρίς να ανησυχούμε για τα υλικά και τις τεχνικές του - διαφορετικά καταλήγουμε να απαιτούμε από την κυβέρνηση την κατασκευή νέων εργατικών κατοικίων ...

 

Ο Anselm Jappe είναι Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας
 
Μτφ. Σ.Σ.

 

Πέραμα
"Στις παραγκουπόλεις και τις φτωχές συνοικίες, ο τσιμεντόλιθος, ο χρυσός του φτωχού, υλοποιεί το δικαίωμα στην πόλη" Armelle Choplin, γεωγράφος και πολεοδόμος. Φωτ. Σπύρος Στάβερης (Πέραμα)