Βρισκόμαστε στο 1970 και η Τηλεόρασις Ενόπλεων Δυνάμεων φέρνει στην Ελλάδα ένα από τα πρώτα τηλεπαιχνίδια γνώσεων με τίτλο «Βρες το και πάρτο». Πενήντα περίπου χρόνια μετά, ο αριθμός τους έχει φτάσει ήδη τα 275.

 

Στούντιο, παραγωγές και παίκτες έχουν δημιουργήσει ουσιαστικά έναν ολόκληρο κόσμο, ο οποίος ευθύνεται για την παραγωγή των τηλεπαιχνιδιών, τα οποία, μαζί με την ιδιωτική τηλεόραση, γνώρισαν κι αυτά την μεγάλη τους ακμή.

 

Όλα αυτά τα χρόνια που τυχαίνει να παρακολουθείς τα τηλεπαιχνίδια της τηλεόρασης έχεις αναρωτηθεί ποτέ πού μπορεί να έχεις ξαναδεί αυτό το πρόσωπο που εμφανίζεται στην οθόνη σου; Όχι, δεν είναι η ιδέα σου.

 

Η ραγδαία ανάπτυξη αυτών των τηλεοπτικών προγραμμάτων οδήγησε με τη σειρά της στη δημιουργία μίας ομάδας 20-30 ανθρώπων που γυρνούν από παιχνίδι σε παιχνίδι, έχοντας μάλιστα αποκομίσει αρκετά χρήματα από αυτή τους την ενασχόληση.

 

Η LiFO κατάφερε να επικοινωνήσει με έναν από αυτούς τους «επαγγελματίες» παίχτες τηλεπαιχνιδιών, ο οποίος ωστόσο δεν θέλησε να αποκαλύψει το όνομά του, καθώς επιθυμεί να κρατά όσο το δυνατόν πιο χαμηλό προφίλ. Για τις ανάγκες του άρθρου θα τον αποκαλούμε με το κωδικό όνομα Χ.

 

Ο Χ. παίζει σε παιχνίδια εδώ και είκοσι χρόνια περίπου. Έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από δέκα. «Δεν το κάνω για τα χρήματα. Μου αρέσει η εμπειρία. Θέλω να μαθαίνω και να διαβάζω για οτιδήποτε. Ακόμη και τις ετικέτες από τα φάρμακα» λέει γελώντας.

 

Μέσα στα τηλεοπτικά στούντιο έχει γνωρίσει κι άλλους συμπαίκτες που κάνουν την ίδια δουλειά, ενώ με μερικούς έχει αποκτήσει και φιλικές σχέσεις. «Κάνω παρέα μόνο με όσους μου ταιριάζουν. Υπάρχουν κάποιοι που δεν μπορείς να επικοινωνήσεις καθόλου» συνεχίζει.

 

Στην τελική γνωρίζεις πως πας να παίξεις σ' ένα τηλεπαιχνίδι. Δε δίνεις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Αν θες να βγάλεις χρήματα, δούλεψε σκληρά. Μην πας στην τηλεόραση.

 

Ο ίδιος θυμάται την περίπτωση ενός παίκτη ο οποίος τον έπαιρνε τηλέφωνο στις 11 το βράδυ μόνο και μόνο για να του κάνει ερωτήσεις γνώσεων. «Ο συγκεκριμένος είχε φτάσει στο επίπεδο να δίνει ερωτήσεις στην παραγωγή για να τις συμπεριλάβει στο παιχνίδι. Είχε βρει έτσι έναν τρόπο να τις δοκιμάζει».

 

Μπορεί για μερικούς, όπως αναγνωρίζει, να φαίνεται κάπως παράδοξο πως υπάρχουν τέτοιοι παίκτες, για τις τηλεοπτικές παραγωγές, όμως, μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο βολικό, ειδικά όταν μπορούν να τους προσκαλούν να παίξουν στα πρώτα επεισόδια όταν και οι δηλώσεις συμμετοχών είναι πολύ λίγες.

 

«Πολλές φορές οι παραγωγές δουλεύουν με μια συγκεκριμένη data base παικτών. Πηγαίνεις σ' ένα παιχνίδι και μετά μπορεί να σε καλέσουν και στο επόμενο» εξηγεί ο Χ.

 

Αρμόδιοι για την επιλογή των παικτών που θα παίξουν σ' ένα παιχνίδι είναι οι υπεύθυνοι κάστινγκ. Μιλήσαμε με μία από αυτούς, τη Χαρά Τσιώλη, η οποία κάνει τη συγκεκριμένη δουλειά από το 2010.

 

Όπως μας εξηγεί, η ίδια έχει βρει ένα διαφορετικό τρόπο για να επιλέγει τους παίκτες. «Πολλοί δουλεύουν αποκλειστικά με τη βάση δεδομένων και τις δηλώσεις συμμετοχής. Αυτό όμως είναι για μένα κάστινγκ γραφείου» λέει.

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει βγει στο δρόμο αναζητώντας φρέσκα πρόσωπα που δεν έχουν εμφανιστεί στην τηλεόραση, με σκοπό να τους πείσει να παίξουν στα τηλεπαιχνίδια. Πως ονομάζει τη δουλειά της; Σκάουτερ νέων προσώπων.

 

«Θέλετε να βγείτε στην τηλεόραση και να παίξετε σ' ένα τηλεπαιχνίδι;» Αυτή είναι η πρώτη ερώτηση που κάνει στους επίδοξους παίκτες. Έχει ψάξει στο Σύνταγμα, έχει μπει ακόμη και μέσα σε μαγαζιά για να τους βρει.

 

«Στην αρχή οι πιο πολλοί νομίζουν πως είναι φάρσα. Με την κουβέντα όμως πείθονται» ομολογεί, σημειώνοντας ότι βασικό τους κριτήριο είναι τα χρήματα.

 

Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί παίκτες γίνονται ανταγωνιστικοί μπροστά από την κάμερα, παίζοντας πολλές φορές ακόμη και στα όρια του unfair.

 

Τέτοια περιστατικά έχει δει και με τα μάτια του ο X. Όσο αφορά τον εαυτό του υποστηρίζει ότι έχει επιλέξει να παίζει όσο το δυνατόν πιο δίκαια. «Πολλοί γίνονται ακόμη και σεξιστές. "Πετούν τη μπάλα" συνέχεια στις γυναίκες γιατί νομίζουν πως δεν ξέρουν τις απαντήσεις'' λέει με γλαφυρό τρόπο.

 

«Μπορεί να πιστεύεις πως μπροστά στην κάμερα οι παίκτες θα ήταν πιο κουμπωμένοι. Κανείς όμως δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αυτήν» παραδέχεται η κ. Τσιώλη, η οποία έχει κάνει αρκετά σεμινάρια ψυχολογίας πάνω στην ανθρώπινη σκέψη, προκειμένου να βελτιωθεί στη δουλειά της.

 

«Όπως και να χει όμως είναι πολύ δύσκολο για τους ''παραδόπιστους'' να βγάλουν χρήματα από τέτοια παιχνίδια» λέει για το οικονομικό κομμάτι ο Χ. Όλα καθορίζονται, κατά τον ίδιο, από την παραγωγή και το μπάτζετ της. Αν θέλουν με λίγα λόγια να δώσουν χρήματα ή όχι.

 

Ένας τρόπος για να το καταλάβει κανείς αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο τίθενται οι ερωτήσεις. «Αν είναι πιο εύκολες προς το τέλος πάει να πει πως θέλουν να δώσουν χρήματα. Αν, όμως, δυσκολεύουν νωρίς σημαίνει πως θέλουν να τα κρατήσουν για να τα δώσουν σε επόμενο επεισόδιο» εξηγεί ο Χ.

 

«Είναι σαν τα τυχερά παιχνίδια. Πρώτα βγαίνει το μπάτζετ και μετά δίνονται χρήματα» συνεχίζει. «Τα ποσά σήμερα είναι πολύ λιγότερα σε σχέση με το παρελθόν, άρα δε χρειάζεται να μπαίνεις στη διαδικασία να κρίνεις πόσο δίκαιες, τυχαίες ή εύκολες είναι οι ερωτήσεις».

 

Ο ίδιος ωστόσο πρόλαβε τις καλές εποχές. Έχει βγάλει περίπου πενήντα χιλιάδες ευρώ από αυτή του την ενασχόληση. Συνήθως τα χρήματα τα παίρνουν έξι μήνες μετά, καθώς συσχετίζονται με τα διαφημιστικά έσοδα. Και τα παίρνουν όλοι. 

 

«Δεν υπάρχει αυτό που ακούγεται πως οι παίκτες χάνουν τα χρήματα. Δεν κάθεται μια ολόκληρη παραγωγή να χαλάσει το όνομά της για έναν παίκτη».

 

Το μόνο περιστατικό που θυμάται ο ίδιος ήταν εκεί περίπου στη δεκαετία του 2000, όταν είχε ακουστεί πως δεν προβλήθηκε ποτέ στην τηλεόραση επεισόδιο παίκτη ο οποίος είχε κερδίσει μεγάλο χρηματικό ποσό. «Δεν μπορώ να το εξακριβώσω όμως. Είναι ουσιαστικά ένας αστικός μύθος που πλανάται πάνω από το χώρο» λέει γελώντας.

 

Για πολλούς αυτό το ''σπορ'' μπορεί να φαντάζει δύσκολο. Όλα τα επεισόδια γυρίζονται το απόγευμα και μπορούν να πάρουν μέχρι αργά τα μεσάνυχτα. «Εμένα πιο πολύ μου αρέσει η διαδικασία παρά το αποτέλεσμα του παιχνιδιού» λέει ο Χ.

 

Η πλειοψηφία των στούντιο είναι στην άκρη της Αττικής. Μερικές φορές ενδέχεται να πάνε και δεύτερη φορά. Σε κάποια ακόμη και να κάτσουν και στο κοινό πριν παίξουν. «Είναι πολύ δύσκολο να σηκωθεί κάποιος μόνο και μόνο για να παρακολουθήσει ένα παιχνίδι. Άρα βολεύεται έτσι» παραδέχεται.

 

Υπάρχουν, μάλιστα, φορές που ο ίδιος έχει πάρει από το στούντιο με το αυτοκίνητό του αρκετούς νέους παίκτες για να τους πάει μέχρι το πιο κοντινό μετρό.

 

«Πρέπει να το δεις πιο χαλαρά. Μπορεί παραδείγματος χάριν να σε ρωτούν τι σε ενδιαφέρει πριν το παιχνίδι, δε σου κάνουν όμως profiling όπως η Cambridge Analytica» σχολιάζοντας με νόημα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα των τελευταίων ημερών.

 

«Στην τελική γνωρίζεις πως πας να παίξεις σ' ένα τηλεπαιχνίδι. Δε δίνεις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο» καταλήγει. «Αν θες να βγάλεις χρήματα, δούλεψε σκληρά. Μην πας στην τηλεόραση».