Η τέχνη του περιπάτου, η φιλοσοφία του βαδίσματος
Frédéric Gros, Περπατώντας (Marcher, une philosophie). Εκδόσεις Ποταμός σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο, Αθήνα, 2015. Μετάφραση Ρούλα Τσιτούρη.

 

Κοιταξέ με, είμαι χωρίς σπίτι, χωρίς πόλη, χωρίς περιουσία, χωρίς δούλο. Κοιμάμαι χάμω. Δεν έχω γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε το σπιτάκι του πραίτορα, αλλά μόνο γη και ουρανό και ένα τριμμένο ρουχαλάκι. Και τι μου λείπει ; Δεν είμαι δίχως λύπη, δεν είμαι άφοβος, δεν είμαι ελεύθερος ;

Επίκτητος

 

 

 

Η τέχνη του περιπάτου, η φιλοσοφία του βαδίσματος
Διογένης και Μεγαλέξανδρος. Διαφημιστική γκραβούρα της Liebig. Βλ. timbres-sur-ordonnance.com

 

"Η μοναδική σχολή της αρχαιότητας που ήταν αληθινά περιπατητική ήταν η σχολή των Κυνικών. Οι οπαδοί της βρίσκονταν σε κατάσταση μόνιμης αναζήτησης και διαρκούς περιπλάνησης, όπως οι σκύλοι. Πάντα στο δρόμο, πήγαιναν από πόλη σε πόλη, από δημοσιά σε δημοσιά.

 

Ξεχώριζαν από το ύφος και το παρουσιαστικό τους. Στο χέρι κρατούσαν ένα μπαστούνι, στους ώμους είχαν ριγμένο ένα κομμάτι χοντρό ύφασμα που τους χρησίμευε για κουβέρτα, παλτό και στέγη, στην πλάτη κουβαλούσαν ένα άδειο σακίδιο, γιατί κατά το παρελθόν είχαν βαδίσει τόσο πολύ που ακόμα και τα παπούτσια τούς ήταν περιττά : το πέλμα τους είχε γίνει πιο ανθεκτικό και από δερμάτινη σόλα. 'Οταν δεν ήταν ξυπόλυτοι φορούσαν σανδάλια. Περισσότερο ακόμα και από προσκυνητές του Μεσαίωνα, έμοιαζαν με ιεροκήρυκες των Ταγμάτων των Επαιτών. Μόνο που αυτοί δεν περπατούσαν για να μεταλαμπαδέυσουν το όρομα της αγιότητας αλλά για να προκαλέσουω, να φυτέψουν τον σπόρο της ανησυχίας. Η τέχνη τους ήταν η επίθεση, όχι το κήρυγμα. Εκστόμιζαν ύβρεις και προσβολές, επιτίθονταν λεκτικά.

 

Το δεύτερο χαρακτηριστικό τους, πέρα από την εμφάνιση, ήταν ο λόγος τους. Κατ' ουσίαν δεν μιλούσαν αλλά γάβγιζαν. Η γλώσσα τους ήταν τραχιά και επιθετική. Μόλις έφταναν στον προορισμό τους, έπειτα από μέρες συνεχούς βαδίσματος, κατευθύνονταν στην αγορά, όπου δημηγορούσαν φωνασκώντας στο πλήθος, που μαζευόταν με χαρά για να τους ακούσει, αλλά και με ένα ακαθόριστο αίσθημα ανησυχίας, που εκπορευόταν από το γεγονός πως ο καθένας αποτελούσε στόχο και κρινόταν για τις συνήθειες, τη συμπεριφορά και τις πεποιθήσεις του. Ωστόσο, αυτοί που αγόρευαν μπροστά τους δεν ανέπτυσσαν κάποια πραγματεία περί ηθικής, ούτε αναλίσκονταν σε μεγαλόστομες επιδείξεις της σοφίας τους. Ο κυνικός γαβγίζει : τα λόγια του είναι λίγα αλλά αιχμηρά. Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται μάλλον για μια σειρά από εντολές και καυστικά αστεία που επανέρχονται συχνά μέσα στο λόγο του, για συνεχείς αφορισμούς.

 

Οι κοινωνικές συμβάσεις στηλιτεύονται, οι κοινωνικοί συμβιβασμοί γίνονται αντικείμενο χλεύης : ο γάμος, ο σεβασμός της ιεραρχίας, η πλεονεξία, ο εγωϊσμός, η δίψα για αναγνώριση, η δειλία, οι συνήθειες, οι φαυλότητες, η απληστία. Η νομαδική τους κατάσταση τους επιτρέπει να σχολιάζουν τους πάντες και τα πάντα, να καταγγέλουν, να εξαπολύουν μομφές, να γελοιοποιούν.

 

Αυτό που συνδέει τον κυνικό φιλόσοφο με την κατάσταση του περιπατητή ξεπερνά κατά πολύ την εξωτερική του εμφάνιση, που αναμφίβολα προσιδιάζει σε πλάνητα. Πρόκειται πρωτίστως για μια εσωτερική εμπειρία, η οποία είναι συνδεδεμένη με τις μεγάλες μετακινήσεις και που όταν βιωθεί στο περιβάλλον της πόλης πυροδοτεί σοβαρές αναταραχές."

Frédéric Gros, Περπατώντας.

(Κεφάλαιο 15  : Η φιλοσοφία των κυνικών).