TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ

Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά: Τα καρνέ ζωγραφικής του Ορχάν Παμούκ

Αναμνήσεις από τα

μακρινά βουνά

 

Τα καρνέ ζωγραφικής του Ορχάν Παμούκ


 

"Πρέπει να γράψω για το πόσο ευτυχισμέμος νιώθω όταν καλύπτω ένα σχέδιο με κείμενο. Μεταξύ 7 και 22 ετών, πίστεψα ότι θα γινόμουν ζωγράφος. Στα 22 μου, ο ζωγράφος μέσα μου πέθανε και άρχισα να γράφω μυθιστορήματα. Το 2008, μπήκα σε ένα κατάστημα και βγήκα με δύο μεγάλες τσάντες γεμάτες μολύβια και πινέλα, ο ζωγράφος μέσα μου δεν είχε πεθάνει".

Ορχάν Παμούκ


 

Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά Facebook Twitter
Uzak Daglar ve Hatirla. © Orhan Pamuk


 

Jean-Paul Champseix
En attendant Nadeau - 21 Νοεμβρίου 2022


 

Είναι αρκετά σπάνιο να μπαίνεις τόσο βαθιά στην προσωπική ζωή ενός συγγραφέα. Οι Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά του Ορχάν Παμούκ σου προσφέρει μια πραγματική ευκαιρία για να το κάνεις. Στα νιάτα του, ο Τούρκος νομπελίστας σκεφτόταν να γίνει ζωγράφος· έπειτα όμως, η λογοτεχνική του κλίση - γύρω στα 22 του - αντικατέστησε την προηγούμενη. Αλλά το 2008, ο συγγραφέας απέκτησε "δύο μεγάλες τσάντες γεμάτες μολύβια και πινέλα": ο ζωγράφος "δεν ήταν νεκρός", αλλά "φοβόταν, ήταν πολύ ντροπαλός". Έτσι, άρχισε να σχεδιάζει διακριτικά σε σημειωματάρια, ώστε κανείς να μην βλέπει τα έργα του. Αυτή η συνήθεια έγινε πραγματική ανάγκη. Το βιβλίο παρουσιάζει 370 εικονογραφημένες σελίδες από τα καρνέ του, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιήσουν τους αναγνώστες του Παμούκ. 'Ετσι θα μπουν στο εργαστήρι ενός συγγραφέα που με τα χρώματα που χρησιμοποιεί φωτίζει τη δημιουργική του πράξη.

Δίπλα στο γραφείο στο οποίο γράφει ο Παμούκ έχει στηθεί ένα σχεδιαστήριο. Η επιθυμία να ζωγραφίσει συχνά ανεβαίνει μέσα του σαν μια "σεξουαλική επιθυμία" που τον κάνει να "ορμήσει" στα μολύβια. Πρέπει να πούμε ότι μερικές φορές γράφει από τις 8 π.μ. έως τις 8 μ.μ., αν και στενοχωριέται που δεν δουλεύει "σωστά" από τις 2 μ.μ. έως τις 6 μ.μ.! Σημειώνει: "Στο τέλος εργάζομαι άσχημα επειδή νευριάζω που εργάζομαι άσχημα". Αναρωτιέται: "Δουλεύω ασταμάτητα. Παράξενο. Σαν να είχα κάτι να αποδείξω". Το 2010, δυσαρεστημένος με τον εαυτό του, εφάρμοσε έναν "στρατιωτικό νόμο": να μην αφήνει την καρέκλα του! Η επιθυμία να γράφει είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη "να ξεφύγει από αυτόν τον κόσμο για να εισέλθει στον άλλο, τον υπέροχο κόσμο του μυθιστορήματος".

Τα σχέδια, ολοσέλιδα ή σε μικρά πλαίσια, "ένα μείγμα κινέζικης ζωγραφικής και ιμπρεσιονισμού", διατηρούν επίσης κάτι από την πουαντιγίστικη έμπνευση του Seurat - την οποία ο συγγραφέας λέει ότι έχει ξεπεράσει γιατί "ο φοβισμένος pointilliste [...] σκορπίζεται". Κοντά είναι και ο Ματίς. Ο Παμούκ χρησιμοποιεί μολύβια, ακρυλικά χρώματα και λαδοπαστέλ. Υπερβολικά επικριτικός με τον εαυτό του, λέει: "Δεν νομίζω ότι αυτό που ζωγραφίζω στο καρνέ μου είναι όμορφο. Προχωράω με μικρές λεπτομέρειες". Αυτό που θα ήθελε είναι να γλιστρήσει "κρυφά" στην εικόνα. Αναμφισβήτητα, τα μυθιστορήματα και τα σχέδια ενθαρρύνουν την απόδραση.

Τα σχέδια αυτά συνδέονται στενά με κείμενα, ενίοτε πολύ μακροσκελή. Η γραφή, σε διάφορα χρώματα, μπορεί να πλαισιώνει την εικόνα αλλά και να την καλύπτει με σφιχτές γραμμές. Το κείμενο αποτελεί έτσι μέρος του σχεδίου, όπως και το σχέδιο εισχωρεί στη γραφή. Η θεματολογία είναι εξαιρετικά ποικίλη, από απλές παρατηρήσεις για την καθημερινή ζωή - ταξίδια, εστιατόρια, συναντήσεις, προβλήματα υγείας, αϋπνία - μέχρι παιδικές αναμνήσεις και πεζά ποιήματα. Ο Παμούκ αναφέρει επίσης τα αναγνώσματά του: θαυμάζει περισσότερο τον Τολστόι, αλλά ταυτίζεται με τον Ρουσσώ. Το βιβλίο δεν ακολουθεί χρονολογική σειρά, κάτι που δεν ήταν απαραίτητο, καθώς ο συγγραφέας εξηγεί ότι σχεδίαζε, μερικές φορές χρόνια αργότερα, πάνω σε μια γραπτή σελίδα, ενώ αντίθετα, έγραφε πάνω σε ένα σχέδιο πολύ καιρό αφότου το είχε συλλάβει. "Έχω εδώ έναν δικό μου κόσμο", επειδή "αισθάνομαι πιο ελεύθερος". Η διαδοχή των σελίδων έγινε "σύμφωνα με το ΑΙΣΘΗΜΑ".

Με αυτή τη νέα του συνήθεια να καλύπτει με σκίτσα ολόκληρα σημειωματάρια, ο Παμούκ "ένιωθε λίγο ένοχος", επειδή "ήταν η απόδειξη ότι οι λέξεις δεν ήταν αρκετές". Ωστόσο, καταλήγει: "Αυτές οι αμφιβολίες δεν με απέτρεψαν". Προσθέτει ότι τον ευχαριστεί να "σκιτσάρει" αυτό που βλέπει, ενώ διαβεβαιώνει: "Πρέπει να πω πόση χαρά μου δίνει να καλύπτω ένα σχέδιο με κείμενο". Τα σχέδια τοπίων κυριαρχούν στο σύνολο, εξ ου και ο τίτλος "Τα μακρινά βουνά". Για τον συγγραφέα, "το ΤΟΠΙΟ είναι η βάση των πάντων". Η θέα της Ιστανμπούλ, "υπέροχη, με καλεί να σεβαστώ το σύμπαν". Τα τοπία - ορεινοί όγκοι, θάλασσα, νησιά, δασωμένοι λόφοι - δίνουν μια αίσθηση εμπιστοσύνης: "Σε ένα ύψωμα, με καθαρή θέα και τίποτα γύρω μου, είμαι ασφαλής...". Χωρίς να ξεχνά, ωστόσο, τα σχέδια των πλοίων που οδηγούν "εκεί όπου με πηγαίνει η ονειροπόληση όταν έχω κατάθλιψη".

Τα ταξίδια στην Ιταλία, την Ινδία, τη Βενετία, το Κάιρο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελούν επίσης αφορμή για όμορφες απεικονήσεις· και ορισμένα μέρη - τα φρούρια του Amber και του Jaigarh, στο Ρατζαστάν, το οχηρό του Ουρμπίνο, το παλάτι της Μάντοβα - "συγχωνεύουν" τα μυθιστορήματα εν αναμονή γραψίματος με τα πανοράματα. Ο Παμούκ παρατηρεί: "Τα βιβλία ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μου πρώτα χάρη σε μια εικόνα, μια σκηνή". Αφιερώνει επίσης σχέδια στην Γκόα, όπου έζησε. Ονειρεύεται "να μπορέσει να γράψει ένα βιβλίο μόνο για τα τοπία".

Η Ιστανμπούλ, φυσικά, κατέχει μια ιδιαίτερη θέση, μεταξύ ποίησης και ιστορίας. Ο Παμούκ δεν ξεχνά να ζωγραφίσει τον τόπο όπου, το 2005, δικάστηκε επειδή τόλμησε να μιλήσει για τη σφαγή των Αρμενίων. Μεταφέρει τα λουλούδια, τα χρώματα και τα κοράκια της Büyükada (η Πρίγκιπος, στη Θάλασσα του Μαρμαρά) στο φανταστικό νησί των Νυχτών Πανούκλας. Στα σημειωματάριά του, ο Παμούκ εκμυστηρεύεται ότι κάνει με την Κωνσταντινούπολη ό,τι έκανε ο Θορώ με το Walden.

 

Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά Facebook Twitter
Uzak Daglar ve Hatirla. © Orhan Pamuk


Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά Facebook Twitter
Uzak Daglar ve Hatirla. © Orhan Pamuk

 

Το βιβλίο είναι ένα πραγματικό εσωτερικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο που ξεκινά με έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη: "τα απότομα βουνά, η πλαγιά, η φωλιά ενός τεράστιου πουλιού, η επιθυμία μου να δω το ΝΟΗΜΑ να ανεβαίνει στον ουρανό, πάνω από τον φρέσκο τάφο μου". Και οι λέξεις πέφτουν βροχή από τον ουρανό. Ένα μικρό ποίημα βρίσκεται στη δεξιά γωνία: "ΜΑΥΡΟΣ ΗΛΙΟΣ, σκοτεινός ήλιος της μελαγχολίας και της λύπης". Βλέπουμε ένα βουνό να κατεβαίνει ως τη θάλασσα, με έναν ψηλό, ερειπωμένο πύργο απέναντι. Τα χρωματιστά σχέδια, καθώς και τα κείμενα, εκφράζουν συχνά φόβο, άγχος και αγωνία. "Είναι ωραίο να βρίσκομαι στον κόσμο, αλλά στην ψυχή μου παραμονεύει μια δυστυχία".

Το σχέδιο είναι απαραίτητο για να αποτυπωθεί η πραγματικότητα και να διατηρηθεί ένα ίχνος της. Ωστόσο, παρατηρεί πως η ανάμνηση ενός τοπίου μπερδεύεται με το ονείρο: "Ζω το παρόν σαν να ήταν παρελθόν". Αυτά τα σημειωματάρια τον συνοδεύουν "στις αίθουσες αναμονής, στα τρένα, τα μετρό, τα τραπέζια των καφενείων και στα εστιατόρια". Αν δεν του έφτανε ο χρόνος, επέστρεφε σπίτι του και χρωμάτιζε τα σκίτσα του όπως έκανε όταν ήταν παιδί. Τα σχέδια εμπνέουν. Σχεδιάζοντας κλαδιά, ο Παμούκ ήλπιζε ότι "θα προέκυπταν γράμματα και λέξεις". Θαυμάζει τον William Blake, τον οποίο θεωρεί "τον μεγαλύτερο από όλους τους συγγραφείς που χρησιμοποιούν το σχέδιο", ο οποίος ήξερε να σκέφτεται ταυτόχρονα "ΚΕΙΜΕΝΟ και ΕΙΚΟΝΑ". Δεν είναι τυχαίο ότι θαυμάζει τους Αμερικανούς καλλιτέχνες Raymond Pettibon και Cy Twombly. Ο ίδιος παραδέχεται: "Η ζωή που θα ήθελα να ζήσω = μια ζωή ζωγράφου. Αλλά δεν τα κατάφερα". Θα ήθελε να είχε ζωγραφίσει πίνακες "μεγάλους - νέους- παράξενους,  γεμάτους λεπτομέρειες, που θα έκαναν τους Τούρκους να καταλάβουν και να αγαπήσουν τη ζωή τους".

Τα σχέδια συχνά εκφράζουν την επιθυμία του να φτάσει σε "ένα απρόσιτο μέρος", "μυστηριώδες", "που δεν έχει πατηθεί ποτέ, ξένο". Είναι επίσης ένας τρόπος "να μπλέκω την ύπαρξή μου με τα πράγματα του κόσμου" και "να εισχωρεί η ποίησή της στην καθημερινή μου ζωή". Εντέλει, το σημειωματάριο αποτελεί και μια απόδειξη μιας πραγματικής χαράς της ζωής που αναδύεται μερικές φορές: "Συγκινήσεις, ίλιγγος, ενθουσιασμός, αισιοδοξία και η επιθυμία να γράφω και να ζωγραφίζω, έτσι εννοώ την ευτυχία."

Τα μυθιστορήματα και η εξέλιξή τους είναι παρόντα επειδή ο συγγραφέας "θέλει να ζει διαρκώς με τους χαρακτήρες του". Αναρωτιέται πώς να εγκαταστήσει την πριγκίπισσα στο νησί Μίνγκερ, ενώ αντιπαλεύει την αγωνία που "καταβάλλει" τον συγγραφέα των Νυχτών Πανούκλας. Σημειώνει ότι τα σχέδιά του, "πιο αφελή, πιο ανάλαφρα, πιο παιδικά", έρχονται σε αντίθεση με το "πυκνό, σκληρό, σκοτεινό" μυθιστόρημα. Και οι έντονες ανησυχίες που του δημιουργεί η υλοποίηση του Μουσείου της Αθωότητας, σε σχέση με το ομώνυμο βιβλίο, "σαπίζουν" τη συγγραφή του μυθιστορήματος Κάτι παράξενο στο νου μου. Κρίνει ένα κεφάλαιο: "Πολύ διδακτικό", "Δεν έχει ποίηση", και καταλήγει: "Ανακαλύπτω ξανά τη δυσκολία της συγγραφής ενός μυθιστορήματος". Ωστόσο, καθε άλλο παρά αιωνίως δυσαρεστημένος, ο Παμούκ δεν παραλείπει να αναφέρει ότι τον ευχαρίστησε να ξαναδιαβάζει ορισμένα αποσπάσματα. Δεν μετανιώνει για τις "πολύ αφελείς και ιδεαλιστικές" σελίδες. Το βιβλίο του μάλιστα του φαίνεται "υπέροχο, πρωτότυπο". Ο συγγραφέας ενθαρρύνει τον ήρωά του Mevlut να απαγάγει την όμορφη Rayiha επειδή αργεί.. και αναφωνεί "Κουράγιο, Ορχάν!", αλλά άλλες φορές λέει στον εαυτό του: "Υπομονή, Ορχάν", "Ανοίξου, Ορχάν", αλλά και "Ορχάν, ηρέμησε", "Μη φοβάσαι, Ορχάν", όταν "καταρρέει". Καταλήγει να ταυτίζεται πλήρως με τον ηρωά του! Δίνει επίσης στον εαυτό του οδηγίες: "ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΟΥΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ - ΠΟΛΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΗΧΟΙ - ΝΑ ΔΩ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΗΓΗΘΩ ΤΙΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΑ". Ωστόσο, αναγνωρίζει τη δυσκολία που πάντα αισθάνεται "στην αντιμετώπιση πολιτικών θεμάτων". Όπως και να 'χει, η συγγραφή είναι πάνω απ' όλα μια πράξη αυτοπεποίθησης: "Πρέπει να πιστεύεις σε αυτό, ακόμη και όταν δεν το πιστεύεις". "Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει πρώτα απ' όλα... να το αγαπάς, να ξέρεις πώς να βάλεις μέσα σε αυτό όλα όσα έχεις βιώσει". Καθώς ολοκληρώνει το μυθιστόρημα, η Ασλί, η σύντροφός του, του πρότεινε μερικές αλλαγές, τις οποίες αποδέχεται... ενώ ξαναρχίζει το κάπνισμα!

Η ομορφιά του χιονιού στους τρούλους της Κωνσταντινούπολης δεν τον κάνει να ξεχνάει την "τρομακτική ατμόσφαιρα οργουελικής τυραννίας" στην Τουρκία. Ακόμα και η έρημη Πρίγκηπος "του προκαλεί κατάθλιψη". Διαπιστώνει ότι τον πιάνει άγχος όταν ξαναδιαβάζει μια συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα Die Zeit για το Χιόνι, "ξεκάθαρη απόδειξη ότι δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης στην Τουρκία". Το 2011, ο Παμούκ κατηγορήθηκε στην ιστοσελίδα της συντηρητικής εφημερίδας Hürriyet ότι "πούλησε την πατρίδα του για να πουλήσει τα βιβλία του". Στο διαδίκτυο, οι "Τούρκοι φασίστες" τον λοιδορούν συνεχώς· ο Ερντογάν τον θεωρεί τρομοκράτη. Συνειδητοποιεί ότι το πείσμα του για την ίδρυση του Μουσείου Αθωότητας "κρύβει μια βαθιά αίσθηση προσκόλλησης στην Τουρκία, μια επιθυμία να αντισταθώ στον χρόνο, να εμποδίσω την καταστροφή της εστίας μου". Νοσταλγεί επίσης συχνά μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, καθώς σημειώνει: "Έχω γίνει ένας μοναχικός άνθρωπος. Ο οποίος κυκλοφορεί με αστυνομική φρουρά". Διαφαίνεται και μια κάποια μισανθρωπία : "Επιθυμώ να γράφω μυθιστορήματα χωρίς να βλέπω κανέναν για χρόνια", καθώς και μια αμφισβήτηση του εαυτού μου: "Κάθε νέα διάθεση με κάνει νέο άνθρωπο. [...] Είμαι λοιπόν διαρκώς ένας άλλος".

Ο Παμούκ δεν ανήκει πραγματικά στους κοσμικούς γιατί πλήττει γρήγορα και αισθάνεται στο εξωτερικό "τη μοναξιά τού να είσαι Τούρκος", παρά την επιτυχία του. Αποκαλεί επίσης τον εαυτό του "ανεπανόρθωτα ρομαντικό". Αλλά το πάθος του για τα μουσεία είναι μόνιμο, όπως και η ευχαρίστηση που αντλεί από το κολύμπι. Αυτές οι δύο δραστηριότητες είναι σωτήριες για την καταπολέμηση της κατάθλιψης. Το γοητευτικό και ειλικρινές αυτό βιβλίο μάς λέει πολύ περισσότερα για τον Παμούκ από ό,τι μία περισπούδαστη βιογραφία. Σχετικά με το παρόντα βιβλίο, ο συγγραφέας σκέφτεται πως "θα είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο" και αμέσως μετά, κρίνοντας από τα κείμενα, "αναρωτιέται αν αυτή η έκδοση είναι καλή ιδέα". Η Ασλί του είχε πει: "Μην δημοσιεύεις πράγματα πολύ προσωπικά". Δεν ακολούθησε καθόλου αυτή τη συμβουλή.

"Το να ζεις σημαίνει να βλέπεις". "Μια ζωή είναι το μελάνι μιας σειράς σχεδίων". Ο Παμούκ είναι πεπεισμένος ότι "ο άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει επειδή είναι περίεργος για την επερχόμενη εικόνα". Και προσθέτει κατηγορηματικά: "Ο άνθρωπος θέλει πάντα να βλέπει· γι' αυτό όλα τα σχέδια είναι όμορφα". Οι Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά ίσως το αποδεικνύουν. Αλλά, πάνω απ' όλα, ο Ορχάν Παμούκ εμφανίζεται στα σχέδια και τους προβληματισμούς του σαν ένας καλός και ντροπαλός άνθρωπος, παρότι δηλώνει ότι "ο συγγραφέας πρέπει να είναι μόνος".


Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά Facebook Twitter
Uzak Daglar ve Hatirla. © Orhan Pamuk


Αναμνήσεις από τα μακρινά βουνά Facebook Twitter

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον περασμένο Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις Gallimard:  Souvenirs des montagnes au loin. Carnets dessinés [Uzak Daglar ve Hatirlar]

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ