'Εφιππα αγάλματα και συμβολικός χώρος

 

 

'Εφιππα αγάλματα
Το χάλκινο έφιππο άγαλμα του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου, το διασημότερο, αρχαιότερο και μοναδικό έφιππο άγαλμα της αρχαίας Ρώμης που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Εκτίθεται στο Palazzo dei Conservatori.

 

 

Διαμοιράζοντας το συμβολικό χώρο της εξουσίας

 

Richard BOUCHON

Université Lumière-Lyon 2, Histoire et Sources des Mondes Anciens UMR 5189
Réelles présences ? Approche matérielle et symbolique des relations entre la Grèce balkanique et les officiels romains, de Mummius Achaïcus à Antoine
Academia Edu.

 

*

Τα έφιππα αγάλματα

 

 

Ο ελληνικός δημόσιος χώρος έβριθε από εικόνες πολεμικών αρχηγών, κάτι που εξέπληττε τους Ρωμαίους αν πιστέψουμε το ευφυολόγημα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, στον οποίο η Κόρινθος προσέφερε ένα έφιππο άγαλμα: "δεν μου αρέσει το ιππικό" [στο ιππικό του ρωμαϊκού στρατού δεν συγκαταλέγονταν Ρωμαίοι, παρά μόνο σύμμαχοι και υπόδουλοι της Ρώμης -σ.σ.]. Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι η παρατήρηση δεν ισχύει πλέον για την εποχή που ακολούθησε την ήττα των μεγάλων ελληνιστικών κρατών και ότι είχε πάψει κάθε μορφή ανταγωνισμού για την κατάληψη του συμβολικού χώρου της εξουσίας.

 

Η τιμητική γλυπτική του δεύτερου μισού της ελληνιστικής περιόδου ήταν κυρίως τριών ειδών: το έφιππο άγαλμα, το άγαλμα με πανοπλία, το ηρωικό γυμνό, και τα τρία με πολεμική παράσταση. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν έμειναν από τα διατηρημένα μνημεία παρά μόνο τμήματα της βάσης που στήριζε το άγαλμα, γεγονός που καθιστά αδύνατη την αναγνώριση του τύπου του αγάλματος. Η πιο εύκολα αναγνωρίσιμη σειρά, ωστόσο, είναι εκείνη των έφιππων αγαλμάτων, λόγω των αναγνωρίσιμων μορφολογικών στοιχείων των βάσεων που τα υποστήριζαν: σε αυτήν την περίπτωση, ακόμη και αν αναφερθούμε στον κατάλογο του H. Siedentopf, το οποίο συνοψίζεται σε μία κατεξοχήν στρατιωτική απεικόνιση, βλέπουμε ότι τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά θεμέλια ή βάσεις χωρίς αφιέρωση, καθώς το κείμενο ήταν χαραγμένο στο πάνω μέρος της βάσης. Αλλά η γενικότερη εντύπωση που προκύπτει από αυτήν τη λιγότερο ελλιπή σειρά είναι ότι, για την περίοδο που ξεκινά από τα μέσα του 2ου αι. και φτάνει ως τα μέσα του επόμενου αιώνα, λίγα αγάλματα αναπαριστούν έναν έφιππο  Έλληνα, καθώς ακόμη και οι μεγάλες σειρές που έχουν ανακτηθεί αναπαριστούν Ρωμαίους με στρατιωτικά αξιώματα.

 

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η αναπαράσταση της στρατιωτικής δύναμης ήταν το προνόμιο της Ρώμης, μετά τις διαδοχικές ήττες και τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στα ελληνικά κράτη σε θέματα στρατολόγησης. Θα μπορούσαμε να δανειστούμε εδώ την έκφραση του Graham Oliver σχετικά με την οπτική αντίληψη της δύναμης ("Οπτικοποίηση της Δύναμης"). Αλλά οι εξαιρέσεις φαίνονται σημαντικές από την άποψη αυτή, στο πλαίσιο των ελλιπών πηγών.

 

Μπορούμε να καταγράψουμε έναν πολύ μικρό αριθμό βάσεων έφιππων αγαλμάτων που δεν αναπαριστούν Ρωμαίους, χωρίς να γνωρίζουμε πλήρως τη συγκυρία που οδήγησε στη χορήγηση μιας τέτοιας εξαιρετικής τιμής: ανακτήθηκαν οι βάσεις που φέρουν τα αγάλματα του Δάμωνα, γιου του Αλκισθένη από την Πάτρα - εκτέθηκε στην Ολυμπία ίσως γύρω  στο 120 π.Χ. -, του Αριστόβουλου, γιου του Ξενοδόκου από την Επίδαυρο - εκτέθηκε στην πατρίδα του τον 1ο αιώνα. π.Χ -, ίσως και του Αριστόδαμου από την Πάτρα στους Δελφούς, ενός ανωνύμου από την Άνδρο, γιου των Επιγένη, που τιμήθηκε από τον Ωρωπό στα τέλη του 1ου αιώνα. π.Χ, κατάλογος στον οποίο πρέπει να προστεθούν τα τρία αγάλματα για τα δύο αδέλφια από τη Λάρισα, τον Μενεκράτη και τον Ισαγόρα, στους οποίους αναφέρονται τα διατάγματα των Δελφών και της Αμφικτυονίας που χρονολογούνται από το 106 π.Χ.

 

Οι δύο άντρες από την Πάτρα τιμήθηκαν επειδή μπήκαν επικεφαλής των βοηθητικών στρατευμάτων: αυτό είναι εξακριβωμένο για τον πρώτο, καθώς οι στρατιώτες του, που προέρχονταν από είκοσι περίπου πόλεις της Αχαΐας, του έκαναν την τιμή να του αφιερώσουν ένα άγαλμα, αλλά για τον δεύτερο μόνο πιθανολογείται. Η υπόθεση διατυπώθηκε από τον Jean Bousquet, ο οποίος συνέκρινε δύο στοιχεία από τους Δελφούς: μια ανώνυμη βάση έφιππου αγάλματος και ένα διάταγμα, που εκδόθηκε γύρω στο 120, προς τιμή του Αριστοδάμου, γιου του Λυκίνου από την Πάτρα. Η αιτιολογία του διατάγματος αναπτύσσεται, αλλά δεν αποκαλύπτει πολλά για την ακριβή κατάσταση που θα εξηγούσε γιατί το πρόσωπο αυτό έλαβε τόσες πολλές τιμές - το στέμμα του θεού και ένα χάλκινο άγαλμα με τη μορφή του στο εσωτερικό του ιερού -: η πόλη το είχε ζητήσει μέσω μιας αντιπροσωπείας, και στο αίτημα αυτό η απάντηση υπήρξε ευνοϊκή. Το έγγραφο συγκρίθηκε με μια βάση αγάλματος από την οποία λείπει το πάνω μέρος που έφερε το όνομα του δικαιούχου: παραμένει μόνο μια λίστα με ονόματα στην ονομαστική, τους αφιερωτές, δύο Πατρινούς, έναν Αθηναίο, έναν Ελεάτη και έναν από τη Βιθυνία. Όλα δείχνουν ότι χρονολογείται από την ίδια περίοδο (σχήμα των γραμμάτων, σταδιοδρομία των δύο γλυπτών) και ότι το πρώτο όνομα είναι αυτό του γιου του Αριστοδάμου. Υποστηρίχθηκε ότι μια τόσο ετερόκλητη ομάδα δεν θα μπορούσε παρά να είναι μία ομάδα μισθοφόρων που τιμά έναν αξιωματικό, αρχηγό τάγματος ή κάτι παρεμφερές. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα επρόκειτο για Έλληνες που πολεμούσαν με τους Ρωμαίους, κοντά στους οποίους ο Αριστοδάμος θα είχε παίξει το ρόλο του ενδιάμεσου.

 

 

Ο εορτασμός των θεσσαλο-ρωμαϊκών στρατιωτικών κατορθωμάτων υπήρξε ίσως αφορμή και για μία άλλη σειρά γραπτών στοιχείων που χαράχτηκαν στη συνέχεια, στο ίδιο ύψος της βάσης της κολώνας του Αιμίλιου Παύλου, όπως το διάταγμα για τον Αριστοδάμο, και μπορεί ίσως να συσχετιστεί με τις επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά των Σκορδίσκων. Πρόκειται για τρία διατάγματα που αφορούν δύο Θεσσαλούς αδελφούς από τη Λάρισα, που τιμήθηκαν για παρεχόμενες υπηρεσίες, η φύση των οποίων δεν προσδιορίζεται, ώς συνήθως, αλλά δικαιούνται εξαιρετικές τιμές από την πόλη των Δελφών και το συμβούλιο της Αμφικτυονίας. Η αιτιολογία περιορίζεται σε επίσημες αναφορές, υπενθυμίζοντας ότι συμπεριφέρθηκαν "με ευσέβεια προς το ιερό του Πυθίου Απόλλωνα και με αφοσίωση στην πόλη μας", και ότι ξέρουν "πώς να φανούν χρήσιμοι σ' αυτούς [...] που τους το ζητούν, για δημόσιες όπως και για ιδιωτικές υποθέσεις, και ότι ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα με μεγάλη προθυμία".

 

Βεβαίως, η φόρμα του κειμένου είναι ακριβώς ίδια με αυτήν που χρησιμοποιείται σε ένα διάταγμα της ίδιας εποχής για τον Δημήτριο, γιο του Αριστοξένου από την Αθήνα, ιερέα του Πυθίου Απόλλωνα στην πόλη του και Αθηναίο θεαδωρόχο στα Πυθία και τα Σωτήρια, και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την περίπτωση να ήταν τα δύο αδέλφια εκπρόσωποι της Θεσσαλίας στην Αμφικτυονία, έχοντας τιμηθεί για την ευσεβή τους στάση κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Ωστόσο, είναι απολύτως αξιοσημείωτο ότι τους απονέμεται ένα έφιππο άγαλμα (εφ' ίππου). Επιπλέον, τα τρία διατάγματα χρονολογούνται με ακρίβεια, χάρη σε μία συγχρονία του άρχοντα των Δελφών με τον ομώνυμο Αθηναίο άρχοντα Αγαθοκλή, από το 106. Μήπως τα εγκώμια που έλαβαν ο Ισαγόρας και ο Μενεκράτης οφείλονται σε μια στρατιωτική ενέργεια, επειδή οδήγησαν τα Θεσσαλικά στρατεύματα δίπλα στους Ρωμαίους εναντίον των Σκορδίσκων το προηγούμενο έτος, ή επειδή συμμετείχαν σε κάποια επιχείρηση ειρήνευσης; Είναι γνωστό ότι ο Ισαγόρας είχε θέση στρατηγού στη Θεσσαλική Συνομοσπονδία και αναμφίβολα υπό αυτήν την ιδιότητα κατάφερε να οδηγήσει στρατεύματα· ο αδερφός του είναι ίσως ο ομοσπονδιακός ίππαρχος, δεύτερος διοικητής της συνομοσπονδίας. Η υπόθεση ενισχύεται από την πρόσφατη ανακάλυψη στη Λάρισα μιας βάσης που τιμά έναν ανώνυμο πολεμιστή που συμμετείχε στη νίκη επί των Σκορδίσκων.

 

Μία νίκη επί των Γαλάτων έχει πάντα μεγάλο αντίκτυπο στους Δελφούς: ο Μ. Minucius Rufus γιορτάζεται τότε διπλά ως μεγάλος νικητής στρατηγός με δύο έφιππα αγάλματα, ένα στην είσοδο του ιερού, που τον αναπαριστά πάνω σε ανασηκωμένο άλογο, και το άλλο στο προαύλιο του ναού, πάνω σε ένα άλογο με κανονικό βηματισμό, λειτουργώντας ανταγωνιστικά απέναντι στους ελληνιστικούς βασιλιάδες. Ωστόσο, τα δύο αγάλματά του που ανεγέρθηκαν στο ιερό αφιερώθηκαν από την πόλη των Δελφών και όχι από την Αμφικτυονία, η οποία θα ήταν η πιο κατάλληλη για να γιορτάσει μία νίκη ενάντια στη βαρβαρότητα. Είναι πιθανό να χρειάστηκε ο κυβερνήτης να μοιραστεί τη νίκη του με τους αξιωματούχους του στρατού του ελληνικού κράτους που δεν είχε ακόμη προστριβές με τη Ρώμη και απολάμβανε στα μάτια του μια αρκετά ευνοϊκή θέση.

 

Ας θυμηθούμε εδώ ότι κατά τη μάχη του Καλλίνικου το 171, οι Ρωμαίοι γλίτωσαν την πανωλεθρία μόνο χάρη στην παρέμβαση του Θεσσαλικού ιππικού που έσπευσε προς βοήθεια του Q. Marcius Philippus. Για να τιμήσουν εκείνους που έπεσαν κατά τη διάρκεια αυτού της μάχης, οι Θεσσαλοί διοργάνωσαν τοπικούς διαγωνισμούς, ηρωικής και στρατιωτικής φύσης, αποκλειστικά για Θεσσαλούς και Ρωμαίους: ως δοκιμασίες επιλέχτηκαν η στρατιωτική παρέλαση, η προσδρομή, οι ελιγμοί των ιππέων ή του πεζικού, "η εικονική μάχη, ιδίως προς τιμήν ενός αποθανόντος αρχηγού", η τοξοβολία, η στόχευση πάνω σε άλογο ή στο έδαφος, κ.λπ.). Οι παλαιότερες αποδείξεις αυτού του διαγωνισμού ανάγονται στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε άλλες διευκρινίσεις.

 

Τέλος, τίποτα στο διάταγμα προς τιμή του Αριστόβουλου της Επιδαύρου δεν υποδηλώνει ότι είχε κάποια στρατιωτικά καθήκοντα: αντιθέτως, του απευθύνονται ευχαριστίες για μία παραδοσιακή ευεργεσία (δαπάνες για προμήθεια σιτηρών ή δημόσιες δαπάνες). Τίποτα δεν γνωρίζουμε για τον Ανδριανό, γιο του Επιγένη, στον οποίο αποδίδει τιμές ο Ωρωπός.

 

Τα έφιππα αγάλματα, κατεξοχήν μνημείο της στρατιωτικής δύναμης, σχετίζονται επομένως εκείνη την εποχή με τρεις διαφορετικές κατηγορίες προσώπων: Ρωμαίοι στρατηγοί, μισθοφόροι αρχηγοί βοηθητικών στρατευμάτων ή στρατηγοί συμμαχικών κρατών, μεγάλοι ευεργέτες. [...]

 

Μτφ. Σ.Σ.