Από πολύ μικρός πηγαίνω στο γήπεδο. Ο πατέρας μου και η αδελφή μου Παναθηναϊκοί, εγώ από αντίδραση Ολυμπιακός. Για αρκετά χρόνια, τη δεκαετία του '80, έπαιζαν στο ΟΑΚΑ και οι δύο ομάδες. Μια Κυριακή έπαιζε ο Ολυμπιακός, μία ο Παναθηναϊκός κι εμείς οι τρεις σχεδόν κάθε Κυριακή ήμασταν εκεί.

 

Το γήπεδο ήταν τότε για ένα μικρό παιδί σαν εμένα μια μαγική εμπειρία. Κάθε φορά που μπαίναμε στη θύρα και έβλεπα τον αγωνιστικό χώρο από την κερκίδα ένιωθα μια τεράστια προσμονή να ξεκινήσει ο αγώνας και όταν ξεκινούσε, χάζευα τους παίκτες και τον κόσμο στις κερκίδες με ανοιχτό το στόμα.

 

Τις Κυριακές που δεν πηγαίναμε στο γήπεδο άκουγα τους αγώνες στο ραδιόφωνο, μπορούσα με μεγάλη ευχαρίστηση να κάτσω για μιάμιση ώρα και να ακούω τη ζωντανή μετάδοση από την ΕΡΑ σπορ, περιμένοντας το «Αναστόπουλος, Αναστόπουλος και ΓΚΟΛ», το οποίο μου προκαλούσε τόση χαρά όση λίγα πράγματα εκείνο τον καιρό.

 

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Αυτό αγαπάμε και αυτό είναι που κακοποιούν εδώ και χρόνια αυτοί που θα έπρεπε να το προστατεύουν, οι ιδιοκτήτες των ομάδων. Δεν τους ανήκει το ποδόσφαιρο, δεν τους ανήκει ούτε ελάχιστη από την αγάπη μας γι' αυτό.

 

Μετά διάβαζα τα αθλητικά στην εφημερίδα. Τόσο αναλυτικά που οι γονείς μου, για να διασκεδάσουν τους φίλους τους, με έβαζαν κάποιες φορές να πω τις αθλητικές ειδήσεις κι εγώ, που από μικρός μού άρεσε το καραγκιοζιλίκι, άρχιζα να λέω πόσο ήρθε η Ορεστιάδα με τον Άρη στο βόλεϊ και τι δήλωσε ο προπονητής του Πιερικού μετά το τέλος του αγώνα με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς.

 

Στον κήπο του σπιτιού του ξάδελφού μου του Γιώργου παίζαμε μπάλα κι εγώ, δύο χρόνια μεγαλύτερός του, του έδειχνα πώς να ντριμπλάρει, πώς να σουτάρει και πώς να κάνει εξόδους αν κάθεται τέρμα. Όλα αυτά με ζωντανή περιγραφή εννοείται, με φωνή που προσπαθούσε να μοιάσει του ηρωικού Μανώλη Μαυρομάτη.

 

Στο σχολείο παίζαμε μπάλα στα διαλείμματα, ήμασταν χωρισμένοι σε Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς και κρατούσαμε σκορ όλη τη χρονιά, κάτι σαν ένα πρωτάθλημα το οποίο είχε πολλές διακοπές, λόγω φριχτών επεισοδίων και τρομερά άγριων τάκλιν. Παίζαμε ποδόσφαιρο με μπάλες ποδοσφαίρου, με πλαστικές μπάλες, με μπαλάκια του τένις, με πατημένα κουτάκια Αμίτα, ακόμα και με πέτρες.

 

Τα βράδια της Κυριακής βλέπαμε «Αθλητική Κυριακή» και όταν τελείωνε η Α' Εθνική ο πατέρας μου μας έλεγε να πάμε για ύπνο κι εγώ πάντα παρακαλούσα να δω και τη Β', λίγο από διαστροφή, λίγο για να καθυστερήσω τον ύπνο.

 

 

Το περίφημο γκολ του Μαραντόνα που σημείωσε χτυπώντας τη μπάλα με το "χέρι του Θεού".

 

Τα καλοκαίρια βλέπαμε Μουντιάλ ή Euro. Θυμάμαι καλά το Μουντιάλ του '86 και κυρίως το παιχνίδι Αγγλία-Αργεντινή που είχε κάνει έξαλλο τον πατέρα του συμμαθητή μου του Δημήτρη, που φώναζε «είναι ντροπή, είναι ντροπή» από την ώρα που έβαλε το γκολ με το χέρι ο Μαραντόνα μέχρι το τέλος.

 

Ντροπή είναι και άλλα πράγματα, βέβαια, όπως τότε που ο Ολυμπιακός, μετά από χρόνια, βρέθηκε πολύ κοντά στο να κατακτήσει το πρωτάθλημα και το έχασε από την ΑΕΚ από ένα γκολ του Καραγκιοζόπουλου προς το τέλος του αγώνα.

 

Ντροπή δεν είναι το γκολ καθαυτό, αλλά που εγώ, 11 χρονών, έκλαιγα με λυγμούς για τόσο πολλή ώρα που, ενώ οι γονείς μου αρχικά με παρηγορούσαν, από ένα σημείο και μετά με ξέχεσαν που έκανα έτσι για ένα γκολ και ηρέμησα.

 

Τις Δευτέρες, μετά από νίκες, πήγαινα στο σχολείο με τρομερή διάθεση και μετά από ήττες με μισή καρδιά ή καθόλου, αφού εντελώς τυχαία συνέβαινε εκείνες τις ημέρες να με πονάει πάρα πολύ η κοιλιά μου. Άλλο τρομερά γελοίο πράγμα είναι που θυμάμαι γκολ που έχω βάλει, λες και είμαι ο Μέσι κι έχω παίξει τελικούς σε Τσάμπιονς Λιγκ και Μουντιάλ.

 

Θυμάμαι ένα γκολ με ανάποδο ψαλίδι στην Ε' δημοτικού και μια ασίστ στο τελευταίο λεπτό που έκανε γκολ ο ξάδελφος Γιώργος στον μεγάλο ημιτελικό της κατασκήνωσης, γκολ που μου στοίχισε τη συμμετοχή μου στον τελικό, αφού τραυματίστηκα σοβαρά στους πανηγυρισμούς.

 

Θυμάμαι επίσης να μαζεύω αυτοκόλλητα της Panini, του ελληνικού πρωταθλήματος ή του Μουντιάλ, και να τρελαίνομαι όταν ερχόταν ο πατέρας μου από τη δουλειά με φακελάκια στα χέρια, να τρέχω, να τον φιλάω και να τα ανοίγω όπως οι ερωτευμένοι τα γράμματα από τους αγαπημένους τους.

 

Μεγάλωσα και η αγάπη για το ποδόσφαιρο πήρε μια πιο λογική μορφή, αφού η κοινωνία μάς αναγκάζει να μην εκφραζόμαστε όπως νιώθουμε κι έτσι δεν κλαίω πια όταν τρώμε γκολ ούτε αποφεύγω να συναναστρέφομαι κόσμο μετά από ντροπιαστικές ήττες. Η αγάπη όμως παραμένει.

 

Το σπίτι που νοικιάζω έχει ένα μεγάλο μπαλκόνι και σε αυτό έφτιαξα ένα μίνι γήπεδο με πλαστικό χόρτο, με τέρματα με δίχτυα και κάγκελα για να μη φεύγει η μπάλα.

 

Οι γιοι μου, όταν το είδαν, τρελάθηκαν και όποτε είναι εδώ μαζί μου, είμαστε έξω στο μπαλκόνι και παίζουμε μπάλα. Πάμε και στο γήπεδο καμιά φορά, βλέπουμε ματς στην τηλεόραση παρέα, παίζουμε και pro στο playstation κι έτσι ο κύκλος που ξεκίνησε από τον παππού μου, συνεχίστηκε με τον πατέρα μου και μετά με εμένα έφτασε τώρα και στα παιδιά μου και λογικά θα συνεχιστεί και στα δικά τους τα παιδιά.

 

Η αγάπη για το ποδόσφαιρο είναι σχεδόν ανεξήγητη ή μάλλον εξηγείται απ' όλα τα παραπάνω, από τις παιδικές μας αναμνήσεις και τις φωνές μας όταν βλέπαμε την μπάλα να καταλήγει στα δίχτυα.

 

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Αυτό αγαπάμε και αυτό είναι που κακοποιούν εδώ και χρόνια αυτοί που θα έπρεπε να το προστατεύουν, οι ιδιοκτήτες των ομάδων. Δεν τους ανήκει το ποδόσφαιρο, δεν τους ανήκει ούτε ελάχιστη από την αγάπη μας γι' αυτό.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO